σκέψεις συλλογικής στέγασης

σκέψεις για τη
συλλογική στέγαση

Οι σημερινές οικονομικές εξελίξεις και οι συνεπαγόμενες πολιτικές τους προεκτάσεις, το δίχως άλλο επιβεβαιώνουν πως αυτό που επικαθορίζει σήμερα τους όρους ύπαρξης του καθενός μας, είναι η βαθιά κρίση του καπιταλισμού. Μια κρίση παγκόσμια, όχι –απλά- λόγω της γεωγραφικής της διάστασης αλλά λόγω του γνωρίσματος του καπιταλισμού ως ενιαίου συνόλου, το οποίο μπορεί να καταρρεύσει λόγω αδυναμίας του πιο μικρού κομματιού του.  Μια κρίση δομική που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος και που απαιτεί γιγαντιαία καταστροφή πλεονάζοντων κεφαλαίων, προκειμένου να εξισορροπηθεί ως ένα οικονομικό σύστημα ταξικής κυριαρχίας. Μια κρίση ιστορική που συμπυκνώνει στο παρόν μια μακρά πορεία ασύμπτωτων -φαινομενικά- κρίσεων, δημιουργώντας ένα όριο στο χώρο και το χρόνο που αναπόφευκτα θα ξεπεραστεί: είτε στην κατεύθυνση της ανείπωτης καταστροφής είτε σε εκείνη της κοινωνικής απελευθέρωσης. Έχοντας κανείς στο μυαλό του αυτές τις αλληλένδετες έννοιες, μπορεί να αναμετρηθεί με τα πραγματικά ερωτήματα που βάζουν. Ανακαλύπτοντας ξανά πως πιο δύσκολο κι απ’ την λύση του, είναι η διατύπωση του προβλήματος.

Δουλεύοντας κανείς πάνω στο αντικείμενό του βλέπει τα όρια των ερωτημάτων που θέτει ο καπιταλισμός και που αυτή τη στιγμή υποχρεώνεται να απαντάει, όντας είτε μισθωτός είτε ελεύθερος επαγγελματίας. Όμως αν κάτι αφορά σ’ αυτό το άθλιο παρόν, αυτό είναι στο ξεπέρασμά του κι από αυτή την άποψη είναι πάντα η κατάλληλη στιγμή για να αναζητούμε προτάσεις πέρα από αυτό.
Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι της Ιστορίας κι ίσως δεν είναι τόσο  παράξενο για έναν αρχιτέκτονα να έρχεται αντιμέτωπος με την αδυναμία του να σχεδιάσει μια κατοικία που η σχέση της με την πραγματικότητα πιθανώς είναι ανάλογη με την σχέση της ένδυσης με την υψηλή ραπτική, όπως έχει εύστοχα ειπωθεί από τον Σ. Σταυρίδη.
Όχι για λόγους συνάφειας με τις πολιτικές μας αντιλήψεις, αλλά με αντίληψη μιας πολιτικής που διεκδικεί διαρκώς την συνάφειά της με την εποχή, αναιρώντας κι επιβεβαιώνοντας τους όρους της. Τι είναι επομένως επίκαιρο; Στους σημερινούς καιρούς επαναστατικών εκρήξεων θεωρούμε πως είναι πιο επίκαιρη από ποτέ μια προσέγγιση της συλλογικής στέγασης κι έτσι παραθέτουμε ορισμένες σκέψεις.

Διαβάζοντας την Α. Βρυχέα που έχει συλλέξει καταπληκτικά την ιστοριογραφία, κι όχι μόνο, της προσπάθειας απάντησης στο ερώτημα της «στέγασης για πολλούς», γίνεται ξεκάθαρο: το ερώτημα φέρει την ίδια την απάντηση. Ή ίσως η απάντηση προοικονομείται ανάλογα με το ποιος θέτει το ερώτημα. Εξάλλου η ίδια η φράση «μαζική στέγαση» δεν διαφέρει ριζικά απ’ την «συλλογική στέγαση»;

