Οι αγορές δείχνουν τα σημάδια της ύφεσης που έρχεται στις ΗΠΑ

 Η αμερικάνικη οικονομία έχει μπει σε μια... τραγελαφική κατάσταση που κανείς πλέον από τους κλασικούς οικονομολόγους και τους αναλυτές των επενδυτικών τραπεζών δεν τολμά να πάρει θέση με βεβαιότητα για το τι έρχεται.

Ενδεικτικό αυτής της αβεβαιότητας σε μια οικονομία η οποία τυπικά κινείται σε επίπεδα “ανάπτυξης”,  με το ΑΕΠ φέτος να υπολογίζεται πως θα αγγίξει το 3%, είναι ότι την ίδια στιγμή ισχυροποιείται μια μετακίνηση επενδύσεων στο χρηματιστήριο από τις επιθετικές στις αμυντικές μετοχές.

Ήτοι, σε μετοχές που συνήθως δείχνουν μεγαλύτερη αντοχή σε περιόδους αναταραχής και ύφεσης. Η τάση αυτή έχει ισχυροποιηθεί τον Ιούλιο με τρόπο που να κάνει τις ανησυχίες για την αμερικάνικη οικονομία να διαχέονται μέσα στα κλιμάκια της Fed. Χαρακτηριστικό αυτού του κλίματος είναι ότι στις τάξεις των οικονομικών αναλυτών στη Νέα Υόρκη ολοένα και περισσότερο συγκεντρώνεται η προσοχή στο αν ο επικεφαλής της Fed, Πάουελ, θα μπορέσει να αντισταθεί στις αποσταθεροποιητικές κινήσεις αυτού που τον διόρισε στη θέση αυτή, του Τράμπ…

Η ανησυχία βέβαια δεν πηγάζει μόνο από τις τάσεις αυτές στο χρηματιστήριο. Σε ένα άλλο επίπεδο της κυκλοφορίας, αυτό της αγοράς ομολόγων, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα «φαινόμενο» του οποίου η εμφάνιση σε μια οικονομία είναι σχεδόν συνώνυμο της ύφεσης. Η διαφορά των επιτοκίων στα δεκαετή και στα διετή κρατικά ομόλογα τείνει να εξαφανισθεί και να αντιστραφεί. Όπως είχε επισημάνει τον Ιούνιο σε άρθρο της η Νέα Προοπτική η φυσιολογική σχέση ανάμεσα στα επιτόκια των δεκαετών και των διετών ομολόγων υπό φυσιολογικές συνθήκες είναι σημαντική. Και αυτό γιατί είναι προφανώς εύκολα προβλέψιμος ο κίνδυνος δανεισμού στα δύο χρόνια από ότι στα δέκα χρόνια. Έτσι, τα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων είναι υψηλότερα εκείνων της διετίας (μεγαλύτερη η διάρκεια, μεγαλύτερη η δυσκολία πρόβλεψης). Τους τελευταίους μήνες στην οικονομία των ΗΠΑ, με το χρέος λόγω των υψηλών ελλειμμάτων να αυξάνεται κατακόρυφα, έχει συμβεί το αντίθετο. Τα μικρής διάρκειας επιτόκια (στα διετή ομόλογα) έχουν ελάχιστη διαφορά πλέον από εκείνα της δεκαετίας (μόλις 0,25%). Και αυτή η διαφορά ελαχιστοποιείται ακόμα περισσότερο με αποτέλεσμα να θεωρείται θέμα μηνών η αντιστροφή της φυσιολογικής σχέσης. Η διαπίστωση της τάσης αυτής έχει ισχυροποιήσει πλέον την εκτίμηση ότι η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται μπροστά σε μία νέα κρίση ύφεσης την οποία «προβλέπουν» με τον τρόπο αυτό τόσο τα χρηματιστήρια των μετοχών όσο και το χρηματιστήριο των ομολόγων (δευτερογενής αγορά).

Τα σημάδια που δείχνουν στην ίδια κατεύθυνση έρχονται και από έναν άλλο ευαίσθητο τομέα, τον ιδιωτικό επιχειρηματικό χώρο. Σύμφωνα με τις στατιστικές που αφορούν στο ιδιωτικό χρέος, έχει παρατηρηθεί τις τελευταίες δεκαετίες ότι κάθε φορά που το χρέος στον επιχειρηματικό χώρο ξεπερνά το όριο του 44% του ΑΕΠ ακολουθεί σοβαρή ύφεση. Στην παρούσα κατάσταση, στην οικονομία των ΗΠΑ, τα στοιχεία δείχνουν ότι το ύψος του χρέους των επιχειρήσεων έχει ξεπεράσει το 44% του ΑΕΠ και κινείται σταθερά προς το 45%...

 

Οι τάσεις αυτές αν και έχουν ισχυροποιηθεί καθώς προχωρά η θητεία του Τράμπ εν τούτοις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται σε χαμηλότερο επίπεδο επί Ομπάμα. Παρά τις μη συμβατικές παρεμβάσεις του Τράμπ (μείωση της φορολογίας σε καθεστώς πολύ χαμηλών επιτοκίων και ανεργίας) οι τάσεις αυτές ενισχύθηκαν αντί να ανακοπούν. Από την στιγμή δε που άρχισε να υλοποιεί τις απειλές για εμπορικό πόλεμο με την επιβολή δασμών στους μέχρι τώρα οικονομικούς εταίρους των ΗΠΑ όπως την Ε.Ε., την Κίνα, τον Καναδά, κ.λπ. εντάθηκε η ανησυχία για την αμεσότητα της σοβαρής πλέον απειλής ύφεσης στις ΗΠΑ. Άλλωστε όπως αποτυπώθηκε σε πρόσφατη εκτίμηση του ΔΝΤ -του οποίου την χρησιμότητα αμφισβητεί δημόσια ο Τράμπ- από τον εμπορικό πόλεμο που έχει κηρύξει, ο πλέον «ζημιωμένος» θα είναι η αμερικάνικη οικονομία της οποίας μέχρι σήμερα το έλλειμμα στο δολαριακό εμπορικό της ισοζύγιο δεν ήταν άλλο παρά ο καθρέπτης της οικονομικής ισχύος της έναντι των εταίρων της… 

Γιαν. Aγγ.