ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΟ 8ο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ CAMPING ΤΟΥ ΕΕΚ: Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Εισαγωγή:

Ένα χρόνο πριν, όσο βρισκόμασταν ακόμα στο αντίστοιχο camping του ΕΕΚ, είχε φτάσει τότε η είδηση από την Αθήνα, για τη λήξη του αγώνα στη Χαλυβουργία, μετά από 9 μήνες απεργία διαρκείας. Είχαμε πει τότε σωστά,  και πριν καν επιστρέψουμε, πως με τον αγώνα στη Χαλυβουργία δεν κλείνει αλλά ανοίγει ένας νέος κύκλος μεγάλων ταξικών συγκρούσεων. Ένα χρόνο μετά, οι αιτίες που πυροδότησαν εκείνη τη γιγάντια μάχη όχι απλά είναι ακόμα παρούσες αλλά είναι ανεβασμένες σ’ ένα ανώτερο επίπεδο.

Αυτό το οποίο συντελείται με τη μια ή την άλλη μορφή και βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων στη ταξική πάλη, είναι μια χωρίς προηγούμενο -για μη εμπόλεμη περίοδο- καταστροφή της εργατικής τάξης. Μια καταστροφή της εργατικής τάξης που δεν πηγάζει φυσικά μέσα από κάποια στρατηγική της άρχουσας τάξης, με σκοπό να μας εξαθλιώσουν και να μας εκμεταλλευτούν πιο σκληρά – κάτι το οποίο συμβαίνει ούτως ή άλλως μέσα στη κρίση- αλλά αντανακλά την ίδια την παρακμή του συστήματος που, μέσα σε αυτή τη δίνη της χειρότερης κρίσης της Ιστορίας του, καταστρέφει τεράστιους όγκους κεφαλαίων και εργαζομένων, καταστρέφοντας έτσι τη μοναδική πραγματική πηγή αξίας για τον ίδιο και πριονίζοντας ουσιαστικά τα ίδια του τα πόδια.

Ύφεση και καταστροφή της Εργασίας:

Η ύφεση που κυριαρχεί διεθνώς, και μέσα στην ίδια την Ευρωζώνη αγκάλιασε ακόμα και χώρες όπως η Γαλλία και συνέτριψε μεγάλες εξαγωγικές οικονομίες όπως η Ιταλία, με μια πτώση της βιομηχανικής παραγωγής να καταγράφεται ακόμα και στη Γερμανία, κάτι που στην Ελλάδα μεταφράζεται σε μια ραγδαία αποβιομηχάνιση που έχει ερημώσει κυριολεκτικά ολόκληρες περιοχές όπως στο Βόλο ή στην Εύβοια, έχουν αποσαρθρώσει εντελώς τη παραγωγική βάση της κοινωνίας, μπλοκάροντας την ίδια την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Παρά την όλη φιλολογία περί μιας ανάπτυξης που μονίμως έρχεται, τελικά καταλήγουμε οι γιγάντιοι όγκοι κεφαλαίων που έπεσαν τα τελευταία χρόνια στην οικονομία για να την αναθερμάνουν, να διοχετεύονται προς αναζήτηση κερδών ξανά και ξανά σε χρηματοπιστωτικά παιχνίδια, δημιουργώντας έτσι νέες και πιο εκρηκτικές φούσκες, την στιγμή που ο παραγωγικός τομέας καταποντίζεται και διαλύεται.

Αυτή η συνθήκη είναι γεγονός πως έχει φέρει κομμάτια της εργατικής τάξης στην Ελλάδα σε μια κατάσταση αμηχανίας. Τα μαζικά λουκέτα στις επιχειρήσεις και στα εργοστάσια, αιφνιδιαστικά κλεισίματα οργανισμών όπως στην ΕΡΤ, ο ορυμαγδός που συντελείται στο Δημόσιο με τη κινητικότητα, ιδιωτικοποιήσεις και μαζικές απολύσεις, βιώνονται συχνά ως μια συντριβή της εργατικής τάξης κι ως μια ήττα χωρίς τελειωμό, αντί να αντιμετωπιστούν ως αυτό που πραγματικά είναι: δηλαδή, η ιστορική αδυναμία, και όχι απλά η απροθυμία της αστικής τάξης, να διατηρήσει την κοινωνική ομαλότητα παρέχοντας στην εργατική τάξη τα απαραίτητα για να μπορέσει να συντηρηθεί και να αναπαραχθεί.

Ανεργία, ελαστικές σχέσεις, όξυνση της εκμετάλλευσης:

Κυρίαρχη και πιο οδυνηρή μορφή αυτής της καταστροφικής διαδικασίας για την εργατική τάξη είναι βέβαια το ζήτημα της ανεργίας, με τα επίσημα στοιχεία να μιλούν για πέραν των 200.000.000 ανέργων παγκοσμίως, με την Ευρωζώνη να έχει ξεπεράσει το 12%, πλήττοντας κυρίως νέους και γυναίκες, και την Ελλάδα να προσεγγίζει το 30% με 2.000.000 ανέργους, χωρίς καμιά προνοιακή πολιτική αλλά και οικογενειακή στήριξη, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες περιόδους.

Φυσικά, όταν λέμε ότι οι άνεργοι είναι το 30% του εργατικού δυναμικού, δεν σημαίνει ότι το υπόλοιπο 70% είναι εργαζόμενοι, όταν για παράδειγμα η φετινή έκδοση της Επιθεώρησης Εργασίας με τα στοιχεία για το 2012, και με τη κατάσταση το 2013 να είναι εμφανώς επιδεινωμένη, λέει πως 1 στους 2 εργαζόμενους απασχολείται με ελαστικές σχέσεις εργασίας, μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασίας κλπ., οι οποίες έχουν κυριολεκτικά εισβάλει σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο εργασίας, κατά μία έννοια εξισώνοντας τα διαφορετικά στρώματα εργαζομένων στο κατώτατο επίπεδο της φτώχειας και της οριακής επιβίωσης. Πάνω σε αυτή τη βάση κι έχοντας καταργηθεί οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, έχοντας καταργηθεί κάθε νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που εξασφάλιζε κάποια εργασιακά δικαιώματα και που συγκρατούσε την αξία της εργατικής δύναμης, επιδοτώντας για παράδειγμα τη μόρφωση και την εξειδίκευση, προωθούνται μορφές απασχόλησης στο όνομα της καταπολέμησης της ανεργίας, όπως για παράδειγμα τα κοινωφελή προγράμματα, που βάζουν το άνεργο δυναμικό κάτω από τη πιο σκληρή εκμετάλλευση, δημιουργώντας «ωφελούμενους»-σκλάβους κάτω από τους χειρότερους όρους εργασίας. Αυτά φυσικά δεν είναι ελληνικά φαινόμενα ή ελληνική πρωτοτυπία. Τα λεγόμενα mini jobs για τα οποία γίνεται συζήτηση το τελευταίο διάστημα είναι μορφές βάρβαρης εκμετάλλευσης που έχουν λανσαριστεί από την «κραταιά» Γερμανία από τις αρχές του 2000 ακόμα, συγκρατώντας έτσι τεχνητά τα ποσοστά της ανεργίας σε χαμηλό επίπεδο, αλλά που τώρα μέσα στη κρίση που χτυπά και τον πυρήνα της Ευρώπης, έχουν πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, φτάνοντας να αφορούν περί τα 8.000.000 Γερμανών εργατών που δουλεύουν με 350 ευρώ το μήνα. Φυσικά, το πράγμα δεν τελειώνει εκεί, ως εργαζόμενοι προσμετρούνται, σύμφωνα με τις αστικές μελέτες, κι όσοι είναι στα λεγόμενα 1 euro jobs, θέσεις εργασίας δηλαδή που φτάνουν μέχρι τις 30 ώρες τη βδομάδα όποτε θελήσει το αφεντικό και πληρώνονται με 1 ευρώ την ώρα, μάξιμουμ δηλαδή 30 ευρώ τη βδομάδα. Ή επινοούνται ακόμη και πιο ευφάνταστοι τρόποι εκμετάλλευσης, δουλειές χωρίς καθόλου μισθό, πάλι στη Γερμανία αλλά και στις ΗΠΑ, όπου για να διευκολύνεται η κίνηση στα ταμεία των super-market, προσλαμβάνονται άνεργοι για να βάζουν τα ψώνια σε σακούλες και ο μισθός τους είναι ό,τι δεήσει να τους φιλοδωρήσει ο πελάτης, χωρίς ούτε ένα ευρώ από τον εργοδότη. Τα αναφέρω αυτά διότι αυτά εννοούν όταν μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης και για νέες θέσεις εργασίας οι κυβερνώντες και δεν θα πρέπει να έχουμε καμιά αυταπάτη περί αυτού, ότι μπορούμε μέσα σε ένα διαλυόμενο καπιταλισμό να γυρίσουμε σε παλιές σχέσεις κι όρους εργασίας και να έχουμε αξιοπρεπείς δουλειές.

Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγουν ακόμα πιο επικίνδυνες κι εφιαλτικές τάσεις και προτάσεις γύρω από το ζήτημα της ανεργίας, όπως το «Ουγγρικό Σχέδιο Εργασίας» που λάνσαρε το 2011 το κυβερνών κόμμα Fidesz, κι αφορούσε σε 300.000 ανέργους μέχρι το 2013, σε πρώτη φάση, που πρέπει να ζουν σε τροχόσπιτα εντός στρατοπέδων εργασίας, επιτηρούμενοι από συνταξιούχους αστυνομικούς, δουλεύοντας σε δημόσια έργα σε κάθε γωνιά της χώρας, με μισθό 100 με 170 ευρώ το μήνα. Πρόταση την οποία μέσα στο 2013 επανέλαβε και για εμάς κι ο Πέτρος Δούκας, με το περίφημο «Μανιφέστο προτάσεων για ένα ελληνικό New Deal», όπου πρότεινε ένα πρόγραμμα δωρεάν εργασίας των ανέργων με «ταξιαρχίες εργασίας», όπως ο ίδιος ανατριχιαστικά τις ονόμαζε, όπου «όλοι οι άνεργοι θα κληθούν να δουλέψουν όπου τους χρειάζεται η Πολιτεία». Κατά μία έννοια, δεν νομίζω ότι είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι οι αστικές τάξεις των δύο χωρών που έχουν τέτοιες βλέψεις για την εργατική τάξη, μέσα στη παρακμή τους, είναι κι αυτές που ενισχύουν πιο ανοιχτά και απροκάλυπτα το χαρτί του φασισμού.

Εργατικοί αγώνες και γραφειοκρατία:

Όλα αυτά φυσικά διαμορφώνουν ένα σκηνικό που εν πρώτοις σε κάποιους φαίνεται πολύ σκοτεινό και μαύρο, και οδηγεί ακόμα και τμήματα της Αριστεράς να πέφτουν στη μιζέρια και στη παθητικότητα. Φέτος, ειδικά με την υποχώρηση των συνεχών γενικών απεργιών, ακούσαμε πάρα πολύ πως ζούμε κάτω από το καθεστώς μιας συνεχούς επίθεσης και «μας έχουν πάρει φαλάγγι», «χάνουμε το ένα κεκτημένο μετά το άλλο χωρίς να έχουμε περιθώρια αντίδρασης», «ο κόσμος κοιμάται». Χωρίς να είναι ψέματα τα δεινά που βιώνουμε, την ίδια στιγμή θα πρέπει να δούμε το επαναστατικό στοιχείο που εμπεριέχεται μέσα στη καταστροφή που βιώνουμε. Το γεγονός δηλαδή, ότι ο καπιταλισμός, εξαναγκάζει τους εργάτες αν θέλουν να ζήσουν να γίνουν από δυνητικοί νεκροθάφτες του, να γίνουν οι πραγματικοί νεκροθάφτες του.

Και είναι γεγονός ότι σε ολόκληρο τον πλανήτη αυτή τη στιγμή υπάρχει μια αλματώδης ανάπτυξη της δραστηριότητας της εργατικής τάξης, είτε μιλάμε για τη συνεχιζόμενη Αραβική Επανάσταση που στην Αίγυπτο κατέβασε στους δρόμους τη μεγαλύτερη διαδήλωση στην Ιστορία ενάντια στη κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων, είτε μιλάμε για εξεγέρσεις σε κάθε γωνιά της Γης, όπως στη Τουρκία, στη Βραζιλία, στη Σουηδία, αλλά και για γενικές απεργίες και μεγάλους εργατικούς αγώνες στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

Στην Ελλάδα, φέτος είχαμε μια κάμψη στις μεγάλες και συνεχείς γενικές απεργίες ή σε διαδηλώσεις σαν της 12/2, την ίδια στιγμή όμως, από την ίδια την κρίση ξεπήδησαν αγώνες που η σημασία τους ξεπέρασε κατά πολύ και τον αρχικό χαρακτήρα τους αλλά ακόμα-ακόμα και τις προθέσεις αυτών που βρέθηκαν στην ηγεσία τους, κι οι οποίοι αγώνες φόβισαν και κλόνισαν το αστικό καθεστώς και τη κυβέρνηση ανεπανόρθωτα.

Αγώνες όπως αυτοί των ΜΜΜ για τη μετενέργεια, των καθηγητών για τις υποχρεωτικές μεταθέσεις ή της ΕΡΤ για το κλείσιμο της, έδειξαν πως στη σημερινή εποχή των αιφνίδιων μνημονιακών καταστροφών, οι αγώνες που πυροδοτούνται έστω κι αν γεννιούνται πάνω σε μια υποτιθέμενα κλαδική βάση παίρνουν αντικειμενικά πολιτικό χαρακτήρα συσπείρωσης χιλιάδων εργαζομένων κι αναμέτρησης με το ίδιο το μνημόνιο και τη κυβέρνηση. Το «καθάρισμα» χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων που θέλουν να επιβάλλουν κατ’ εντολή της Τρόικας διαμέσου της κινητικότητας, δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με όλ’ αυτά τα στρώματα των εργαζομένων, με όλα τα πιθανά μέσα. Κι αυτή ακριβώς η αδυναμία της αστικής τάξης να κάνει και την πιο μικρή παραχώρηση αυτή τη περίοδο, είναι που από την μια ωθεί σε ολομέτωπους αγώνες όλο και περισσότερα τμήματα εργαζομένων, τμήματα που μέχρι πρότινος μπορεί να μην είχαν καμιά αγωνιστική εμπειρία, και από την άλλη, αναγκάζει την κυβέρνηση και ένα κράτος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, να διολισθαίνει διαρκώς σε ένα αυταρχισμό χωρίς τέλος, αντιμετωπίζοντας πλέον κάθε εργατικό αγώνα με καταστολή, με επιστρατεύσεις, με απαγορεύσεις απεργιών κλπ.

