Η φρίκη μιας παρωδίας

Δημήτρης Ψαρράς1

Για το βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ

Η φρίκη μιας παρωδίας

 

Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που κλήθηκα να πω δυο λόγια για ένα βιβλίο, το οποίο ασχολείται με ένα σκοτεινό αντικείμενο, κατορθώνει όμως να το αντιμετωπίσει με τον πιο φωτεινό τρόπο.

Η συμβολή του Σάββα Μιχαήλ στη διάγνωση και την αντιμετώπιση του φαινομένου Χρυσή Αυγή είναι πολύτιμη. Καταρχήν αναγνωρίζει το πρόβλημα στην ιστορικότητά του αλλά και την αυτονομία του απέναντι σε άλλες σύγχρονες αναβιώσεις ακροδεξιών πολιτικών μορφωμάτων. Ο συγγραφέας προσδιορίζει την Χρυσή Αυγή ως ναζιστική. Έτσι, νέτα σκέτα. Και έχει δίκιο. Γιατί αυτή η οργάνωση δεν είναι ούτε απλά «ακροδεξιά» ούτε «νεοφασιστική» ούτε καν «νεοναζιστική». Αυτό δεν σημαίνει –όπως γλαφυρά μας εξηγεί ο συγγραφέας- ότι έχουμε να κάνουμε με μια μηχανική επανάληψη της ιστορικής συγκυρίας του μεσοπολέμου. Αλλά από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να κοιμόμαστε ήσυχοι. Η επανάληψη μιας ιστορικής τραγωδίας ως φάρσας δεν έχει τίποτα το καθησυχαστικό, λέει ο Σάββας Μιχαήλ. Η φάρσα δεν καταργεί την τραγωδία. Η σύγκριση των συνεπειών της σημερινής κρίσης με εκείνη που προκάλεσε την αλυσίδα των φασιστικών καθεστώτων του μεσοπολέμου επιβεβαιώνει αυτή τη θέση.

Η Χρυσή Αυγή, λοιπόν, είναι απλά ναζιστική. Είναι δομημένη στο αυστηρό πρότυπο του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, του NSDAP, ενώ ο στενός ηγετικός της πυρήνας αποτελείται από φανατικούς πιστούς αυτής της «κοσμικής θρησκείας». Ακόμα και σήμερα, ένα χρόνο μετά τις εκλογές που ανέδειξαν την οργάνωση κοινοβουλευτική δύναμη δεν έχει επιβεβαιωθεί η καθησυχαστική πρόβλεψη της Αλέκας Παπαρήγα ότι μόλις μπουν στη Βουλή οι Χρυσαυγίτες θα φορέσουν γραβατούλες και ταγεράκια και θα γίνουν ακίνδυνοι.

Ο λόγος που δεν έγινε αυτό περιγράφεται στις τρεις ομιλίες που περιλαμβάνονται στον τόμο που παρουσιάζουμε απόψε. Η Χρυσή Αυγή, λέει ο Σάββας Μιχαήλ, «αποτελεί ένα νέο στοιχείο στην ευρωπαϊκή πολιτική». Δεν πρόκειται για μίμηση κομμάτων της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς που είχαν κάποιες αξιοσημείωτες εκλογικές επιτυχίες, όπως ο Χάιντερ στην Αυστρία και η δυναστεία Λεπέν στη Γαλλία. Η Χρυσή Αυγή θέριεψε την εποχή της κρίσης και έχει τα ίδια αντεπαναστατικά χαρακτηριστικά με τον ιστορικό ναζισμό. Πρώτα απ’ όλα, οι δυνάμεις κρούσης της Χρυσής Αυγής αντιγράφουν με ανατριχιαστική πιστότητα τα περιβόητα S.A. (Sturmabteilung) του χιτλερικού κινήματος ή τους σκουαντρίστι του μουσολινικού. Η βία για τους Χρυσαυγίτες, όπως και για τους ιδεολογικούς τους προγόνους, δεν είναι απλό μέσο, αλλά αυτοσκοπός, είναι το ίδιο το μήνυμα τρομοκράτησης που επιδιώκουν να διαχυθεί στην κοινωνία, προκειμένου η κρίση να μην ενεργοποιήσει τη δυναμική του επαναστατικού υποκειμένου.

