Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου

Ο  κοινωνικός αποκλεισμός ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου

Όψεις της βιοπολιτικής στην εποχή της κρίσης

και συλλογικές αντιστάσεις



Το κοινωνικό τοπίο σήμερα, διαμορφώνεται στην σκιά της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με τις κοινωνικές ανισότητες, να εντείνονται τρομερά, τις στρατιές των κοινωνικά αποκλεισμένων να πυκνώνουν και τη βιολογική επιβίωση όλων να γίνεται σχεδόν αδύνατη. Άνεργοι άστεγοι, φτωχοί, μετανάστες, πρόσφυγες, ψυχασθενείς, τοξικομανείς και άλλοι «παρίες» ωθούνται στο κοινωνικό περιθώριο και αντιμετωπίζονται από το σύστημα ως «ανθρώπινα απορρίμματα», «σπαταλημένες ζωές», όπως τις χαρακτηρίζει ο Bauman1.

Στη σημερινή Ελλάδα της χρεοκοπίας, που συγκαταλέγεται στις χώρες με τις μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες, έχει αποκτήσει δραματικές διαστάσεις το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού. Ο όρος κοινωνικός αποκλεισμός χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1989, που διαμορφώθηκε ο κοινωνικός χάρτης της Ευρώπης. Η Ελλάδα ευθυγραμμίστηκε ως προς αυτό το θέμα με την Ευρώπη γύρω στο 1990, δημιουργώντας «Εθνικό Παρατηρητήριο Καταπολέμησης του Αποκλεισμού» και αρχίζοντας να υλοποιεί τα σχετικά-πολύ επικερδή για τους επιτήδειους - Ευρωπαϊκά Προγράμματα. Η ασάφεια του όρου «κοινωνικός αποκλεισμός» οφείλεται στην προσπάθεια απόκρυψης των ταξικών ανισοτήτων που βρίσκονται στη ρίζα του φαινομένου και την απόδοση της ευθύνης στο ίδιο το άτομο που αδυνατεί, ως ευπαθές μέλος μιας ευάλωτης κοινωνικής ομάδας, να προσαρμοσθεί στη νέα κοινωνική πραγματικότητα!

Όμως, παρά τις ιδεολογικές ενστάσεις ως προς τον όρο και τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε από την κυρίαρχη εξουσία, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξη του φαινομένου, που τείνει ν’ αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα. Η επέκταση όλο και περισσότερο του χώρου του κοινωνικού αποκλεισμού, απειλεί στις μέρες μας να συμπεριλάβει την πλειοψηφία του πληθυσμού. ‘Όσο βαθαίνει η κρίση τόσο επιβεβαιώνεται η θέση του Serge Paugam, ότι η καπιταλιστική κοινωνία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού»2. Το μόνο που συνεχίζει να παράγει σταθερά είναι κοινωνικά αποκλεισμένους ανθρώπους. Όλοι αυτοί υποχρεώνονται να ζουν στο κοινωνικό περιθώριο, στις παρυφές της κοινωνίας ή «εκτός τόπου» δηλαδή σε κέντρα κράτησης, ή οδηγούνται όλο και περισσότεροι, στις  φυλακές.

Σ’ αυτή την περίοδο της συστημικής κρίσης και της χωρίς προηγούμενο έκρηξης των αντιφάσεων τίθεται από το σύστημα ως αναγκαιότητα η καταστροφή μιας τεράστιας μάζας πλεοναζόντων κεφαλαίων, που δεν μπορούν να υπεραξιωθούν και να παράγουν κέρδος για τους καπιταλιστές. Αυτό, στο επίπεδο της πολιτικής, μεταφράζεται σε εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών, υπηρεσιών και  ασφαλιστικών συστημάτων, μαζική ανεργία, φτώχεια ,περικοπές, χαράτσια, εν ολίγοις μνημονιακή πολιτική, σαν αυτή που γνωρίζουμε στην Ελλάδα και μαζί αύξηση της καταστολής και συστηματική καλλιέργεια του ρατσισμού σε βάρος των κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων.

