Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Όσο μεγαλύτερα τα κοινωνικά προβλήματα και η κοινωνική δυστυχία τόσο μεγαλύτερος είναι και ο αριθμός των ατόμων που οδηγούνται από τους μηχανισμούς καταστολής στη φυλακή. Όσο ατροφεί το ‘κράτος πρόνοιας’ τόσο υπερτρέφεται το ‘ποινικό κράτος’, το ‘κράτος – φρούριο’. Έχει βρεθεί ότι πάνω από 8 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο κρατούνται σε σωφρονιστικά καταστήματα ως υπόδικοι ή καταδικασμένοι. Το ρεκόρ, βεβαίως, κατέχει η Αμερική, όπου το ποσοστό σωφρονισμού ξεπερνά κατά 6-12 φορές τα αντίστοιχα ποσοστά των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όπου αναπτύσσεται διαρκώς η εξαιρετικά ανθηρή επιχείρηση των «ιδιωτικών» φυλακών. Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία του ΕMCDDA στην Ευρώπη αντιστοιχούν 135 κρατούμενοι ανά 100.000 κατοίκους, στην Αυστραλία 134, στον Καναδά 117, στη Ρωσία 590 και στην Αμερική 743.

Όσο διογκώνεται αυτό το κύμα των φυλακίσεων τόσο συμπαρασύρει μαζί του ακόμα και εκείνους που διαπράττουν μικροαδικήματα, πολλά από αυτά λόγω φτώχειας‼ Γεμίζουν τις φυλακές ακόμα και υπόδικοι με παρατεταμένη κράτηση. Αυξάνεται επίσης ο αριθμός των κρατουμένων στα κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων, λόγω υπερπλήρωσης των φυλακών.
Ένας ολόκληρος λοιπόν πληθυσμός ανδρών και γυναικών στοιβάζεται κυριολεκτικά μέσα σε τελείως ανθυγιεινούς χώρους, παλιά κτίρια, απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Ανάμεσά τους πολλοί τοξικομανείς και ψυχικά πάσχοντες.
Περισσότεροι από το 65% των φυλακισμένων έχουν κάποια ψυχική διαταραχή, που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα, από αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας (συχνότερη στους άνδρες) μέχρι μείζονα κατάθλιψη (συχνότερη στις γυναίκες) και διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια.
Oι γυναίκες όταν εισάγονται στο σωφρονιστικό σύστημα παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ψυχικών διαταραχών (21%) από τους άνδρες (12%). Υψηλά είναι επίσης και τα ποσοστά χρήσης ναρκωτικών ουσιών.
Με βάση τα στοιχεία του EMCDDA το 10-48% των ανδρών και το 30-60% των γυναικών ήταν εξαρτημένοι από ναρκωτικές ουσίες τον τελικό μήνα πριν οδηγηθούν στη φυλακή. Έχει βρεθεί ότι οι γυναίκες (σε ποσοστό 50%) που βρίσκονται στις κρατικές φυλακές είχαν κάνει χρήση αλκοόλ ή και ναρκωτικών όταν διέπραξαν το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν και στις περισσότερες περιπτώσεις για να εξασφαλίσουν τη δόση τους.
Στην Αμερική το 80% των ενδοφλεβίων χρηστών έχει κάνει φυλακή. Στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι 50%. Το ποσοστό των χρηστών που εξακολουθούν να κάνουν ενδοφλέβια χρήση ηρωίνης μέσα στη φυλακή κυμαίνεται από 16% μέχρι 60% στην Αμερική, ενώ στη Γερμανία φτάνει το 75%.