Αν η βία του πεζοδρομίου είναι κοινή στο φασισμό και το ναζισμό, εκεί που αναδεικνύεται ο καθαρά ναζιστικός χαρακτήρας των εγχώριων «μεταμοντέρνων αντεπαναστατών» είναι στην υιοθέτηση της εθνικοφυλετικής θεωρίας, του ρατσισμού και του αντισημιτισμού. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα που υποτίθεται ότι αποφεύγουν να αυτοπροσδιορίζονται ως ναζιστές οι Χρυσαυγίτες, δημοσιεύουν ένα ιδεολογικό μανιφέστο, ύμνο στον εθνικοσοσιαλισμό. Στο τελευταίο κεφάλαιο του μανιφέστου διαβάζουμε την ακόλουθη σιβυλλική αναφορά: «Το εάν εμείς οι Χρυσαυγίτες είμαστε ή δεν είμαστε ‘φασίστες’, συνδέεται άμεσα με την έννοια που δίνουν στον όρο ‘φασισμός’». Και λίγο παρακάτω: «Η Χρυσή Αυγή δεν είναι κίνημα φασιστικό ή ναζιστικό. Στο επίκεντρο του φασισμού δεν είναι το έθνος-φυλή, αλλά το κράτος! Εξετάζοντας, λοιπόν, ιδεολογικά το θέμα, το κίνημά μας δεν είναι δυνατόν να έχει σχέση με τον φασισμό, ο οποίος υπήρξε μια έκφανση κυρίως του Ιταλικού κρατισμού. Εμείς, όμως, ούτε ‘κρατιστές’ είμαστε, ούτε Ιταλοί (!), όπως δεν είμαστε επίσης Γερμανοί και ναζιστές. Είμαστε υπερήφανοι για την καταγωγή μας Έλληνες Εθνικιστές! Για εμάς, στον σκληρό πυρήνα της Πίστης μας ευρίσκεται το Έθνος-Φυλή, ο Αιώνιος Ελληνισμός και όχι το κράτος και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα οι χαρακτηρισμοί φασίστες ή νεοναζί, τους οποίους μας αποδίδουν».

Για όποιον καταλαβαίνει ελληνικά, η διατύπωση είναι παραπάνω από σαφής. Η Χρυσή Αυγή παραδέχεται την εμμονή της στη θεωρία του «εθνοφυλετισμού», δηλαδή τον πυρήνα της εθνικοσοσιαλιστικής «κοσμοθεωρίας». Και ενώ αποκρούει τον φασισμό ως «κρατισμό», κάτι στο οποίο έχει δίκιο, η απόρριψη του ναζισμού γίνεται μόνο μέσω της σύνδεσης του ναζιστικού φαινομένου με τη Γερμανία. Πρόκειται για ένα παλιό σόφισμα το οποίο έχει διδάξει ο Κωνσταντίνος Πλεύρης στους μαθητές του εδώ και τρεις δεκαετίες. Ενδιαφέρουσα είναι και η λεπτομέρεια ότι η οργάνωση αποκρούει τους χαρακτηρισμούς «φασίστες» και «νεοναζί». Η επιλογή είναι προσεκτική. Δεν αναφέρονται «φασίστες» και «ναζί» ούτε «νεοφασίστες» και «νεοναζί», αλλά «φασίστες» και «νεοναζί». Φυσικά έχει δίκιο. Το ίδιο επιχείρημα είχε χρησιμοποιήσει ο Μιχαλολιάκος σε τρία εξώδικα που είχε στείλει τον Νοέμβριο του 2002 στο Βήμα, την Απογευματινή και την Ελευθεροτυπία, όταν είχε δημιουργηθεί σκάνδαλο με τη συμμετοχή τεσσάρων στελεχών της Χρυσής Αυγής στο ψηφοδέλτιο του Καρατζαφέρη για τις Νομαρχιακές εκλογές. Το εξώδικο προς την Ελευθεροτυπία αναφερόταν σε κείμενο δικό μας, του Ιού: «Σε δημοσίευμα της εφημερίδας σας, την Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2002, και συγκεκριμένα στο δημοσίευμα με τίτλο ‘Ο Αγών του’, και με υπογραφή ‘Ιός’, υπήρχαν για το νόμιμο πολιτικό κίνημα Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή, για μια ακόμη φορά, χαρακτηρισμοί που δεν μας ανήκουν. Συγκεκριμένα, υπήρχε το παρακάτω: ‘Κατά το διάστημα της προεκλογικής εκστρατείας, ο κ. Καρατζαφέρης δέχτηκε πολλές επιθέσεις, επειδή αποκαλύφθηκε ότι η ναζιστική Χρυσή Αυγή συμμετέχει με τέσσερις εκπροσώπους της στο ψηφοδέλτιό του’. Δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που συντάκτες της εφημερίδας σας αναφέρονται στη Χρυσή Αυγή με αυτόν το χαρακτηρισμό. Προς ενημέρωσίν σας και προς αποκατάστασιν της αλήθειας, σας πληροφορούμε ότι η Χρυσή Αυγή είναι ένα Κίνημα Ελληνικό και Εθνικιστικό. Προκαλούμε δε τον οιονδήποτε να βρει έστω και μία φράση της εφημερίδος μας στην οποία επίσημα εμείς να υιοθετούμε ή να αποδεχόμαστε το χαρακτηρισμό ‘νεοναζιστικό’».[1]