Όμως, αυτό το οποίο φάνηκε, ιδιαίτερα έντονα στα ΜΜΜ και στους καθηγητές, είναι ότι ακόμα και το ακραίο μέσο της πολιτικής επιστράτευσης το οποίο χρησιμοποιήθηκε τη στιγμή που αυτοί οι αγώνες απειλούσαν να πάρουν διαστάσεις ανεξέλεγκτες, δεν στάθηκαν ικανοί να ανακόψουν την ανάπτυξη αυτής της ταξικής δράσης πέρα κι από τα όρια της νομιμότητας. Φυσικά όμως, η διάθεση της εργατικής τάξης από μόνη της δεν αρκεί.

Το πρόβλημα της εποχής που δεν περιορίζεται μόνο στους παραπάνω αγώνες αλλά είναι συνολικότερο, είναι πρόβλημα ηγεσίας, με μια εργατική τάξη η οποία θέλει να αγωνιστεί, αλλά ακόμα δεν έχει βρει την ανεξάρτητη έκφραση της κι ακόμα εξαρτάται από γραφειοκρατίες των οποίων τα δεσμά δεν έχει καταφέρει να σπάσει.

Μια συνδικαλιστική γραφειοκρατία που παρά τη κρίση της, που φέτος οδήγησε σε φαινόμενα όπως το διαμελισμό της ΠΑΣΚΕ και δημιουργία νέων σχημάτων όπως το ΕΜΕΙΣ, παρ’ όλ’ αυτά μπορεί και κυριαρχεί ακόμα στο ανώτατο επίπεδο, όπως έδειξαν κι οι φετινές εκλογές στη ΓΣΕΕ, και μπορεί ακόμα και ελέγχει τον μηχανισμό των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Είναι γεγονός ότι η συνδικαλιστική γραφειοκρατία στην Ελλάδα, μεταπολιτευτικά έγινε ένας πράκτορας της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο εργατικό κίνημα, με κυρίαρχες δυνάμεις τις ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ. Και είναι γεγονός, ότι ταυτιζόμενη με χίλιους δυο δεσμούς με την κυβέρνηση και με τα εκάστοτε συμφέροντα, η γραφειοκρατία είναι απόλυτα εχθρική ενάντια στους αγώνες και τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα όταν αυτοί απειλούν να πάρουν μια πολιτική μορφή και να γίνουν μη ελεγχόμενοι. Την ίδια στιγμή όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το έδαφος πάνω στο οποίο γεννιέται κι αναπτύσσεται η γραφειοκρατία εξακολουθεί να είναι το εργατικό κίνημα και χωρίς αυτό και χωρίς ένα πλαίσιο το οποίο το προστατεύει έστω στοιχειωδώς παύει ο λόγος ύπαρξης και της ίδιας. Οι καταστροφές τις οποίες υφίσταται αυτή τη στιγμή η εργατική τάξη, πλήττουν σε ένα βαθμό και την ίδια την γραφειοκρατία.

Για παράδειγμα, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων ήταν ένα σοκ και για τη γραφειοκρατία διότι έφυγε από τα χέρια της ένα μεγάλο κομμάτι από το διαπραγματευτικό και διαμεσολαβητικό της ρόλος, ανάμεσα σε εργάτες κι αφεντικά.

Αλλά αυτό το οποίο θα πρέπει εδώ να τονίσουμε, είναι πως είναι τέτοια η δυναμική της κρίσης και των κατακλυσμιαίων μεταβολών που αφορούν σήμερα την εργασία, που αυτό που απειλείται δεν είναι απλά τα συμφέροντα ή τα προνόμια του κάθε γραφειοκράτη, αλλά η ύπαρξη της γραφειοκρατίας σαν ιδιαίτερο στρώμα, της οποίας ολόκληρα τμήματα εν μια νυκτί εξαφανίζονται.

Διότι για παράδειγμα, είναι γεγονός ότι με την απόφαση για κλείσιμο της ΕΡΤ, μαζί με τις 2600 απολύσεις εργαζομένων, ουσιαστικά μιλάμε για μια ακαριαία κατάργηση της ΠΟΣΠΕΡΤ. Και δεν μιλάμε για μια οποιαδήποτε Ομοσπονδία, μιλάμε για μια Ομοσπονδία η οποία λόγω του αντικειμένου της βρισκόταν σε διαρκή διάλογο και αλισβερίσι με τις διορισμένες διοικήσεις και με τις αστικές κυβερνήσεις. Εφόσον λοιπόν και η ίδια εν μια νυκτί καταργείται, αναγκάστηκε χωρίς καν να το θέλει να σύρθηκε σε ένα αγώνα ο οποίος κλόνισε ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση προκαλώντας τη διάσπαση της με τη φυγή Κουβέλη και ουσιαστικά την ανατροπή της τρικομματικής μορφής της. Και είναι τέτοια η δυναμική της κρίσης που γιγαντώνει τα αδιέξοδα και των δύο πλευρών, που ακόμα και σήμερα και παρά την αποδυνάμωση του αγώνα, 1,5 μήνα μετά παραμένει κατειλημμένο το Ραδιομέγαρο. Όχι φυσικά επειδή οι γραφειοκράτες έγιναν επαναστάτες, αλλά επειδή δεν έχουν και οι ίδιοι περιθώριο να πάνε ούτε βήμα πίσω, γιατί ακόμα και τα περιθώρια συνδιαλλαγής τους με την εξουσία έχουν στενέψει επικίνδυνα, και γιατί η επίθεση στο εργατικό κίνημα πλήττει και τους ίδιους πλέον σαν ιδιαίτερο παρασιτικό στρώμα μέσα στο εργατικό κίνημα.

Φυσικά, μέσα από την ίδια αυτή καταστροφική δυναμική της εποχής ωθούνται μέσα στους αγώνες και στρώματα εργαζομένων τα οποία μέχρι πρότινος ήταν ανενεργά και εν πολλοίς ήταν και συντηρητικά. Γιατί πέρα από το τι λένε οι Πρετεντέρηδες, οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ ήταν σε ένα μεγάλο βαθμό δέσμιοι ρουσφετιών και κομματικών συνδιαλλαγών. Και τώρα, είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να μπαίνουν μαζικά μέσα στους αγώνες με ό,τι κι αν έχουν στο κεφάλι τους κι όσο αμαρτωλό κι αν είναι το παρελθόν τους.