Πηγαίνοντας στα μέσα του 19ου αιώνα,  οι άθλιες συνθήκες των κατοικιών της νεοσύστατης εργατικής τάξης που τότε συσσωρεύεται στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αποτελούν παράγοντα έντονης δυσαρέσκειας και διεκδικήσεων με ορατό το ενδεχόμενο κλυδωνισμού της κοινωνικής συνοχής που εξυπηρετεί την -κυρίαρχη πια- αστική τάξη. Το ερώτημα φυσικά μπαίνει κι απ’ τις δυο τάξεις, όμως κυριαρχούν οι όροι της αστικής στον τρόπο που τίθεται. Έτσι η αρχιτεκτονική απάντηση εμφανίζεται ως σειρά προϊόντων με όμοια χαρακτηριστικά, κάνοντας εμφανή την πρόθεση αναμόρφωσης του τρόπου ζωής ατόμων που εκείνο που τους χαρακτηρίζει είναι ότι είναι εργαζόμενοι σε μια καπιταλιστική κοινωνία, προωθώντας έτσι την ενσωμάτωσή τους στον καπιταλισμό.
Από αυτή την άποψη μια αξιοπρεπής κατοικία για τον βιομηχανικό εργάτη του 19ου αιώνα σήμαινε υγιεινές συνθήκες διαβίωσης για να μην αποδεκατιστεί η εργατική τάξη (και μαζί με αυτήν κι η απόσπαση της υπεραξίας από την εργασία της). Μήπως ταυτόχρονα σήμανε και μια άλλου τύπου ιδιωτικότητα στο χώρο, ντυμένη με λούσα ηθικών αξιών, που επιζητούσε συναίνεση στο νέο ιδεολόγημα «πατρίδα-θρησκεία -οικογένεια»;
Αργότερα, το πέρασμα στην κυριαρχία των βιολογικών αναγκών από το μοντέρνο κίνημα, όρισε το ερώτημα με έναν ομοιογενή τρόπο, απαντώντας στις ανάγκες της εποχής, ιδωμένης όμως απ’ τη σκοπιά της αδιατάρακτης εξουσίας της αστικής τάξης. Αναμφισβήτητα όμως αυτές οι ανάγκες διαφέρουν ανάμεσα στα φύλα, ανάμεσα σε ανθρώπους του ίδιου φύλου, στους διάφορους λαούς, στους διάφορους τόπους. Ο Κ. Μαρξ έχει εξηγήσει πως οι λεγόμενες απαραίτητες ανάγκες κι ο τρόπος ικανοποίησής τους είναι ιστορικά προϊόντα που εξαρτώνται από το πολιτιστικό επίπεδο. Οι ψυχολογικές, σεξουαλικές, πολιτιστικές, οι κάθε μορφής ιδιαιτερότητες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη γιατί παίρνουν μέρος στη συγκρότηση των πολλαπλών ταυτοτήτων των ανθρώπων.

Πως όμως θα μπορέσουν να ανθίσουν οι ιδιαιτερότητες αυτές, πως θα γεννηθεί η επιθυμία αν δεν απαλλαγεί από το βάρος της ανάγκης;
Η προσκόλληση στη λειτουργική προσέγγιση του μοντέρνου κινήματος άφησε πράγματι στην άκρη την καθημερινή ζωή και τις πολλαπλές ταυτότητες, όταν έγινε όπλο στα χέρια της κυρίαρχης αστικής τάξης.  Η οποία επιπλέον απόδωσε με θράσος την κατηγορία της ομοιομορφίας στις εμπνευσμένες απ’ το μοντέρνο προσπάθειες σοσιαλιστικής οικοδόμησης. ‘Ξεχνώντας’ πως αποτελούσε τον νεογιλό μιας σοσιαλιστικής κοινωνικής οργάνωσης όπου ο λαός ήταν εξαθλιωμένος κι η οικονομία αδύναμη κι αποκλεισμένη. Έστω και σε τέτοιες συνθήκες, όποιος βλέπει θα το δει: το ερώτημα είχε προηγούμενα τεθεί συνολικά, εξετάζοντας σπερματικά έννοιες όπως ο συμμετοχικός σχεδιασμός που οφείλει να μελετά το πρόγραμμα μαζί με τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται. Και που, ταυτόχρονα, στοχεύει να αποτελέσει απελευθερωτικό παράγοντα ξεπεράσματος των αναγκών.
Ο Λ. Τρότσκι έγραφε το 1923 στα Προβλήματα της καθημερινής ζωής (η υπογράμμιση δική μας):
«Ας το επαναλάβουμε: οι συνθήκες για την εμφάνιση ενός νέου τρόπου ζωής και μιας οικογένειας νέου τύπου δεν γίνεται να χωριστούν από το γενικό έργο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η κυβέρνηση των εργατών οφείλει να προετοιμαστεί οικονομικά, για να ‘ναι σε θέση να οργανώσει με σοβαρό και πλήρη τρόπο τη συλλογική μόρφωση των παιδιών, για να ‘ναι σε θέση να απαλλάξει την οικογένεια από την κουζίνα και την μπουγάδα. Η κολεκτιβοποίηση της οικογενειακής οικονομίας και εκπαίδευσης των παιδιών είναι πράγματα αδιανόητα χωρίς την οικονομική ανάπτυξη ολόκληρης της οικονομίας μας. Έχουμε ανάγκη από τη σοσιαλιστική συσσώρευση. Μονάχα έτσι θα μπορέσουμε να απαλλάξουμε την οικογένεια από λειτουργίες και ασχολίες που την καταβάλλουν και την καταστρέφουν. Το πλύσιμο των ρούχων πρέπει να γίνεται σε ένα καλό συλλογικό καθαριστήριο. Τα γεύματα πρέπει να σερβίρονται  σ’ ένα καλό συλλογικό εστιατόριο. Τα ρούχα πρέπει να ράβονται σ’ ένα εργαστήριο ραπτικής. Τα παιδιά πρέπει να εκπαιδεύονται από καλούς παιδαγωγούς που θα βρουν έτσι την αληθινή τους χρησιμότητα. Τότε οι δεσμοί του συζύγου και της γυναίκας δεν θα παρεμποδίζονται από εξωτερικά, επιφανειακά, περιστασιακά και τυχαία στοιχεία. Η σχέση τους δεν θα δηλητηριάζεται αμοιβαία. Θα δουν επιτέλους να εμφανίζεται μπροστά τους μια αληθινή ισότητα δικαιωμάτων. Οι δεσμοί τους θα καθορίζονται μόνο από μια αμοιβαία έλξη. Και για το λόγο ακριβώς αυτό, θα είναι πιο στέρεοι, διαφορετικοί σίγουρα για τον καθένα, αλλά για κανέναν υποχρεωτικοί.
[…]
Η εμπειρία από αυτές τις οικογενειακές κολεκτίβες, που αποτελούν μια πρώτη, πολύ ατελή ακόμη, προσέγγιση του θέματος του κομμουνιστικού τρόπου ζωής, πρέπει να υποβληθεί σε εξονυχιστική μελέτη και ανάλυση. Πρέπει το κράτος και πάνω απ’ όλα τα συμβούλια και οι οργανισμοί να ενισχύσουν αυτές τις μερικές πρωτοβουλίες. Το χτίσιμο κατοικιών (γιατί θ’ αρχίσουμε βέβαια να χτίζουμε κατοικίες!) πρέπει να αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις των οικογενειακών εστιών.
[…]
Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ανθρωπότητα, όπως λέει ο Ένγκελς, «θα περάσει από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας». (η υπογράμμιση δική μας)