Η τραυματική εμπειρία της φυλάκισης, η απότομη αποκοπή αυτού του ατόμου από το οικογενειακό και το κοινωνικό του περιβάλλον, οι τραγικές συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές δρουν καταλυτικά στον ψυχισμό του. Το οδηγούν σε απόγνωση. Δημιουργούν όρους εμφάνισης για πρώτη φορά ή επιδείνωσης μιας προϋπάρχουσας ψυχικής διαταραχής. Περιγράφονται πολλοί τύποι διαταραχών που εμφανίζονται στη φυλακή, από PTSD μέχρι διατροφικές διαταραχές, σοβαρές καταθλίψεις και ψυχώσεις ιδιαίτερα στις γυναίκες. Από έρευνα στις φυλακές του Καναδά μία στις πέντε φυλακισμένες γυναίκες έχει PTSD, ενώ το 40% παρουσιάζει κατάθλιψη, άγχος και αυτοκτονικό ιδεασμό. Στις περιπτώσεις που υπάρχει ιστορικό ψυχικής διαταραχής οι φυλακισμένες εμφανίζουν σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους άνδρες επικίνδυνες συμπεριφορές, επιθετικότητα, αυτοτραυματισμούς και πολλαπλές συναισθηματικές διαταραχές.
Αρκετοί είναι οι φυλακισμένοι που αρχίζουν τη χρήση ουσιών μέσα στη φυλακή. Έρευνα σε όλες τις φυλακές της Αγγλίας, της Ουαλίας και της Σκωτίας έδειξε ότι το ¼ αυτών που έκαναν χρήση ηρωίνης την άρχισε μέσα στη φυλακή.
Η ζωή στη φυλακή είναι γεμάτη κινδύνους, συχνά μοιραίους, σοβαρών λοιμώξεων κυρίως από τον ιό HIV ή ηπατίτιδας, κινδύνους αυτοκτονίας. Ο κίνδυνος της αυτοκτονίας μέσα στη φυλακή είναι 7 φορές μεγαλύτερος από ό,τι στο γενικό πληθυσμό. Αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου του πληθυσμού των φυλακισμένων, φτάνοντας το 1/3 του συνολικού αριθμού των θανάτων των φυλακισμένων 2. Στις αμερικάνικές φυλακές η αναλογία είναι 18-40 αυτοκτονίες ανά 100.000 φυλακισμένους, ενώ στο γενικό πληθυσμό η αναλογία είναι 11 αυτοκτονίες ανά 100.000 άτομα. Τα 2/3 των αυτοκτονιών αφορούν χρήστες ουσιών. Ενδεικτικό της συσχέτισης της αυτοκτονίας με τις συνθήκες των φυλακών αλλά και την ίδια την τραυματική εμπειρία της φυλακής είναι το γεγονός ότι το 1/3 των αυτοκτονιών στη φυλακή πραγματοποιούνται την πρώτη εβδομάδα της φυλάκισης.
Βέβαια οι θανάσιμοι κίνδυνοι που συνδέονται με τη φυλάκιση δεν περιορίζονται στο διάστημα του εγκλεισμού. Έχει βρεθεί ότι η θνησιμότητα των αποφυλακισμένων είναι υψηλή. Πολλοί χρήστες ναρκωτικών μέσα στη φυλακή συνεχίζουν τη χρήση και μετά την αποφυλάκιση. Έχει βρεθεί ότι έξι στους δέκα θανάτους στις πρώτες 12 εβδομάδες μετά την αποφυλάκιση οφείλονται στην χρήση ναρκωτικών, συνήθως από υπερβολική δόση, με βάση τα στοιχεία του EMCDDA. Ο κίνδυνος για τις γυναίκες είναι διπλάσιος από ό,τι στους άνδρες. Σε κάποιες περιπτώσεις, ξαναρχίζουν τη χρήση μετά την αποφυλάκιση, ενώ στη φυλακή είχαν διακόψει και ο κίνδυνος του θανάτου από υπερβολική δόση είναι ακόμα μεγαλύτερος.
Οι κίνδυνοι αυτοί είναι στενά δεμένοι με την απουσία θεραπευτικών παρεμβάσεων για εξαρτημένους μέσα στη φυλακή. Υπολογίζεται ότι μόνο το 7-17% των φυλακισμένων χρηστών ναρκωτικών βρίσκεται σε θεραπεία. Αλλά ούτε και τα άτομα με ψυχική διαταραχή έχουν την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση. Στη συντριπτική πλειοψηφία η θεραπεία τους περιορίζεται στη χορήγηση ψυχοφαρμάκων και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Την ίδια στιγμή αναγνωρίζεται ότι το 96% του πληθυσμού των φυλακών έχει ανάγκη ψυχιατρικής φροντίδας αφού το ίδιο το στρες της φυλάκισης εκθέτει με μεγάλη συχνότητα στον κίνδυνο εμφάνισης ψυχικής διαταραχής, ακόμα και εκείνους που δεν είχαν τέτοιο πρόβλημα πριν οδηγηθούν στη φυλακή.