Αυτά είναι στοιχεία τα οποία θα πρέπει να προσέξουμε γιατί ιδιαίτερα από εδώ και μπρος, δεν θα υπάρχουν αγώνες ιδεολογικά καθαροί και ηθικά άσπιλοι, κι ούτε θα επιλέγουμε κάθε φορά με ποιόν θα μας φέρνει η ζωή να αγωνιστούμε δίπλα δίπλα. Μια «ξερή» καταγγελία της γραφειοκρατίας απ’ έξω, αλλά και των εργαζόμενων ως «βολεμένων» οι οποίοι όμως εκείνη τη στιγμή προσπαθούν να σπάσουν με το παλιό τους εαυτό, μπορεί να γεννήσει τέρατα όπως αυτό που συνέβη με τον αγώνα της ΕΡΤ, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε μια συνέλευση αλληλέγγυων στο προαύλιο της ΕΡΤ η οποία νοιαζόταν μόνο για το πώς θα έχει πρόσβαση στη Ροή Προγράμματος, και κατά τ’ άλλα αδιαφορούσε επιδεικτικά και για τους εργαζόμενους και για το τι συνέβαινε μέσα στις συνελεύσεις τους και για το πώς θα προχωρούσε ο αγώνας.

Φυσικά τα παραπάνω παραδείγματα, δεν σημαίνουν επ’ ουδενί ότι μπορούμε να δείχνουμε οποιαδήποτε εμπιστοσύνη στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, και πως πρέπει ν’ αλλάξει η στάση μας απέναντι σε αυτή. Γιατί την ίδια στιγμή στην ΕΡΤ φάνηκαν και τα πολύ στενά όρια της γραφειοκρατίας, στη δομή της και στο περιεχόμενο της, τα οποία πρέπει να ξεπεράσουμε, είτε μιλάμε για την ΠΟΣΠΕΡΤ, είτε μιλάμε για την ΕΣΗΕΑ και την προκλητική άρνηση της να οργανώσει την απεργία και έτσι να την οδηγήσει στη νίκη.

Η Αριστερά μέσα στους αγώνες:

Φυσικά, η γραφειοκρατία και οι γραφειοκρατικές τακτικές δεν εξαντλούνται στις ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ. Για να επανέλθουμε στο ζήτημα των μεγάλων αγώνων της χρονιάς και της ανυποχώρητης στάσης των εργατών, είναι χαρακτηριστικό ότι τελικά χρειάστηκαν επεμβάσεις εκ των έσω για να υπάρξει υποχώρηση. Και το βασικό γνώρισμα αυτών των επεμβάσεων ήταν πως δεν προέρχονταν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, τύπου ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ, που είναι αναμενομένη λίγο ως πολύ η στάση τους, αλλά από δυνάμεις που στηρίζονται από την Αριστερά. Αλλά σε κάθε περίπτωση, η συνδικαλιστική πρακτική αντανακλά και τα γενικότερα πολιτικά σχέδια της κάθε αριστερής δύναμης:

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει καθυποτάξει πλήρως τη συνδικαλιστική του δραστηριότητα στα κυβερνητικά του σχέδια, που είναι έτσι κι αλλιώς σχέδια μιας συνεχούς ενσωμάτωσης στο καθεστώς των μνημονίων και των συμφερόντων της αστικής τάξης. Προσπαθεί να αναρριχηθεί στην ηγεσία του εργατικού κινήματος υποτιθέμενα αλλάζοντας τον μηχανισμό από τα μέσα, μεταχειριζόμενος όλα τα παρωχημένα τερτίπια της ΠΑΣΚίτικης γραφειοκρατίας, ενώ συχνά συμπράττει και με κάθε απαξιωμένο εργατοπατέρα που αποσκίρτησε από το ΠΑΣΟΚ. Από την όλη του συμμετοχή στους αγώνες, φαίνεται πως την στιγμή που η εργατική τάξη χρειάζεται μια ηγετική δύναμη που θα φέρει τη σύγκρουση στα άκρα, αυτός νοιάζεται μόνο για να καθυποτάξει κάθε ανεξάρτητη φωνή στα σχέδια του που είναι σχέδια υποταγής στην αστική νομιμότητα, γι’ αυτό κι είναι από τους πρώτους που βιάζεται να σφυρίξει υποχώρηση όταν ένας αγώνας απειλεί να βάλει φωτιά. Στους καθηγητές, όταν οι ΕΛΜΕ σε όλη την Ελλάδα παίρνουν αποφάσεις απεργίας ενάντια στην επιστράτευση και με την απειλή της απόλυσης τους να επικρέμεται, χρειάστηκε το συνδικαλιστικό πραξικόπημα των συνδικαλιστικών και πολιτικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στο Τιτάνια για να μην ξεκινήσει η απεργία ποτέ. Ή και η βιασύνη του εξ αρχής να λήξει ο αγώνας στην ΕΡΤ αλλά και η απεργία αλληλεγγύης της ΕΣΗΕΑ την οποία τελικά οδήγησε σε τερματισμό.

Το ΚΚΕ παραμένει πιστό στη συνήθη τακτική του της απομόνωσης όποιου δεν ελέγχει και διάσπασης της εργατικής τάξης. Μέσα στη χρονιά η ανάδειξη ενός γραφειοκράτη «του σωλήνα» σε Γ.Γ. πλήρως ελεγχόμενο από την ηγετική ομάδα, για την αντιμετώπιση της εσωτερικής του κρίσης, συνδυάστηκε τελευταία με μια ακόμα μεγαλύτερη συντηρητικοποίηση ή ακόμα κι αντιδραστική στάση όταν μυρίζει μπαρούτι, όπως στην εναντίωση στην απεργία της ΟΛΜΕ, ή ακόμα και στη σύμπραξη του με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία με την απεργοσπαστική κήρυξη απεργίας της ΑΔΕΔΥ σε άσχετο χρόνο, μετά από δική του πρόταση, για την οποία η εργατική τάξη τους γύρισε τη πλάτη ως απεργοσπαστική πράξη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την στάση του στον αγώνα των ναυτεργατών, όταν υποχώρησε και δεν οργάνωσε καμιά απάντηση στην επιστράτευση, την στιγμή που οι εργάτες αρνιόντουσαν να μπουν στα καράβια, παρά καλούσε σε πορείες μέσα στο Πειραιά για να σπάσει η περιφρούρηση.