O κοινωνικός αποκλεισμός, έχει τον χαρακτήρα μίας διαδικασίας με την δική της δυναμική. Ο R.Castel3 θεωρεί ότι πρόκειται για μία διαδικασία απόταξης από το κοινωνικό σώμα που συνδέεται με τις κοινωνικές ανισότητες και την φτώχεια.

Κοινωνική οδύνη – ψυχική οδύνη.

Μέσα από την διαδικασία της απόταξης ο αποκλεισμένος οδηγείται στο «εκτός τόπου». Σε αυτό το ”εκτός τόπου” οι τρείς πλευρές του τρίποδα Εργασία – Λόγος – Ζωή αποσυνδέονται. Ο κομβικός δεσμός θραύεται, η κοινωνική ύπαρξη ακυρώνεται, η ψυχική ισορροπία ανατρέπεται.

Κατά τον M.Foucault4 η εγγραφή στην κοινωνία γίνεται μέσα από την εργασία, το λόγο και τη ζωή. Ο κοινωνικός δεσμός, που «εμπεριέχει»  τον καθένα  διαμορφώνει και τον τρόπο της ζωής του,  με βάση αυτές τις κατηγορίες, που συγκροτούν μια «τριπλή αξιοπρέπεια» την αξιοπρέπεια της Εργασίας, την αξιοπρέπεια του λόγου (μέσα από το διάλογο και τη συναλλαγή με τους άλλους) και την αξιοπρέπεια του σώματος (της Ζωής). Η απεξάρθρωση του κοινωνικού ιστού και η ρήξη  του κοινωνικού δεσμού οδηγεί στην ακύρωση αυτής της «τριπλής αξιοπρέπειας» με άμεση επίπτωση την κοινωνική απομόνωση, την ντροπή, την ενοχή και την εσωτερική εξορία του ατόμου, την αίσθηση της απώλειας της προσωπικής ταυτότητας, την λιμπιντινική αποεπένδυση του σώματος και την εγκατάλειψη ακόμα και της υγιεινής του. Διακυβεύονται επίσης ως αντικείμενα του αποκλεισμού, τα σημαίνοντα και οι μνήμες που συνδέουν αυτό το άτομο με το κοινωνικό σώμα. Όλα αυτά βιώνονται με μεγάλο ψυχικό  πόνο.

Κατά τον J.Martin «η ψυχική οδύνη είναι σήμερα συνώνυμη με την αλλοίωση του κοινωνικού δεσμού και μαρτυρά το μέγεθος των κρισιακών διαδικασιών μέσα στην κοινωνία. Είναι κατά κάποιο τρόπο η ατομική, ψυχολογική έκφραση μιας κοινωνικής οδύνης».5

Η θραύση του κοινωνικού δεσμού και η κοινωνική ευαλωτότητα δημιουργεί τον ελλειμματικό ψυχισμό και την ψυχική ευαλωτότητα.

Εδώ πρέπει να αναζητήσουμε την πηγή της αύξησης των ψυχικών διαταραχών και των εξαρτήσεων κάθε τύπου μέσα στην κοινωνία και ιδιαίτερα στο χώρο των αποκλεισμένων. Ο ψυχικός πόνος, όπως δείχνουν σοβαρές επιστημονικές έρευνες6, συσχετίζεται πολύ στενά με την αυτοκτονικότητα.

Οι κοινωνικά αποκλεισμένοι παρουσιάζουν  σε ποσοστό 15-91% όλο το φάσμα των ψυχικών διαταραχών.  Την ίδια στιγμή δεν έχουν επαρκή φροντίδα και θεραπευτική αντιμετώπιση, λόγω της απουσίας ασφαλιστικής κάλυψης και της  αδυναμίας πρόσβασης στις δημόσιες  υπηρεσίες υγείας, με αποτέλεσμα τη διαρκή επιδείνωση της κατάστασης τους και τη μετατροπή τους σε «χρόνιους ασθενείς» που καταλήγουν, μαζί με όλους τους αποκλεισμένους, στο κοινωνικό περιθώριο, αποδέκτες όλων των κοινωνικών προκαταλήψεων και των ρατσιστικών συμπεριφορών.