Είναι φανερό ότι η φυλακή ως τύπος εγκλεισμού γίνεται και τύπος έσχατου κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως διαδικασία, με βάση την ανάλυση του Serge Pogrom, κινείται σε 3 άξονες, που αφορούν τις κοινωνικές ανισότητες, τα ατομικά, κοινωνικά, πολιτικά, εργασιακά και άλλα δικαιώματα, τη ρήξη των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών. Το ίδιο το κοινωνικό σύστημα αποτάσσει, περιθωριοποιεί και τελικά ωθεί στον αποκλεισμό όλους τους διαφορετικούς, τους «ευπαθείς» πληθυσμούς, τους φτωχούς, τους άνεργους, τους άστεγους, τους εξαρτημένους, τους ψυχασθενείς. Ο τόπος του αποκλεισμού μπορεί να είναι οι εξαθλιωμένες συνοικίες, το υποβαθμισμένο κέντρο, οι χώροι κράτησης των μεταναστών και κυρίως, η φυλακή.
Πρέπει να πούμε ότι ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός» χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε επίπεδο «Ευρωπαϊκής Ενωσης το 1989, που διαμορφώθηκε ο κοινωνικός χάρτης της Ευρώπης. Η Ελλάδα ευθυγραμμίστηκε ως προς αυτό το θέμα με την Ευρώπη γύρω στο 1990, δημιουργώντας «Εθνικό Παρατηρητήριο Καταπολέμησης του Αποκλεισμού» και αρχίζοντας να υλοποιεί τα σχετικά Ευρωπαϊκά Προγράμματα. Η ασάφεια του όρου «κοινωνικός αποκλεισμός» οφείλεται στην προσπάθεια απόκρυψης των ταξικών ανισοτήτων που βρίσκονται στη ρίζα του φαινομένου και την απόδοση της ευθύνης στο ίδιο το άτομο που αντιμετωπίζεται ως ανήμπορο να προσαρμοσθεί στη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Όμως, παρά τις ιδεολογικές ενστάσεις ως προς τον όρο και τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από την κυρίαρχη εξουσία, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξη του φαινομένου, που τείνει, στις μέρες μας να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα αγκαλιάζοντας όλο και πιο μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, με πρώτους, βέβαια, τους φυλακισμένους.
Μέσα στη φυλακή ο φυλακισμένος διαβιώνει με την αίσθηση ότι δεν ανήκει πουθενά, αφού η πράξη της φυλακής έχει διαρρήξει όλους τους προηγούμενους οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς του, ότι δεν έχει καμία αξία ως άνθρωπος, αφού ως φυλακισμένος έχει χάσει όλα τα δικαιώματά του, ατομικά, κοινωνικά, πολιτικά, εργασιακά και άλλα, ότι η ζωή του δεν μετράει, αφού ζει μέσα σε τραγικές συνθήκες, εκτεθειμένος σε αμέτρητους κινδύνους. Αισθάνεται στιγματισμένος και μέμφεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, τον ίδιο τον εαυτό του. Βιώνει την απόρριψη από το κοινωνικό σύνολο, ακόμα και από τα πιο κοντινά του πρόσωπα, ζει μέσα στο άγχος, την οδύνη, την ανασφάλεια, το φόβο, την ενοχή, την απελπισία, ένα διαρκές στρες. Όλα αυτά επιδρούν διαβρωτικά στην ίδια την κοινωνική και ηθική του υπόσταση ωθώντας σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα εκείνες στις οποίες δεν δόθηκε καμία θεραπευτική βοήθεια, στο να ξαναρχίσει τις παραβατικές του πράξεις μετά την αποφυλάκισή του και αργά ή γρήγορα να επιστρέψει στη φυλακή. Αλλωστε, μέσα στη φυλακή ο έγκλειστος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να θητεύει στην παρανομία. Όπως λέει ο M. Foucault «στην καρδιά του συστήματος δικαιοσύνης που έχει ως προορισμό να επιβάλλει το σεβασμό στο νόμο, υπάρχει ένα μηχανοστάσιο το οποίο δουλεύει στην παρανομία σταθερά. Η φυλακή είναι το μαύρο δωμάτιο της νομιμότητας. Είναι ο σκοτεινός θάλαμος της νομιμότητας. Είναι ένας μικρός μηχανισμός που κατασκευάζει παραβάσεις, παρανομίες και παρανόμους.
