Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΝΑΣ ΣΤΟ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜΙΚΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥ

Της Ζαχαρούλας Γιασεμή

[Το κείμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της εισήγησης της σ. Ζαχαρούλας Γιασεμή στο 9ο εκπαιδευτικό camping του EEK, στον Aγιόκαμπο Λάρισας, την Παρασκευή 25 Iουλίου 2014.]

Το Ισλάμ παραπέμπει σε ένα ιδιόμορφο σύστημα διοίκησης της κοινωνίας και του κράτους, σύμφωνα με το οποίο θρησκεία και πολιτεία ταυτίζονται. Χαρακτηριστική είναι η δομή των μουσουλμανικών κρατών έως σήμερα, η οποία βασίζεται σε μεγάλο μέρος στις ιερές πηγές του Ισλάμ, υπό τις οποίες καθορίζονται όλοι οι τομείς της ζωής των μουσουλμάνων, ανδρών και γυναικών.
Η ιδιαίτερη θέση των γυναικών της Ανατολής είναι μια πραγματικότητα η οποία συναντάται ακόμη και σήμερα στις περισσότερες περιοχές του «οίκου του Ισλάμ». Η γυναίκα, κατά το Κοράνιο, είναι ίση με τον άνδρα ενώπιον του Θεού. Στην ισλαμική όμως παράδοση, η οποία παραμένει ζωντανή στην πλειοψηφία των μουσουλμανικών κρατών, η δομή της κοινωνίας είναι πατριαρχική και η γυναίκα εμφανίζεται ως υποτελής του ανδρός, ο οποίος τίθεται προστάτης της γυναικός και της οικογένειάς του.
Η μουσουλμάνα γυναίκα εξαρτάται από τη θρησκεία και οφείλει να υπακούει στον Ισλαμικό Νόμο ο οποίος ρυθμίζει διάφορα ζητήματα της ζωής των πιστών όπως τον τρόπο ζωής και ένδυσης, θέματα που προκύπτουν στην κοινωνία και την οικονομία αλλά και τα οικογενειακά, κληρονομικά και λοιπά της δικαιώματα.
Σ' αυτό το πλαίσιο ο ρόλος της γυναίκας καθορίζεται ως αυτός της μητέρας -συζύγου και η εικόνα της ελεύθερης - ανεξάρτητης γυναίκας είναι για τις μουσουλμανικές χώρες αδιανόητο. Η ιδανική γυναίκα είναι η συνετή, η υποταγμένη και η σιωπηλή, η οποία λαμβάνει το σεβασμό και την αναγνώριση μόνο ως έχουσα τον ρόλο της μητέρας.
Ο γάμος επισφραγίζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής κάθε μουσουλμάνας. Παρόλα αυτά δεν της δίνεται ακόμη σε πολλές περιπτώσεις το δικαίωμα της επιλογής του συζύγου της. Ο πατέρας-κηδεμόνας επιλέγει τον σύζυγό της κόρης του και συνάπτει συμβόλαιο μαζί του, σύμφωνα με το οποίο τον υποχρεώνει να δώσει προίκα στη νύφη. Σκοπός του συμβολαίου είναι αφενός να αποκτήσει η γυναίκα τη δική της περιουσία, αφετέρου να την κατοχυρώσει στην περίπτωση διαζυγίου. Δυστυχώς στη συνέχεια τα χρήματα που έδιναν οι γαμπροί ως προίκα δεν έφταναν ποτέ στα χέρια των γυναικών, αφού τα κρατούσε ο πατέρας της νύφης.
Οι μουσουλμάνοι δίνουν τεράστια σημασία στο θέμα της αγνότητας και της παρθενίας των γυναικών. Η γυναίκα οφείλει να είναι αγνή και να μην έχει σεξουαλικές σχέσεις με άντρες πριν το γάμο, όμως η σεμνότητα πρέπει να την διακρίνει και κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου. Κάθε γυναίκα είναι υποχρεωμένη να έχει συζυγικές σχέσεις με τον άνδρα της, εκτός αν ο τελευταίος δεν έχει καταβάλει το συμφωνημένο μέρος της προίκας η εάν λόγω νηστείας δικαιούται να αρνηθεί. Αδικαιολόγητη άρνηση των συζυγικών σχέσεων δίνει αυτόματα στον άνδρα το δικαίωμα για έκφραση της αποπομπής. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η τυχόν χρήση αντισυλληπτικών εκ μέρους της γυναίκας.