Τέλος, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μέσω του Συντονισμού, προσπαθεί να χτίσει κίνημα από τα πάνω, μέσα σε κλειστές διαδικασίες και χωρίς ένα σχέδιο που να ενοποιεί και να απελευθερώνει όλο το δυναμικό της εργατικής τάξης, οργανωμένο κι ανοργάνωτο. Αδυνατώντας να συνδέσει τη συνδικαλιστική πάλη με τα πολιτικά καθήκοντα της περιόδου, δεν μπορεί τελικά να ξεπεράσει τα στενά όρια ενός μαχητικού, συχνά καλοπροαίρετου μεν, ρεφορμισμού δε, χωρίς σχέδιο και χωρίς διάθεση ρήξης με τη νομιμότητα. Στο ΜΕΤΡΟ, μετά την επιστράτευση και παρά την πυρκαγιά που άναψε αυτή με τους χιλιάδες αλληλέγγυους και με τεράστια σωματεία των συγκοινωνιών να παίρνουν απόφαση απεργίας διαρκείας το ένα μετά το άλλο, ήταν ο υποστηριζόμενος από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρόεδρος του Σωματείου, που κρύφτηκε όταν έγινε η εισβολή των ΕΚΑΜ, κι ακόμα δεν του έχει ασκήσει κριτική. Επίσης, στο Τιτάνια, ούτε οι Συσπειρώσεις/Παρεμβάσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, είχαν καμιά ουσιαστική αγωνιστική αντιπρόταση, ψηφίζοντας λευκό στις κρίσιμες ψηφοφορίες.

Φυσικά, αυτές οι περιπτώσεις δεν εξομοιώνουν τους πάντες. Είναι άλλο η έλλειψη σχεδίου κι η πολιτική αμηχανία μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εξέγερσης κι άλλο η ανοιχτή προδοσία έτσι ώστε να μην γίνει αυτή η εξέγερση, όπως στη περίπτωση των καθηγητών με τις Παρεμβάσεις και το ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα.

Ανεξαρτησία/Ενότητα/Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας:

Η πρόσφατη εμπειρία αυτών των αγώνων, δείχνει ακόμα πιο έντονα πως η πάλη μας πρέπει να είναι διμέτωπη: αφενός συμμετέχουμε σε κάθε αγώνα, σε κάθε σωματείο και σε κάθε προσπάθεια συντονισμού που αναπτύσσεται, προτείνοντας και προωθώντας πρακτικά πρωτοβουλίες δράσης, εκθέτοντας έτσι την γραφειοκρατία κι αποκαλύπτοντας το ρόλο της. Από την άλλη παλεύουμε για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και της δύναμης της, με τη δημιουργία ανεξάρτητων μορφών αυτοοργάνωσης μέσα στους χώρους δουλειάς και σε κάθε χώρο, που θα μπορούν να κάνουν αυτό που δεν κάνουν οι υπάρχουσες  μορφές και δομές συνδικαλισμού: να ενώνουν όλο αυτό το δυναμικό που συγκεντρώνεται αυθόρμητα γύρω από τους μεγάλους αγώνες και βλέπει τον εαυτό του μέσα στο πρόσωπο των εργαζόμενων που βάλλονται εκείνη τη στιγμή, δίνοντας τους μια προοπτική. Πιο καθαρά από ποτέ, στο ΜΕΤΡΟ και στην ΕΡΤ φάνηκε η ανάγκη για τη δημιουργία Ανεξάρτητων Κέντρων Αγώνα τα οποία δεν θα αφήνουν τις χιλιάδες των αλληλέγγυων στο επίπεδο της αλληλεγγύης αλλά θα τους αξιοποιούν για την κλιμάκωση του ίδιου του αγώνα σε κάτι ποιοτικά ανώτερο και διαφορετικό. Και κατά μία έννοια, η ΕΡΤ αποτέλεσε ένα Κέντρο Αγώνα, στο οποίο καθημερινά συσπειρώνονταν χιλιάδες άνεργοι, εργαζόμενοι, σωματεία, οργανώσεις της αριστεράς και συλλογικότητες. Αλλά ταυτόχρονα για εμάς, επειδή ο όρος Κέντρο Αγώνα πλέον χρησιμοποιείται και από άλλες δυνάμεις, ο λόγος ύπαρξης ενός Κέντρου Αγώνα δεν είναι για να φτιάξουμε άλλον ένα συντονισμό και να συντονιζόμαστε απλά πάνω στους ίδιους σκοπούς και στην ίδια βάση με τώρα, δίνοντας απλά μια ενίσχυση στην πάλη μας για συνδικαλιστικά αιτήματα. Η ανάγκη για την ενιαία δράση των εργατών σήμερα είναι που καθορίζει το περιεχόμενο και τους σκοπούς του Κέντρου Αγώνα, δηλαδή τη διοργάνωση της Γενικής Πολιτικής Απεργίας Διαρκείας για την ολομέτωπη σύγκρουση και την ανατροπή της κυβέρνησης. Κι εδώ τα ερωτήματα που γεννιούνται συχνά και μας κάνει ο κόσμος, είναι το «τι είναι» η Γ.Π.Α.Δ. και «ποιος» θα την κάνει;

Όταν λέμε Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας, δεν εννοούμε κάτι σαν τις καθιερωμένες απεργίες της ΓΣΕΕ, η οποία είναι απλά μεγαλύτερη σε έκταση αλλά εννοούμε κάτι ποιοτικά διαφορετικό. Είναι πολιτική επειδή είναι διαρκείας, επειδή βάζει ως στόχο να διαρκέσει τόσο, ώστε να πέσει η κυβέρνηση και να ανοίξει ένας άλλος δρόμος πέρα από τα μνημόνια και την καπιταλιστική κρίση. Η Γ.Π.Α.Δ. βάζει το ζήτημα της εξουσίας επί τάπητος, αμφισβητώντας το δικαίωμα της κυβέρνησης να κυβερνά και να παίρνει αποφάσεις εις βάρος της εργατικής τάξης, και αποσκοπεί να την ανατρέψει, χωρίς φυσικά να αρκεί καθαυτή αφού αποτελεί τη πρώτη πράξη της εξέγερσης κι όχι την ολοκλήρωση της.

Από αυτή την άποψη, δεν μπορούμε να καλλιεργούμε αυταπάτες πως μια τέτοιου μεγέθους και ποιότητας πολιτική πράξη θα προκηρυχτεί στα πλαίσια του αστικού νόμου με την θεσμική έγκριση του όπως οι συνηθισμένες απεργίες, και πόσο μάλλον ότι αυτό θα το πράξουν οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που αποτελούν ένα βασικό συνεργάτη του καθεστώτος κι ούτως ή άλλως μια Γ.Π.Α.Δ. στρέφεται ενάντια και στους ίδιους αφού τους πετά στο περιθώριο των εξελίξεων. Ούτε βέβαια μπορούμε να περιμένουμε να αλλάξουν οι συσχετισμοί μέσα στις δύο αυτές οργανώσεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς έχουν μια δομή τέτοια που καθιστά απαγορευτική οποιαδήποτε τέτοια αυταπάτη.