Όπως είδατε στο κείμενο του Ιού δεν υπήρξε η λέξη «νεοναζιστική», αλλά απλά «ναζιστική».[2] Και βέβαια κανείς «νεοναζιστής» δεν υιοθετεί για τον εαυτό του το χαρακτηρισμό αυτό. Ο όρος «νεοναζί» χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς μελετητές της Ακροδεξιάς για να περιγράψει τα ποικίλα μορφώματα νοσταλγών ή μιμητών του φασισμού και του ναζισμού που εμφανίστηκαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους συνεχιστές και όχι νοσταλγούς. Επομένως δεν τους καλύπτει το πρόθεμα «νέο». Ο συντάκτης του εξώδικου παίζει μ’ αυτή τη λεπτομέρεια, έτσι ώστε να διεκδικήσει τον αποχαρακτηρισμό της οργάνωσης, χωρίς να αποκηρύξει ανοιχτά τον εθνικοσοσιαλισμό-ναζισμό.

Ως γνήσια ναζιστική οργάνωση η Χρυσή Αυγή έχει κύριο στόχο της τους Εβραίους. Ο Σάββας Μιχαήλ αναλύει πολύ εύστοχα το περιεχόμενο της ναζιστικής θεωρίας του Υπανθρώπου και τη θέση μέσα σ’ αυτήν του αρχετυπικού Υπανθρώπου, δηλαδή του Εβραίου.

Αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, τα κείμενα που αφιερώνει σήμερα η Χρυσή Αυγή εναντίον του «αιώνιου Εβραίου», του Ewige Jude, είναι πολλαπλάσια από εκείνα που στοχεύουν τους μετανάστες. Άλλωστε στην προπαγάνδα της οργάνωσης οι μετανάστες δεν είναι παρά ενεργούμενα των παντοδύναμων Εβραίων ή του λεγόμενου «διεθνούς σιωνισμού», ο οποίος τους έστειλε στη χώρα μας για να την αλώσει εκ των έσω. Όσους θεωρεί εχθρούς της η Χρυσή Αυγή τους απονέμει τον τίτλο του Υπανθρώπου και καταγγέλλει τη σχέση τους με τους Εβραίους. Αντίθετα από άλλα μορφώματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς που μετάλλαξαν την εβραιοφοβία τους σε ισλαμοφοβία, προκειμένου να τη συνταιριάξουν με την αντιμεταναστευτική πολιτική τους προπαγάνδα, η Χρυσή Αυγή ακόμα και σήμερα είναι έτοιμη να ταυτιστεί με ισλαμικά καθεστώτα ή κινήματα. Λατρεύει τον Αχμαντινετζάντ, δηλώνει ότι μιμείται τη Χεζμπολάχ και εκδίδει μανιφέστο, στο οποίο το Ισλάμ αναφέρεται ως η μόνη ανάσχεση του απόλυτου κακού, δηλαδή του Εβραίου υπανθρώπου.

«Στον σημερινό κόσμο το Ισλάμ παραμένει η μόνη σημαντική δύναμη που εκδηλώνει σήμερα μια γενναία τοπική ένοπλη αντίσταση ενάντια στη σιωνιστική καταδυνάστευση των Αγίων Τόπων. Μ’ αυτόν τον τρόπο το Ισλάμ αποτελεί κεντρική παράμετρο στις διεθνείς σχέσεις κι αυτή η βαρύνουσα σημασία του μπορεί μόνο ν’ αυξάνεται, καθώς το Ισραήλ θα συνεχίσει ν’ ακολουθεί αδυσώπητα την πραγματοποίηση του μεσσιανικού πεπρωμένου του, μάλιστα με μιαν ανεμελιά που προκαλεί και την ηθική και την κοινή λογική. Το Ισλάμ από την πλευρά του διαθέτει ένα επαρκές κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο ερμηνείας του σημερινού παράδοξου κόσμου κι επίσης είναι πεπεισμένο ότι επέρχεται ένας αυριανός ιουδαιοκρατούμενος, πιο φρικιαστικός, άνομος κι απαίσιος κόσμος. Γι’ αυτό θα επιμείνει μέχρι το τέλος.