Έτσι, από τη μια η οικονομική κρίση και από τη άλλη η απεξάρθρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας αποτελούν τους βασικούς παράγοντες, που οδηγούν στη διαρκή επιδείνωση την κατάσταση της ψυχικής υγείας των  κοινωνικά αποκλεισμένων.

Από σχετικές έρευνες7 αποδεικνύεται  ότι η αύξηση του ποσοστού της ανεργίας κατά 1% οδηγεί στην αύξηση του ποσοστού των ψυχικών διαταραχών κατά 3% στην αύξηση του ποσοστού των αυτοκτονιών κατά 5% και των θανάτων από αλκοολισμό κατά 30%.

Από τα στοιχεία που κατέθεσε στη Βουλή ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη κατά τη σχετική συζήτηση στις αρχές Γενάρη 2012, παρατηρείται αύξηση του ποσοστού των αυτοκτονιών από το 2010 και μέχρι σήμερα. Το τελευταίο δωδεκάμηνο μάλιστα οι αυτοκτονίες ξεπέρασαν τις 17008!

Από τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα ναρκωτικά που ανακοινώθηκαν στις 15/11/2011 σ’ όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες αυξάνεται τρομακτικά η χρήση νέων συνθετικών ουσιών, τις οποίες χρησιμοποιούν στα πλαίσια, συνήθως της παράλληλης χρήσης πολλών ψυχοδραστικών ουσιών, νομίμων και παρανόμων.  Κυκλοφορούν  γύρω στα 150 νέα  προϊόντα (μόνο το 2010 κυκλοφόρησαν 41!), που αποτελούν ένα τεράστιο κίνδυνο για την νεολαία9. Πολλά απ’ αυτά προκαλούν σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

Η τοξικομανία ή ακριβέστερα η πολυτοξικομανία ως φαινόμενο, αποκτά όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις στο χώρο των κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων σε μια απελπισμένη προσπάθεια διαφυγής τους από την φρίκη της καθημερινότητας του αποκλεισμού τους.10 Παράλληλα αυξάνονται και τα ποσοστά των λεγόμενων «νέων εξαρτήσεων» από το Internet, την τροφή, τον τζόγο κ.α.

Από έρευνες11,12 έχει βρεθεί ότι σήμερα το 3% των νέων είναι εθισμένοι στο Διαδίκτυο ενώ ένα ποσοστό γύρω στο 11% κάνει παθολογική χρήση του Διαδικτύου.

Μεγάλη αύξηση παρουσιάζει επίσης και το ποσοστό των οροθετικών ατόμων, ιδιαίτερα των χρηστών ηρωίνης ενδοφλεβίως.

Είναι πολύ χαρακτηριστική του μεγέθους της κρίσης, η επιστολή που έστειλε στη συντακτική επιτροπή του επιστημονικού περιοδικού Lancet η ομάδα του καθηγητή Stuckler από το Πανεπιστήμιο του Cambridge προειδοποιώντας για μια εν δυνάμει «ελληνική τραγωδία»!13