Το βασικό ερώτημα που απομένει οπότε είναι: τότε ποιος θα προκηρύξει τη Γ.Π.Α.Δ.; Σίγουρα, είναι αναρχική αφέλεια να θεωρεί κάποιος πως η αυξανόμενη εξαθλίωση του λαού, θα οδηγήσει κάποια μέρα όλους τους εργαζόμενους στην αυθόρμητη απόφαση να εγκαταλείψουν τα πόστα τους και να κατέβουν σε απεργία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητα τα ανεξάρτητα όργανα κάθε λογής, σωματεία, επιτροπές, συνελεύσεις σε κάθε χώρο και σε κάθε γειτονιά, παράλληλα με την πάλη μας μέσα σε συνδικάτα όπου κι αν βρισκόμαστε. Η κοινή συντονισμένη απόφαση για Γ.Π.Α.Δ. δεν μπορεί όμως παρά να αντανακλά ένα τέτοιο επίπεδο συνείδησης αλλά κυρίως ένα τέτοιο επίπεδο οργάνωσης που να επιτρέπει αυτή τη προοπτική. Συντονισμός όλων των παραπάνω μορφών, που δεν μπορεί παρά να γίνει μέσα σε Ανεξάρτητα Κέντρα Αγώνα, που θα συσπειρώνονται όλες οι παραπάνω μορφές πανελλαδικά. Όργανα δηλαδή, που δεν θα κηρύξουν απλά την απεργία, αλλά θα έχουν συγκεντρωμένα κι όλα τα απαραίτητα μέσα και δυναμική για την οργανώσουν να νικήσει. Φυσικά, μια τέτοια μορφή αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης, με τέτοιο προσανατολισμό, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη διαρκή και ασταμάτητη πάλη ενός επαναστατικού Κόμματος στο εσωτερικό του, για να λειτουργεί ως πυξίδα αλλά κι ως εργαλείο για την πάλη σε ένα διαρκή επαναστατικό προσανατολισμό.

Γεγονός είναι πως ο κορεσμός από τις 24ωρες τουφεκιές της ΓΣΕΕ, έφερε στην επιφάνεια και κάποια θετικά στοιχεία. Αφενός, εξοικείωσε τεράστια στρώματα του πληθυσμού με το μέσο της Γενικής Απεργίας και με τους συλλογικούς εργατικούς αγώνες, ακόμα και στρώματα που έμεναν απόμακρα από τους εργατικούς αγώνες και ήταν ενίοτε κι αρνητικά. Αφετέρου, ακριβώς επειδή οι 24ωρες απεργίες αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, εγκατέστησε στη συνείδηση όλων και μεγαλύτερων τμημάτων της εργατικής τάξης, τη Γενική Απεργία Διαρκείας ως μονόδρομο για οποιαδήποτε νίκη κι αλλαγή, μπαίνοντας στις διακηρύξεις δεκάδων σωματείων, συνελεύσεων κλπ.

Το σύνθημα της φυσικά ούτε αντιστρατεύεται, ούτε επικαλύπτει οποιοδήποτε άλλο μερικότερο αίτημα κι αγώνα της εργατικής τάξης. Αλλά κάθε μερική διεκδίκηση οφείλει να συνδέεται με τη Γ.Π.Α.Δ., λόγω του ότι σήμερα τα μερικά αιτήματα δεν μπορούν να βρουν τη δικαίωση τους μέσα στη χρεοκοπία του καπιταλισμού αν δεν συνδεθούν με την ανατροπή της κυβέρνησης και των μνημονίων.

Μορφές αυτό-οργάνωσης:

Παράλληλα φυσικά με αυτές τις μάχες όλος ο λαός έχει μπει αυθόρμητα σε μια διαδικασία εξεύρεσης τρόπων επιβίωσης, για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης, ωθούμενος από τις αντικειμενικές του ανάγκες. Όντως, οι Λαϊκές Συνελεύσεις των προηγούμενων ετών έχουν δώσει τη θέση τους σε κάθε λογής αυτοοργανωμένα εγχειρήματα που κινητοποιούνται και συσπειρώνουν ένα αξιοπρόσεκτο δυναμικό με βάση τις πρωταρχικές ανάγκες επιβίωσης της κοινωνίας. Αυτή είναι μια κατεύθυνση που το Επαναστατικό Κόμμα οφείλει να εμπλέκεται και να συμμετέχει, ακόμα περισσότερο να παίρνει πρωτοβουλίες για τη δημιουργία τέτοιων απόλυτα αναγκαίων μορφών, χωρίς φυσικά να επιτρέπει να παρασύρεται από το ρεύμα του αυθόρμητου.

Από την μια, πρέπει να διαχωριστούμε από τη φιλανθρωπία, κι από όλες τις τάσεις ενσωμάτωσης τέτοιων δομών, σε κράτος, κεφάλαιο, εκκλησία, ΜΚΟ κλπ.

Από την άλλη, πρέπει να παλέψουμε ενάντια στη λογική των «νησίδων» είτε αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως τέτοιο είτε όχι, που παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις μέσα σε τέτοιες προσπάθειες, και θεωρεί πως μέσα σε ένα καταστρεφόμενο καπιταλισμό είναι εφικτή μια αξιοπρεπής ζωή στα πλαίσια τέτοιων εγχειρημάτων, πως μπορούμε να ανακουφιστούμε από τα βάσανα της καθημερινότητας με τα πενιχρά μέσα που έχουμε στα χέρια μας, την στιγμή που δεν ασχολούμαστε καν με την πηγή των βασάνων μας που είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός και το ποιος τελικά έχει στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής. Αναπτύσσεται δηλαδή μια ιδιότυπη μορφή αναχωρητισμού από την πραγματικότητα, όπου κοιτάμε μόνοι μας να κλείσουμε τις τρύπες στη ζωή μας, αφήνοντας αλώβητους τους υπαίτιους της εξαθλίωσης μας, χωρίς να διεκδικούμε και χωρίς να συγκρουόμαστε για τίποτα μαζί τους.

Είναι γεγονός ότι τέτοιες μορφές συχνά συσπειρώνουν κόσμο ο οποίος μέχρι πρότινος δεν είχε καμιά αγωνιστική ή κινηματική εμπειρία και γνωρίζει για πρώτη φορά τη συλλογικοποίηση μέσα από τέτοια εγχειρήματα, ή ακόμα-ακόμα προέρχεται κι από ένα μικροαστικό περιβάλλον και η απότομη προλεταριοποίηση τους δεν σημαίνει αυτόματα και την ανάπτυξη της ταξικής τους συνείδησης.

Ο ρόλος των επαναστατών είναι να ξεκαθαρίζουμε την ομίχλη στα κεφάλια όλων αυτών των ανθρώπων κι όχι να ενισχύουν τις αυταπάτες της αυτονομίας -είτε εμφανίζονται ανοιχτά, είτε κεκαλυμμένα- αλλά να συνδέουν τη λύση των καθημερινών προβλημάτων με το ζήτημα της εξουσίας και της ανατροπής του καπιταλισμού. Αυτή η σύνδεση δεν μπορεί να γίνει προπαγανδιστικά και με συνθηματολογίες, επαναλαμβάνοντας απλά τις λέξεις «εργατική εξουσία» μέσα σε κάθε διαδικασία, αλλά μπορεί να γίνει μόνο διαμέσου της πράξης. Μιας πράξης που σε κάθε της βήμα πρέπει να έχει σαν γνώμονα, πρώτον, να εξηγεί και να αναδεικνύει τη πηγή των προβλημάτων, και δεύτερον, να ανοίγει δρόμους αγώνα και διεκδίκησης, οξύνοντας την σύγκρουση με το κράτος, με το κεφάλαιο, με τη λογική της ιδιοκτησίας και δείχνοντας τον παραλογισμό της, να έχεις χιλιάδες ανθρώπους να πεινάνε με αποθήκες γεμάτες τρόφιμα, να έχεις χιλιάδες αστέγους με χιλιάδες αδιάθετα σπίτια κ.ο.κ. και να μην απαιτείς να τα πάρεις από αυτούς που τα έχουν. Μόνο έτσι θα μπορέσει κι ο κόσμος που εμπλέκεται σε τέτοια εγχειρήματα να προσεγγίσει βήμα το βήμα την ανάγκη συνολικής ρήξης με τον καπιταλισμό κι έτσι την ανάγκη σύνδεσης με το εργατικό κίνημα και τις επιθετικές μορφές αυτό-οργάνωσης του.