Στα ιερά μετακορανικά ισλαμικά κείμενα είναι ανεξίτηλα χαραγμένη η μέχρις εσχάτων αντίθεση Ισλάμ και Ιουδαϊσμού, πέρα από τους εκάστοτε εξωραϊσμούς των μετριοπαθών: Απλά εκδώστε διαταγές για να φονευθεί κάθε Ιουδαίος στη χώρα».[3]

Μια από τις καθόλου ευκαταφρόνητες αρετές της ανάλυσης του Σάββα Μιχαήλ είναι η παράθεση και ο σχολιασμός κειμένων που δεν είναι και τόσο του συρμού. Ξεχωρίζω την ειδική αναφορά στον Άρτουρ Ρόζενμπεργκ και την ανάλυσή του για τα προδρομικά φαινόμενα στην τσαρική Ρωσία με τις περιβόητες Μαύρες Εκατονταρχίες. Η περιγραφή των αντισημιτικών πογκρόμ και η διαπλοκή αυτών των πρωτοφασιστικών μορφών οργάνωσης της αντεπανάστασης έχει πολλά να μας πει για τη δημοφιλία της αντιμεταναστευτικής βίας σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού.[4]

Πολύ σημαντική θεωρώ και την ανάλυση για την απαγόρευση του πένθους σε όλη τη μετεμφυλιοπολεμική-μεταπολεμική περίοδο από τους νικητές αλλά και από τους υπαίτιους της ήττας. «Νικητές και ηττημένοι», λέει ο Σάββας Μιχαήλ, «ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ουσιαστικά έκρυψαν τους νεκρούς σε μια Κρύπτη, από όπου κατά καιρούς έβγαιναν τα φαντάσματά τους». Την εικόνα αυτή συναντήσαμε στους «Κυνηγούς» του Θόδωρου Αγγελόπουλου με την πανικόβλητη αντίδραση της σύγχρονης αστικής τάξης στην ανακάλυψη του διατηρημένου στον πάγο νεκρού σώματος ενός μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού. Τώρα από την Κρύπτη που ανοίγει ξεχύνονται με τη μορφή της Χρυσής Αυγής οι επίγονοι των δωσίλογων και των ταγματασφαλιτών, προκαλώντας το πάγωμα όλης της κοινωνίας και την τραυματική ανάμνηση της χαμένης επανάστασης που είχε επί δεκαετίες απωθηθεί.

Εξαιρετικά εύστοχη θεωρώ και την αντιστροφή της υποτιθέμενης αρχαιολατρίας της ναζιστικής οργάνωσης. Πολύ ορθά λέει ο συγγραφέας ότι μάλλον «μισελληνισμός» είναι ο χαρακτηρισμός που τους ταιριάζει. Μελετώντας τα έντυπα και τον ιστότοπό τους είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η σχέση τους με την Αρχαία Ελλάδα διαμεσολαβείται από τους θεωρητικούς και τους καλλιτέχνες του Τρίτου Ράιχ. Ακόμα και όταν χρειάζεται να κοσμήσουν τα κείμενά τους με κάποιο έργο τέχνης, καταφεύγουν στον Άρνο Μπρέκερ ή στον Γιόζεφ Τόρακ, τους δυο επίσημους προσωπικούς γλύπτες του Χίτλερ. Η συχνή αναφορά, λοιπόν, της οργάνωσης στην Αρχαία Ελλάδα συνδέεται με απόλυτη διαστροφή της κλασικής παράδοσης, όπως διαπιστώσαμε και με την περίπτωση της σπαρτιάτικης Κρυπτείας, την οποία αντιγράφουν τα Τάγματα Εφόδου της οργάνωσης, αναγορεύοντας τους μετανάστες σε σύγχρονους Είλωτες.