Συνάρθρωση κοινωνικού – ψυχικού

Η μετάβαση του κοινωνικού στο ψυχικό δεν είναι ευθύγραμμη και δεν γίνεται μηχανικά. Απαιτούνται πολλαπλές και σε πολλά επίπεδα διαμεσολαβήσεις. Η «κοινωνική πραγματικότητα» λέει ο Rene Kas, δεν  βρίσκεται σε μια συνέχεια με την ψυχική πραγματικότητα. Είναι δυο τάξεις (orders) της πραγματικότητας, ετερογενείς μεταξύ τους, οργανωμένες μέσα από διαδικασίες ειδικών για την κάθε μια σχηματισμών. Η ψυχική ζωή δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνο στη βάση της απαίτησης εκείνης της ψυχικής εργασίας, που επιβάλει στο ψυχικό όργανο την εγγραφή του στους πρωταρχικούς διϋποκειμενικούς και στους κοινωνικούς δεσμούς»14. Κατά τον Freud ως οργανωτικές αρχές δόμησης του ψυχισμού λειτουργούν οι διϋποκειμενικές ψυχικές συμμαχίες. Όταν αυτές δεν μπορούν να συναφθούν τότε η δόμηση του ψυχισμού είναι ελλειμματική και το Εγώ γίνεται αδύναμο, εύθραυστο, ευάλωτο.

Η κρίση του θεσμού της οικογένειας και η ρήξη των κοινωνικών δεσμών, που χαρακτηρίζουν την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, έρχονται να μπλοκάρουν την εγγραφή του κοινωνικού στο ψυχικό, καθιστώντας ασταθή την ατομική ταυτότητα και τεράστια τα ελλείμματα της συμβολοποίησης. Ελλείμματα που κάνουν αδύνατη την νοηματοδότηση του διϋποκειμενικού δεσμού και καταδικάζουν το άτομο στην αδυναμία επικοινωνίας με τον Άλλο και την περιχαράκωση στον εαυτό του. Ο εγωκεντρισμός, που μεγαλώνει παράλληλα με την αποξένωση από τον εαυτό και τον Άλλο, κρύβει  μέσα του ένα δυστυχισμένο Εγώ, εξαιρετικά ασταθές, που βουλιάζει στην ανασφάλεια και την απελπισία, που συνθλίβεται από το βάρος της δικής του ψυχικής οδύνης. Αυτή ακριβώς η οδύνη είναι, κατά τον Alain Ehrenberg15, το στοιχείο-κλειδί της αποκοινωνικοποίησης του ατόμου και της απόλυτης εξατομίκευσής του.

Η μοναξιά, η μελαγχολία και η δυστυχία του ανθρώπου της εποχής μας αντανακλά, σε ψυχολογικό επίπεδο, αυτό που συμβαίνει σε κοινωνικό επίπεδο, όπου πραγματοποιείται μια διαδικασία «μελαγχολικότητας του κοινωνικού δεσμού» (“mélancolisation du lien social”), όπως την ορίζει ο D. Douville16.

Aυτή η μελαγχολικότητα διαμορφώνει το κλίμα μιας σκληρής πραγματικότητας τεράστιων ταξικών ανισοτήτων, όπου το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού έχει αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου.

Όσο  το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού αποκτά μαζικό χαρακτήρα τόσο αναπτύσσονται από την κυρίαρχη εξουσία όλα τα μέσα και οι τεχνικές χρησιμοποίησης του ίδιου ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, στα πλαίσια της βιοεξουσίας. Ο  Φουκώ ορίζει την βιοεξουσία, ως το σύνολο των μηχανισμών μέσω των οποίων ό,τι συνιστά στο ανθρώπινο είδος θεμελιακό βιολογικό του χαρακτηριστικό μπορεί να ενταχθεί στο εσωτερικό μιας πολιτικής στρατηγικής, μιας γενικής στρατηγικής εξουσίας. Όταν η πολιτική της βιοεξουσίας έχει σαν αποδέκτη τον πληθυσμό  τότε παίρνει το όνομα της βιοπολιτικής17.

Αυτή η βιοπολιτική διαμορφώνεται με βάση την κατασκευασμένη εικόνα των αποκλεισμένων ως «επικίνδυνων» ατόμων και περιλαμβάνει μέτρα βίαιης καταστολής, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της εν δυνάμει παραβατικότητας και της «κοινωνικής επικινδυνότητας».