ΒΙΟΜΕ, εργατικός έλεγχος, αυτοδιαχείριση, εργατική εξουσία:

Τέλος, ερχόμαστε στο ζήτημα της αυτοδιαχείρισης και της ΒΙΟΜΕ ειδικότερα, το οποίο όμως φυσικά οφείλουμε να το ξεχωρίσουμε από όλα τα προηγούμενα διότι η ΒΙΟΜΕ βάζει, έστω και στοιχειακά, το ζήτημα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και τη λειτουργία τους από τους εργάτες σε μια περίοδο που τα εργοστάσια κλείνουν, κι όπως έλεγε ο Τρότσκι μιλώντας για τις έστω και προσωρινές καταλήψεις εργοστασίων κατά τη διάρκεια των απεργιών, είναι «ένα χαστούκι στο είδωλο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (…) που θέτει με έναν πρακτικό τρόπο το ερώτημα ποιος είναι ο κύριος του εργοστασίου: ο καπιταλιστής ή οι εργάτες;»

Εδώ θα μπορούσαμε σχηματικά να κατηγοριοποιήσουμε τις δύο πιο ακραίες στάσεις απέναντι στο ζήτημα της ΒΙΟΜΕ: από την μια πλευρά, δυνάμεις κυρίως σταλινογενείς (ΚΚΕ, ΚΚΕ-μλ κλπ.), επαναλαμβάνοντας δογματικά μια αυταπόδεικτη μαρξιστικά αλήθεια, πως το πείραμα της ΒΙΟΜΕ δεν συνιστά ξεπέρασμα του καπιταλισμού, ουσιαστικά δεν παρείχαν καμία στήριξη στους εργάτες, κατηγορώντας τους μάλιστα πως θέλουν να γίνουν μικρά αφεντικά.

Από την άλλη πλευρά, δυνάμεις της αντεξουσίας και αυτονομίας, που είδαν στο εγχείρημα της ΒΙΟΜΕ το υπόδειγμα της εργατικής αυτοδιαχείρισης και του εργατικού ελέγχου στη παραγωγή και πως καθ’ αυτό αποτελεί μια συνολική κοινωνική πρόταση αλλαγής.

Η δική μας προσέγγιση διαφοροποιείται κι από τις δύο περιπτώσεις. Όσο προχωρά η σήψη της παραγωγής, είναι χιλιάδες εκείνοι οι εργάτες που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πτωχευτικές διαδικασίες κι εγκαταλελειμμένοι μέσα σε εργοστάσια κουφάρια. Μέσα από αυτή τη κατάσταση πηγάζει αντικειμενικά η ανάγκη επιβίωσης των εργατών, και σε κάθε περίπτωση πρέπει να είμαστε δίπλα και μέσα στις εμπειρίες της εργατικής τάξης και σε κάθε εγχείρημα όπως της ΒΙΟΜΕ, που οι εργάτες ψηλαφίζουν αναζητώντας μια λύση, συνδέοντας πάντα το ζήτημα της κατάληψης των εργοστασίων με το ζήτημα της κατάληψης της ίδιας της εξουσίας από τους εργάτες.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να κάνουμε φετίχ τη ΒΙΟΜΕ ενισχύοντας τις αυταπάτες της αυτονομίας περί αυτοδιαχείρισης ως εναλλακτικής μέσα στον καπιταλισμό αφήνοντας απ’ έξω το ζήτημα της εξουσίας. Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι ποσοτικό, επειδή η ΒΙΟΜΕ παραμένει μοναδική τέτοια περίπτωση, αλλά ποιοτικό. Ακόμα και το σύνθημα «μία, δύο, πολλές ΒΙΟΜΕ» το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από το κίνημα δεν αρκεί για να χωρέσει τη δική μας θέση. Αν το ζήτημα ήταν αθροιστικό, θα αρκούσε η δημιουργία ενός δικτύου κατειλημμένων εργοστασίων έτσι ώστε αυτά να σχηματίσουν μια εναλλακτική αγορά μεταξύ τους, υποτιθέμενα αποσπασμένη από τη καπιταλιστική αγορά. Με βάση όμως την εμπειρία της Αργεντινής, όπου εκεί μιλάγαμε για ένα δίκτυο 200 εργοστασίων, ξέρουμε πως τέτοιες προσπάθειες φυσικά ούτε ξεφεύγουν από τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς, ούτε έχουν επί μακρόν ζωή μέσα στο καπιταλισμό, και τελικά καταλήγουν να υπάγονται πλήρως στον έλεγχο του κεφαλαίου και να προσφέρουν στους εργάτες τους χειρότερους όρους ζωής κι εργασίας από αυτούς που προσέφερε η πρότερη κατάσταση, πόσο μάλλον στις σημερινές συνθήκες χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισμού.

Ακόμα λοιπόν, και πολλές ΒΙΟΜΕ στη σειρά δεν συνιστούν από μόνες τους αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Την ίδια στιγμή όμως στηρίζουμε και παλεύουμε για ένα κίνημα κατάληψης των εργοστασίων από τους εργάτες ως ένα βήμα από το οποίο η εργατική τάξη μπορεί να πάρει ώθηση για τη συνολική αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Από την ανάγκη για την σύνδεση και επαναλειτουργία τους δημιουργείται ένα προνομιακό έδαφος για το Επαναστατικό Κόμμα να βοηθήσει τους εργάτες να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα: ποιος πρέπει να ελέγχει τις τράπεζες για να χρηματοδοτηθεί η παραγωγή, ποιος θα ελέγχει την ενέργεια που θα κινεί τα εργοστάσια, ποιος τις μεταφορές που θα μεταφέρει τα προϊόντα κ.ο.κ., και τελικά βάζει αντικειμενικά το ζήτημα για το ποια τάξη έχει την εξουσία και την οικονομία σαν σύνολο στα χέρια της. Οπότε τα καθήκοντα της εργατικής τάξης είναι πολιτικά κι όχι στενά οικονομικά, και δεν εξαντλούνται με το να πάρουν τα εργοστάσια στα χέρια τους αλλά να παλέψουν σε ενότητα με την υπόλοιπη εργατική τάξη για το τσάκισμα του κράτους, την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και τη ριζική αναδιοργάνωση της παραγωγής και όλης της κοινωνίας σε άλλες βάσεις.

Γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε επιφυλακτικοί όταν ακούμε για εργατικό έλεγχο και αυτοδιαχείριση, και να κάνουμε καθαρό τι εννοούμε εμείς ως εργατικό έλεγχο και διαχείριση, πρώτα και κύρια απέναντι στους ίδιους τους εργάτες των εργοστασίων που κλείνουν.

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως το αίτημα του εργατικού ελέγχου στη παραγωγή, είναι ένα μεταβατικό αίτημα, κι ότι ως τέτοιο μπορεί να ξεκινήσει από μια μεμονωμένη επιχείρηση, αλλά τελικά μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο κοινωνικά, κι όχι απλά στο επίπεδο ενός ή περισσοτέρων εργοστασίων στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Ξεκινάει από μια μεμονωμένη επιχείρηση και με όργανο του μια εργοστασιακή επιτροπή η οποία αμφισβητεί έμπρακτα τη μονοκρατορία του καπιταλιστή μέσα στο εργοστάσιο, έχει ως σκοπό του είναι να αποκαλύψει τα πραγματικά στοιχεία που αφορούν τη διαδικασία της παραγωγής, τις δαπάνες, τα έσοδα που καρπώνεται ο καπιταλιστής, τις μυστικές συμφωνίες με τις τράπεζες, το γιατί χρεοκόπησε η επιχείρηση κλπ. τείνοντας φυσικά προς την αποκάλυψη των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων συνολικά της εθνικής οικονομίας.

Κάτι που φυσικά, όπως είπαμε και πριν, βάζει ως προϋπόθεση για να ολοκληρωθεί την αλλαγή τάξης στην εξουσία. Σε αυτή τη περίπτωση, η εργατική τάξη έχει πλέον τη δυνατότητα όχι απλά να ελέγξει την πραγματική εικόνα της παραγωγής και να επιβάλλει κάποιες επιμέρους αποφάσεις της, αλλά πλέον έχοντας πάρει τα μέσα της παραγωγής στην ιδιοκτησία του να διαχειριστεί η ίδια την παραγωγή, να αποφασίσει η ίδια για το παραγόμενο προϊόν και τη διανομή του, για το διαμοιρασμό της δουλειάς για να καταπολεμηθεί η ανεργία κλπ. Καθήκοντα που φυσικά είναι μέρος ενός γενικού και κεντρικά σχεδιασμένου οικονομικού πλάνου. Ένα πλάνο το οποίο φυσικά δεν εκπονείται ξεχωριστά από κάθε αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο κι από τους εργάτες που το δουλεύουν και τις εργοστασιακές επιτροπές τους, αλλά εκπονείται από τα ανώτερα, πολιτικά όργανα της νέας εργατικής εξουσίας, δηλαδή τα σοβιέτ, που ενσωματώνουν και ξεπερνούν κάθε άλλη μορφή αυτό-οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Να πως τοποθετεί ο Τρότσκι το ζήτημα, γράφοντας για τη Γερμανία του ‘32: «Η επιδίωξη πρέπει να είναι η ακόλουθη: να μπούνε σε κίνηση οι σταματημένες επιχειρήσεις κάτω από τη διεύθυνση των εργοστασιακών επιτροπών και πάνω στη βάση ενός οικονομικού σχεδίου. Αυτό οδηγεί άμεσα στο ζήτημα της κρατικής διαχείρισης της παραγωγής, δηλαδή της απαλλοτρίωσης των καπιταλιστών από μια εργατική κυβέρνηση. Ο εργατικός έλεγχος δεν είναι λοιπόν μια παρατεταμένη κατάσταση, «κανονική», όπως είναι οι συλλογικές συμβάσεις ή οι κοινωνικές ασφαλίσεις. Ο εργατικός έλεγχος είναι ένα μεταβατικό μέτρο μέσα στις συνθήκες ακραίας έντασης της ταξικής πάλης και είναι κατανοητός μονάχα σαν μια γέφυρα προς την επαναστατική κρατικοποίηση της παραγωγής.»

Αλλά και παρακάτω: «Ο εργατικός έλεγχος αρχίζει από μια μεμονωμένη επιχείρηση. Όργανο του ελέγχου είναι η εργοστασιακή επιτροπή. Αυτά τα όργανα ελέγχου των εργοστασίων αποκαθιστούν μια επαφή μεταξύ τους, ανάλογα με τους οικονομικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Σ’ αυτό το στάδιο δεν υπάρχει ακόμα γενικό οικονομικό σχέδιο. Η πρακτική του εργατικού ελέγχου προετοιμάζει απλώς τα στοιχεία αυτού του σχεδίου.

Όσο για την εργατική διαχείριση της παραγωγής αυτή προωθείται αντίθετα, από τα πάνω, ακόμα και στα αρχικά της βήματα και με πολύ πιο καθαρό τρόπο γιατί συνδέεται άμεσα με την κρατική εξουσία και με το γενικό οικονομικό σχέδιο.

Δεν είναι πια οι εργοστασιακές επιτροπές αυτές που αναλαμβάνουν το ρόλο του διευθυντικού οργάνου, αλλά τα συγκεντροποιημένα σοβιέτ. Ο ρόλος των εργοστασιακών επιτροπών εξακολουθεί να είναι σοβαρός, αυτό είναι αυτονόητο.  Όμως στον τομέα της διεύθυνσης της παραγωγής δεν είναι πια ρόλος διευθυντικός, αλλά ρόλος βοηθητικός.»

Έτσι λοιπόν, θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε πως το ζήτημα της διαχείρισης της παραγωγής έχει για εμάς μια έννοια που αφορά στην εργατική τάξη σαν όλο, κι όχι την αυτοδιαχείριση κάθε εργοστασίου ξεχωριστά, και πως ο κεντρικός σχεδιασμός της παραγωγής είναι βασικός πυλώνας της μελλοντικής οικονομίας του εργατικού κράτους.

Το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, δεν είναι κάτι το οποίο μπορούμε να το δούμε ξέχωρα από την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Μιας εξουσίας που φυσικά, πέρα από τα αναγκαία πρωταρχικά μέτρα που θα πρέπει να πάρει, τη διαγραφή του χρέους, την απαλλοτρίωση στρατηγικών τομέων της οικονομίας και τραπεζών, τη δημιουργία ενός ενιαίου τραπεζικού δημόσιου φορέα για τη χρηματοδότηση κι επαναλειτουργία της παραγωγής σε άλλες βάσεις, θα αναλάβει επίσης τον κεντρικό και συγκεντροποιημένο έλεγχο και σχεδιασμό της οικονομίας, έτσι ώστε να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες του λαού, να καταπολεμήσει την ανεργία με το μοίρασμα της δουλειάς σε όλους κλπ.

Κλείνοντας, αυτή η εισήγηση προσπάθησε να ανοίξει τα ζητήματα, χωρίς φυσικά να τα απαντά, με σκοπό την ανάπτυξη της συζήτησης για την αποτελεσματικότερη προετοιμασία των μεγάλων μαχών που έχουμε μπροστά μας.