Ο πνιγμός του μωρού στην κούνια του είναι η γνωστή συνέχεια της ιστορίας, όμως ακόμη κι έτσι μένει ένα πτώμα να θάψουμε πενθώντας και κυρίως μια άδεια κούνια να γεμίσουμε.

Αρνιόμαστε, λοιπόν, την τυπολογία  που δεν απαντά στις κοινωνικές ανάγκες μια εποχής αλλά εκπορεύεται από την αστική τάξη ή τη φοβική γραφειοκρατία σαν μια μαζικής παραγωγής κατοικία-υπνωτήριο για έναν εσαεί φτωχό πληθυσμό. Σήμερα που οι τεχνολογικές δυνατότητες και το επίπεδο της παραγωγής επιτρέπουν τα πάντα για όλους, το να συνεχίζει κανείς να σχεδιάζει φτηνές κατασκευές με καρκινογόνα υλικά (άραγε φτηνές για ποιον; μακροπρόθεσμα σίγουρα όχι για τη φύση, όχι για το σύνολο της κοινωνίας) είναι σαν να λέει το ίδιο ψέμα με άλλα λόγια. Εμείς πρέπει να θέσουμε το ερώτημα από την σκοπιά των συμφερόντων εκείνων που παράγουν όλο τον πλούτο με τα χέρια και το μυαλό τους.
Όσο κι αν ζούμε στην παγκοσμιοποίηση, είναι αδύνατο να θέσουμε το ερώτημα από μια τέτοια σκοπιά αν δεν θυμόμαστε πως το όλο δεν είναι άθροισμα αλλά διαλεκτική ενότητα αντιθέτων, Κι εκεί κανένας τύπος ανθρώπου, κανένας τύπος κοινωνίας, κανένας μέσος όρος δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Σκοπός μας δεν είναι να εκθειάσουμε τον ατομισμό, αλλά να θυμίσουμε πως η ολόπλευρη ανάπτυξη κάθε μέλους μιας κοινωνίας οφείλει να είναι -εκτός φυσικά από εσωτερική ανάγκη- και αναγκαίος όρος για την ολόπλευρη ανάπτυξη της κοινωνίας της ίδιας.

α.δ.- Θ.Τ.
βόλος, 14/9/2012





Νέα Προοπτική τεύχος#534# Σάββατο 29 Σεπτέμβρη 2012