Κλείνοντας, δεν θα ήθελα να αποφύγω μια αναφορά και σε ένα σημείο του βιβλίου για το οποίο κρατώ τις επιφυλάξεις μου. Πρόκειται για το απόσπασμα από την τρίτη ομιλία, στο οποίο ο συγγραφέας κατακρίνει τον «άκριτο μικροαστικό δημοκρατισμό», από τον οποίο πάσχει η Αριστερά, με αποτέλεσμα να αναζητεί κάθε είδους ενδυνάμει ολέθριες «αντιφασιστικές» συμμαχίες, πέρα από πολιτικές-ταξικές διαχωριστικές γραμμές, με τις δυνάμεις του λεγόμενου συνταγματικού τόξου. Ως παράδειγμα ο Σάββας Μιχαήλ αναφέρει τη γνωστή πρόταση του Ευάγγελου Βενιζέλου για τη νομοθετική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής. Στην ομιλία αναφέρεται ότι κάτι τέτοιο, όπως έχει δείξει το προηγούμενο τέτοιων υποκριτικών νομοθεσιών στο παρελθόν (λ.χ. στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία) και με κάλυψη την επαίσχυντη «θεωρία των δύο άκρων» τέτοιου είδους θεσπισμένες απαγορεύσεις στράφηκαν κατά αριστερών και κομμουνιστικών οργανώσεων και κομμάτων, ενώ έμειναν στο απυρόβλητο οι ακροδεξιές και φασιστικές κινήσεις.

Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχουμε το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα. Η Δεξιά και η Ακροδεξιά είναι αυτές που αντιδρούν σε κάθε νομοθετική περιστολή της δράσης των ναζιστών, στο όνομα της ελευθερίας του λόγου. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ αναγνωρίζει αυτή την αναγκαιότητα διστάζει να προχωρήσει σήμερα σε κάτι τέτοιο και παραπέμπει την ψήφιση ενός αντιρατσιστικού νομοσχεδίου στη βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές, προφανώς υπό την πολιτική ηγεμονία της Αριστεράς. Ο φόβος της Αριστεράς είναι ότι αν συμφωνήσει σε κάποιο νομοσχέδιο που ψηφιστεί από τα κόμματα της συγκυβέρνησης θα μολυνθεί η αντιμνημονιακή της στρατηγική. Και παραβλέπει ότι όπως είδαμε με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο τουλάχιστον τα δύο κόμματα που το υποστηρίζουν στην πραγματικότητα απαρνήθηκαν τη «θεωρία των δύο άκρων», την οποία ορθά αποκαλεί «επαίσχυντη» ο Σάββας Μιχαήλ.

Για να γίνω κάπως προκλητικός, θεωρώ άστοχη ακόμα και την απόρριψη της αρχικής πρότασης του Βαγγέλη Βενιζέλου, ο οποίος μπορεί να είναι «πρωταγωνιστής των Μνημονίων», αλλά εισηγήθηκε πριν από μήνες ένα συγκροτημένο πλαίσιο αντιμετώπισης της Χρυσής Αυγής. Αυτό που δεν κατανόησε από τότε η Αριστερά είναι ότι αν δεν αποτασσόταν με τόση βδελυγμία την πρόταση του ΠΑΣΟΚ –όσο καιροσκοπική κι αν ήταν- θα είχε από τότε δημιουργηθεί το ενδοκυβερνητικό ρήγμα που βλέπουμε τώρα με το αντιρατσιστικό. Γιατί ο Βενιζέλος είχε ρητά αποκρούσει τη θεωρία των δύο άκρων κατά τη συνέντευξή του περί Χρυσής Αυγής. Νομίζω ότι με τη σημερινή της στάση απέναντι στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δίνει μια διέξοδο σ’ αυτό το πρόβλημα. Είναι καιρός. Γιατί ο αντιμνημονιακός αγώνας δεν μπορεί να είναι παρά και αντιναζιστικός. Και το αντίστροφο. Αλλιώς, θα γίνουμε όλοι Καμμένοι.

Locomotiva, 29.5.2013

1. O Δημήτρης Ψαρράς είναι μέλος της συντακτικής ομάδας Iός, δημοσιογράφος στην Eλευθεροτυπία παλιότερα και τώρα στην Eφημερίδα των Συντακτών



[1] «Η Χρυσή Αυγή διευκρινίζει…», Ελευθεροτυπία, 3.11.2002.

[2] Ιός, «Γιώργος Καρατζαφέρης. Ο Αγών του!», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 20.10.2002.

[3] Γ. Λύκος, Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα, εκδ. Διοτίμα, Αθήνα 2013, σ. 22.

[4] Arthur Rosenberg, «Der Faschismus als Massenbewegung. Sein Anfang und seine Zersetzung», στο Wolfgang Abendroth (επιμ.), Faschismus und Kapitalismus, Basis, Europäische Verlagsanstalt, Φρανκφούρτη 1967, σ. 75-141.


Νέα Προοπτική τεύχος#551# Κυριακή 16 Ιουνίου 2013