Στην μουσουλμάνα επιβάλλεται να έχει στάση προσοχής έναντι του συζύγου της και τον υπακούει σε κάθε περίπτωση εκτός και αν αυτός ζητά κάτι που θεωρείται θρησκευτικά απαγορευμένο. Σε αντίθετη περίπτωση το Κοράνι επιτρέπει στους άνδρες να τιμωρούν τις γυναίκες τους σε περιπτώσεις απείθειας, μη εφαρμογής των καθηκόντων τους, αλλά και για λόγους βελτίωσης του χαρακτήρα.
Η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι και χωρίς την άδεια του συζύγου δεν μπορεί να κάνει επισκέψεις, ενώ ακόμη και σήμερα σε πολλές χώρες απαγορεύεται να έχει και ελεύθερη επαγγελματική ζωή. (Περιορισμός που συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σε νεότερες νομοθεσίες, όπως, παραδείγματος χάριν, στην Αίγυπτο, στη Συρία, στο Ιράν και στο Ιράκ.)
Ενδεικτικό παράδειγμα για την θέση της γυναίκας στην μουσουλμανική οικογένεια αποτελεί ο τρόπος λύσης του γάμου σύμφωνα με το ισλαμικό θρησκευτικό δίκαιο. Οι απείθαρχες σύζυγοι μπορούν να εκδιωχθούν από την οικογενειακή εστία με μονομερή απόφαση του συζύγου τους, ο οποίος μπορεί να διαλύσει τον γάμο χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση τους. Η πρακτική αυτή ονομάζεται "Αποπομπή" και τα περιθώρια αντίδρασης της γυναίκας με βάση την Σαρία είναι ελάχιστα. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις η αποπομπή μπορεί να έχει κιόλας πραγματοποιηθεί χωρίς η αποπεμφθείσα γυναίκα να έχει οποιαδήποτε γνώση αναφορικά με αυτήν.
Παράλληλα σε πολλές μουσουλμανικές χώρες ο άνδρας δικαιούται να παντρευτεί περισσότερες από μία συζύγους αρκεί ο αριθμός αυτών να μην ξεπερνά τον αριθμό των τριών. Έτσι στις χώρες όπου η πολυγαμία επιτρέπεται κανείς δε μπορεί να εξασφαλίσει στην γυναίκα - σύζυγο μονογαμικό καθεστώς καθώς αυτό επαφίεται στις διαθέσεις του άντρα τις οποίες οφείλει αυτή να αποδεχθεί. Η πολυγαμία έχει απαγορευθεί μόνο στην Τουρκία, στην Τυνησία και στην Ακτή του Ελεφαντοστού.
Τέλος ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο έθιμο της εκτομής της κλειτορίδας το οποίο δυστυχώς συνεχίζεται ακόμη και σήμερα σε ορισμένα κράτη της Αφρικής. Στηρίζεται στην αντίληψη ότι διαμέσου της εκτομής της κλειτορίδας οι γυναίκες διαφύλασσαν την προγαμιαία αγνότητα. Πολλά βέβαια κορίτσια πέθαιναν αμέσως μετά την διαδικασία, άλλα μολύνονταν και άλλα έμεναν στείρα. Μέχρι σήμερα υπολογίζεται ότι γύρω στα 120-140 εκατομμύρια κορίτσια σε όλο τον κόσμο έχουν υποστεί την κλειτοριδεκτομή. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών θεωρώντας ότι αυτό το έθιμο προσβάλει τα ανθρώπινα δικαιώματα, κήρυξε ως «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κλειτοριδεκτομής», την 6η Φεβρουαρίου. Υπάρχουν κατά τόπους πολλά είδη εκτομής της κλειτορίδας. Η πιο επώδυνη είναι η φαραωνική περιτομή, η οποία αποτελεί αρχαίο έθιμο της Αιγύπτου. Οι Σουδανοί εφαρμόζουν αυτό το είδος εκτομής, σύμφωνα με το οποίο κόβουν την κλειτορίδα και τα μικρά χείλη των γεννητικών οργάνων και στην συνέχεια ράβουν τα μεγάλα χείλη αφήνοντας μία μικρή είσοδο στον κόλπο για την μεγαλύτερη σεξουαλική ευχαρίστηση του άντρα κατά την δυείσδηση. Σύγχρονες απόπειρες κατανόησης του φαινομένου από κοινωνιολόγους και ανθρωπολόγους, αποδεσμεύουν το έθος αυτό από την ισλαμική θρησκεία και παράδοση και το εντάσσουν στα πολιτιστικά κατάλοιπα επί μέρους περιοχών του κόσμου. Αυτό πάντως που έως σήμερα εκπλήσσει είναι το ότι η πρακτική αυτή, όπου ακόμη υφίσταται, επιβάλλεται κυρίως από γυναίκες σε γυναίκες, οι οποίες διαιωνίζουν πατριαρχικές κυριαρχίες επί του σώματός τους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο αγώνας των γυναικών για ίσα δικαιώματα είναι ταυτόσημος με τον αγώνα της ανθρωπότητας για αξιοπρέπεια και για ζωή.