Στους κοινωνικά αποκλεισμένους ανήκουν οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι (το 14% του εργαζόμενου πληθυσμού) οι μετανάστες, οι ψυχασθενείς, οι τοξικομανείς κ.α. Στις παραπάνω κοινωνικές κατηγορίες αποδίδονται από τους αρμόδιους ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, οι δυσλειτουργίες του ΕΣΥ, η κρίση και η κακοδαιμονία του. Απέναντι σ’ αυτές υψώνονται όλοι οι φραγμοί (οικονομικοί, νομικοί και άλλοι) που καθιστούν πρακτικά αδύνατη την ελέυθερη πρόσβασή τους στις δημόσιες υπηρεσίες  Υγείας, την Παιδεία και όλα τα κοινωνικά αγαθά.

Είναι χαρακτηριστική η απάντηση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Υγείας στο σχετικό άρθρο του επιστημονικού περιοδικού Lancet που αναφέρεται στην «ελληνική τραγωδία» λόγω της οικονομικής κρίσης. Εκεί ο Ν. Πολύζος μέμφεται τους ανασφάλιστους, τους άνεργους και τους μετανάστες που κάνουν κατάχρηση του «προνομίου» της ελεύθερης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας18.

Όσο βαθαίνει η κρίση και αυξάνεται ο αριθμός των ατόμων που ωθούνται στο κοινωνικό περιθώριο, τόσο πιο αυταρχικό και καταπιεστικό γίνεται το κράτος και οι μηχανισμοί του απέναντι στους αποκλεισμένους αλλά και σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Συστηματικά καλλιεργείται στον πληθυσμό, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, ένα κλίμα ανασφάλειας και φόβου απέναντι στον κίνδυνο που δυνητικά αντιπροσωπεύει αυτός ο κόσμος, ο οποίος, κατά τους κρατούντες, ευθύνεται για την αύξηση της εγκληματικότητας. Σιγά-σιγά δημιουργείται ένα νομικό οικοδόμημα «προστασίας» από κάθε εστία βίας και τρομοκρατίας, που βασικά αποβλέπει στον απόλυτο έλεγχο από την κυρίαρχη εξουσία κάθε πτυχής της ζωής όλου του πληθυσμού. Μ’ αυτό τον τρόπο, οι ίδιοι οι κοινωνικά αποκλεισμένοι χρησιμοποιούνται ως «εργαλείο» επιβολής του μεγαλύτερου δυνατού κοινωνικού ελέγχου.

Τη θέση του κράτους-πρόνοιας, που καταστρέφεται από τη δαμόκλειο σπάθη του νεοφιλελευθερισμού, ιδιαίτερα στη «μνημονιακή» εκδοχή του, παίρνει το «κράτος ασφάλειας,» κράτος-φρούριο, που αποκλείει, αποτάσσει από το κοινωνικό σώμα με μεγάλη ευκολία όλα τα αποκλίνοντα από την κοινωνική νόρμα στοιχεία και την ίδια στιγμή, με την ίδια ευκολία, τα «εγκλείει» σε φυλακές, κρατητήρια, ψυχιατρεία.

Ένα στοιχείο, ενδεικτικό αυτής της τάσης, είναι η αύξηση που παρατηρείται σήμερα στις αναγκαστικές εισαγωγές (με απόφαση εισαγγελέα) στα ψυχιατρεία. Αυτή τη στιγμή στο μεγαλύτερο δημόσιο ψυχιατρείο της χώρας, το ΨΝΑ, οι αναγκαστικοί εγκλεισμοί αποτελούν περίπου το 55% των εισαγωγών. Σ’ ότι αφορά την αντιμετώπιση των νοσηλευομένων το κύριο, σχεδόν αποκλειστικό, θεραπευτικό εργαλείο, αποτελούν τα ψυχοφάρμακα, σε τεράστιες, συνήθως ποσότητες, με την συνεπικουρία των μηχανικών καθηλώσεων, που εφαρμόζονται στο 50% των ακούσιων εγκλεισμών, για την επίτευξη της επιδιωκόμενης καταστολής!