Αλλωστε πώς να προσαρμοσθεί στους ρυθμούς της νομιμότητας, ακόμα και αν το θέλει, όταν μετά τη φυλακή σκοντάφτει στον τοίχο του ρατσισμού, που τον σπρώχνει ξανά στο κοινωνικό περιθώριο και τον αποκλεισμό; Όταν δεν βρίσκει κανένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο, που θα τον βοηθούσε να βρει δουλειά και να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής, όταν συχνά και η ίδια η οικογένεια του γυρίζει την πλάτη, όταν κουβαλάει βαρύ στους ώμους του το στίγμα της φυλακής.
Το στίγμα συντηρείται και αναπαράγεται διαρκώς μέσα από τη διαδικασία «εγκληματοποίησης» των αποκλεισμένων. Αυτή η «εγκληματοποίηση» του περιθωριοποιημένου πληθυσμού, που οδηγεί στην αναβίωση κοινωνικών στερεοτύπων, ακόμα και λομπροζιανής αναφοράς, για τον «γεννημένο εγκληματία», τροφοδοτεί ρατσιστικά αντανακλαστικά, αποβλέποντας βασικά στην εξάλειψη των «επικίνδυνων πληθυσμών» στο όνομα πάντα της προστασίας των υπολοίπων.
Γιατί είναι η ίδια η λογική της περιθωριοποίησης και του κοινωνικού αποκλεισμού που οδηγεί στην λογική της εξόντωσης των αποκλεισμένων.
Η σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα κάνει αναπόφευκτους τους συσχετισμούς με το ιστορικό παράδειγμα της εφαρμογής στην πράξη αυτής της λογικής της εξόντωσης των κοινωνικά αποκλεισμένων, μέσα από την «επιχείρηση ευθανασία» του Χίτλερ για όλους τους κοινωνικά ανεπιθύμητους, τους ψυχασθενείς, τους διανοητικά καθυστερημένους, τους ανάπηρους, τις «ζωές που δεν αξίζει να ζουν», όπως έλεγαν οι ναζί.
Η μετάβαση από την «κοινωνία της πειθαρχίας» στη σημερινή «κοινωνία του ελέγχου» συνοδεύεται από την ανάπτυξη και την τελειοποίηση της βιοεξουσίας που εφευρίσκει νέους διαρκώς τρόπους για να επιβάλει τον απόλυτο έλεγχο της ζωής του πληθυσμού, όλες τις εκφάνσεις της με βάση τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα. Καλό είναι λοιπόν να θυμόμαστε ότι αυτός ο έλεγχος δεν εξασφαλίζεται μόνο με την καταστολή κάθε τύπου, συμπεριλαμβανομένης και της φυλακής. Δεν εξασφαλίζεται μόνο μέσα από τη λειτουργία του ίδιου του κοινωνικού αποκλεισμού, ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, ολόκληρου του πληθυσμού, αλλά στην ακρότατη συνέπειά του μπορεί να οδηγήσει στο ακρότατο κακό, κατά την έκφραση του ποιητή.
Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, όσο κυριαρχεί η οδύνη της ύπαρξης στο φάσμα του θανάτου εκατομμυρίων εγκλείστων.

[Το κείμενο ήταν η εισήγηση της Κατερίνας Μάτσα στο 1ο συνέδριο Ψυχιατροδικαστικής, Αθήνα 13-15/12/2012]