Το ζήτημα των δικαιωμάτων της μουσουλμάνας γυναίκας είναι αλληλένδετο με αυτό της συνάντησης των δύο κόσμων, της «Δύσης» και της «Ανατολής», εν προκειμένω του χριστιανικού με τον ισλαμικό κόσμο, των αλληλεξαρτήσεων, της πολεμικής και της συμπόρευσής τους εδώ και πολλούς αιώνες και των «κατασκευών» που υπήρξαν και συνεχίζουν να υφίστανται.
Η εντύπωση που δημιουργείται στους ανθρώπους των δυτικών κοινωνιών για τις γυναίκες της Ανατολής είναι ότι οι γυναίκες στο Ισλάμ, σε αντίθεση με τις γυναίκες της Δύσης οι οποίες έπειτα από πολύχρονους αγώνες και ένα δυναμικό φεμινιστικό κίνημα κατάφεραν να παραμερίσουν πλήθος διακρίσεων σε βάρος τους και να διεκδικήσουν δημόσιους ρόλους στις κοινωνίες τους, δεν έχουν εξωτερικεύσει τις αντιδράσεις τους και δεν έχουν προβεί σε προσπάθειες δημιουργίας κινημάτων κάτι που σε καμία περίπτωση δεν ισχύει.
Καταλυτικός παράγοντας στην κατανόηση της Ανατολής και τη θέση της γυναίκας στις μουσουλμανικές κοινωνίες υπήρξε το πνεύμα της εκκοσμίκευσης της Δύσης το οποίο έκανε την εμφάνισή του και στις χώρες της Ανατολής, δια μέσου όμως κυρίως της οδού της επιβολής, της αποικιοκρατίας, και γέννησε πολλές τάσεις, δράσεις και αντιδράσεις, αντικρουόμενες πολλές φορές μεταξύ τους.
Η αποικιοκρατική πολιτική των Βρετανών και των Γάλλων με την επιβολή της (τέλη του 18ου αιώνα ως τα μέσα του 20ου) στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες αποτέλεσε την αφορμή να γεννηθούν για πρώτη φορά στον μουσουλμανικό κόσμο ιδέες περί κοσμικού κράτους και της ισότητας των φύλων δια μέσου της επαφής των κατεχόμενων μουσουλμάνων με τα φιλελεύθερα δυτικά κοινωνικά πρότυπα. Με αυτό τον τρόπο και οι γυναίκες της Ανατολής πληροφορήθηκαν για τις κινητοποιήσεις των γυναικών του δυτικού κόσμου, για την κατάκτηση δικαιωμάτων στην εργασία και την κοινωνία Έτσι λοιπόν στα τέλη του 19ου αι. επηρεασμένες από τους αγώνες έκαναν τις πρώτες συγγραφικές απόπειρες μέσω των οποίων περνούσαν φεμινιστικά μηνύματα. Η θετική ανταπόκριση αυτών των πρώτων συγγραφικών προσπαθειών και το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον των μουσουλμάνων γυναικών για θέματα που αφορούσαν την κοινωνική τους ζωή και θέση οδήγησαν στην δημιουργία οργανωμένων γυναικείων κινημάτων τα οποία αγωνίζονταν για την θεμελίωση των δικαιωμάτων των γυναικών. Μέσα από τα κινήματα αυτά και κατόπιν συνεχών κοινωνικών ζυμώσεων και διεργασιών γεννήθηκε και το κίνημα του λεγόμενου ισλαμικού φεμινισμού.
 (στο επόμενο φύλλο το τέλος)