Η Ψυχιατρική επιστήμη  γίνεται αρωγός της βιοπολιτικής όχι μόνο στο επίπεδο της αντιμετώπισης των ψυχικά πασχόντων αλλά και στο επίπεδο της ψυχιατρικοποίησης κάθε δυνατής ανθρώπινης  συμπεριφοράς. «Δεν υπάρχει τελικά τίποτε στις συμπεριφορές του ανθρώπου που να μην μπορεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να διερευνηθεί ψυχιατρικά» λέει ο Φουκώ19. Τελικά μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία της «ψυχιατρικοποίησης» συμπεριφορών αλλά και κοινωνικών φαινομένων όλο και περισσότεροι άνθρωποι κατατάσσονται στους «μη κανονικούς» με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή τους.

Την ίδια στιγμή όσο ενισχύεται ο ρόλος του ψυχιατρικού θεσμού τόσο περισσότερες δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης που βρίσκονται μέσα στην κοινότητα ωθούνται στην υποβάθμιση και το κλείσιμο, λόγω των δραστικών περικοπών της κρατικής επιχορήγησης.

Οι συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση που προβλέπουν το κλείσιμο το 2015 όλων των δημόσιων ψυχιατρείων, με δεδομένη την απουσία δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας ψυχικής υγείας, θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στη δημιουργία νέων, ιδιωτικών ψυχιατρείων προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του εγκλεισμού των ψυχικά πασχόντων, που αυξάνονται. Οι ήδη έγκλειστοι αλλά και οι φτωχοί, που δεν θα είναι σε θέση να πληρώσουν τις ιδιωτικές κλινικές θα βρεθούν στους δρόμους γεμίζοντας τα παγκάκια, τις εγκαταλελειμμένες οικοδομές, ζωντανά ναυάγια της αποτυχημένης απόπειρας ψυχιατρικής μεταρρύθμισης αλλά και της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών υγείας (ετοιμάζεται ήδη στα πλαίσια της αναθεώρησης του «Ψυχαργώς»το νομοθετικό πλαίσιο της λειτουργίας από ΜΚΟ ιδιωτικών κέντρων ψυχικής υγείας και ιδιωτικών κινητών μονάδων.)

Το κλείσιμο, βέβαια, των δημόσιων ψυχιατρείων που προβλέπει το «Ψυχαργώς» μπορεί να συνδυασθεί και με την οικοδόμηση ενός συστήματος υπηρεσιών στη λογική της ασφάλειας (security- state), των λεγόμενων «ψυχιατροδικαστικών ψυχιατρείων» για τον εγκλισμό των «ακαταλόγιστων» και των χαρακτηριζόμενων ως «κοινωνικά επικινδυνων».20

Σ’ αυτά τα «υψηλής», «μέσης και «χαμηλής» ασφάλειας ψυχιατρεία, κατά το βρετανικό μοντέλο, θα αντιμετωπίζεται, όπως προτείνουν σήμερα οι συντάκτες της «αναθεώρησης» του προγράμματος «Ψυχαργώς», η παραβατικότητα που σχετίζεται με την ψυχική διαταραχή.

Υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο να βρούν  οι αρμόδιοι τρόπους για να κρατήσουν κάποια από τα μεγάλα ψυχιατρεία ανοικτά μόνο και μόνο για να ξαναβάλουν μέσα όσους ασθενείς είχαν καταφέρει να βγουν απ’ αυτά και να μεταστεγασθούν σε κάποια από τις στεγαστικές δομές (ξενώνες ή οικοτροφεία) που δημιουργήθηκαν στη βάση του ευρωπαϊκών  προγραμμάτων ψυχιατρικής μεταρρύθμισης .Αυτή βέβαια, η διατήρηση, με δεδομένες τις δραστικές περικοπές των κοινωνικών δαπανών, ισοδυναμεί με μια επιστροφή στην κατάσταση που βρίσκονταν τα ψυχιατρεία πριν κάποιες δεκαετίες, ως «αποθήκες ψυχών».

Με την βοήθεια όλων αυτών των απροκάλυπτα κατασταλτικών μηχανισμών επιδιώκεται ο ακόμα μεγαλύτερος κοινωνικός έλεγχος όλων των «αποκλινόντων» και διαφορετικών κοινωνικών στοιχείων.

Στο χώρο των τοξικομανών επίσης, η βιοπολιτική επιχειρεί,  με την αμέριστη βοήθεια του ψυχιατρικού κόσμου, να ψυχιατρικοποιήσει το κοινωνικό φαινόμενο της τοξικομανίας, ορίζοντας την ως «χρονία υποτροπιάζουσα  νόσο του εγκεφάλου» και προωθώντας ως κύριο τρόπο  αντιμετώπισης της τα υποκατάστατα. Ιδιαίτερα το τελευταίο μέτρο της πρόχειρης, έξω από τα όρια και τους κανόνες ενός οργανωμένου προγράμματος, χορήγησης υποκαταστάτων στα γενικά νοσοκομεία που βουλιάζουν κάτω από το βάρος της κρίσης του ΕΣΥ, διαμορφώνει όλους τους όρους μετατροπής των τοξικομανών σε “μαύρα πρόβατα”, αποδιοπομπαίους τράγους, στους οποίους φορτώνεται η ευθύνη για ότι κακό συμβαίνει στα νοσοκομεία, στο ιστορικό κέντρο και όπου γενικά συχνάζει αυτός ο πολύπαθος πληθυσμός βουτηγμένος μέχρι το λαιμό σε μια θάλασσα θλίψης, μοναξιάς, απελπισίας στιγματισμού και πόνου, ψυχικού και σωματικού.

Οι περικοπές κατά 50% του προϋπολογισμού του ΚΕΘΕΑ και των Κέντρων Πρόληψης του ΟΚΑΝΑ και οι μισθοί πείνας στους οποίους καταδικάζονται οι θεραπευτές του 18 άνω  σηματοδοτούν την πολιτική του στραγγαλισμού των «στεγνών» προγραμμάτων απεξάρτησης και των προγραμμάτων πρόληψης προς όφελος της συντήρησης της εξάρτησης δια μέσου των υποκαταστάτων. Χορηγώντας τις «υγρές αλυσίδες» της μεθαδόνης ή τα χάπια των άλλων υποκαταστάτων το σύστημα προσφέρει σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο νεανικό πληθυσμό ανήσυχων όσο και ευάλωτων κοινωνικών στοιχείων  ένα «χημικό μανδύα» καταστολής και κοινωνικού ελέγχου. Τα κέρδη είναι τεράστια, οικονομικά και πολιτικά. Οι εταιρείες παραγωγής υποκαταστάτων και τα κυκλώματα τους κερδίζουν αμύθητα ποσά, ενώ ταυτόχρονα σε πολιτικό επίπεδο αναπτύσσεται η ανθούσα επιχείρηση χειραγώγησης ενός ανυπότακτου και εν δυνάμει επικίνδυνου για την κυρίαρχη εξουσία πληθυσμού, που καταδικάζεται να παραμείνει στο κοινωνικό  περιθώριο, με την ταυτότητα του «χορηγούμενου» (το υποκατάστατο) μακριά από το πεδίο της ταξικής πάλης, των διεκδικήσεων και των αγώνων.

Στο επόμενο : Eστίες αντίστασης - συλλογικές δράσεις

* H Kατερίνα Mάτσα είναι η επιστημονικά υπεύθυνη στη μονάδα απεξάρτησης 18άνω. Tο κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Oυτοπία.



Νέα Προοπτική τεύχος #533# Σάββατο 15 Σεπτέμβρη 2012