Γιατί η πιο “ισχυρή” οικονομία φαίνεται να... σκοντάφτει;

 

 

Ανάμεσα στα “εργαλεία” που οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν για να ανιχνεύουν τις τάσεις στην οικονομία υπάρχει ένα το οποίο θεωρείται το πλέον ισχυρό: οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.

 

Το “εργαλείο” αυτό λέει ότι όσο οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων είναι μεγαλύτερες από εκείνες των βραχυπρόθεσμων η οικονομία βρίσκεται σε ανοδική τάση ή τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα άμεσο.

 

Όταν αντιστρέφεται η σχέση αυτή, ήτοι όταν οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων είναι μεγαλύτερες από εκείνες των μακροπρόθεσμων, τότε είναι βέβαιο ότι σε έναν ορατό ορίζοντα από ένα εξάμηνο μέχρι και δύο χρόνια, η οικονομία αντιμετωπίζει την επειλή ύφεσης.

 

Δεν υπάρχει τίποτα το “μαγικό” σ’ αυτήν την ερμηνεία. Είμαι φυσιολογικό σε μία οικονομία που πηγαίνει σχετικά καλά ο “κίνδυνος” να είναι μεγαλύτερος για το άγνωστο “μέλλον” (μακροπρόθεσμα ομόλογα) παρά στο γνωστό παρόν (έντοκα γραμμάτια ή τίτλους 1-2 ετών). Έτσι οι αποδόσεις και τα επιτόκια για όσους αγοράζουν μακροπρόθεσμους τίτλους είναι μεγαλύτερα παρά για τα βραχυπρόθεσμα. Όταν αυτή σχέση ανατρέπεται αυτό γίνεται γιατί “ανιχνεύεται” ο κίνδυνος στο άμεσο μέλλον.

 

Η σχετικά εμπειρική αυτή παρατήρηση είναι αρκετά χρήσιμη για να δεί κανείς “δια γυμνού οφθαλμού” ότι τα πράγματα στην “ισχυρότερη” οικονομία, εκείνη των ΗΠΑ, δεν φαίνεται να πηγαίνουν καλά, παρά την συνεχιζόμενη -με τις ενδιάμεσες καταρρεύσεις- χρηματιστηριακή αγορά ή πολύ περισσότερο την σχεδόν σταθερά πτωτική τάση της ανεργίας που έχει φτάσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

 

Η σύγκριση ανάμεσα στις μεσοπρόθεσμες και στις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις των κρατικών τίτλων δείχνει εδώ και μερικά χρόνια μια σχεδόν σταθερή τάση αντιστροφής της φυσιολογικής τους σχέσης. Όπως παρατηρείται στα διαθέσιμα στοιχεία της τελευταίας τριετίας η αρχικά αυξημένη διαφορά των αποδόσεων υπέρ των μακροπρόθεσμων τίτλων έχει πέσει κάτω από τις 100 bp (μονάδες βάσης) και τείνει να μηδενισθεί, έχοντας φτάσει τον Φεβρουάριο στις 50 bp από τις 300 bp που είχε φτάσει στο ψηλότερο σημείο της μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008.

 

Δεν έχει αντιστραφεί ακόμα, αλλά η τάση για αντιστροφή παραμένει σταθερή τα τελευταία χρόνια.

 

Ορισμένοι αναλυτές κυρίως από την αγορά ομολόγων επιμένουν ότι η εικόνα αυτή είναι στρεβλή και ότι δεν προμηνύει ύφεση.

 

Υποστηρίζουν ότι παραμένει έτσι εξ αιτίας της συνεχιζόμενης παρέμβασης της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων σε συνδυασμό με την σταδιακή αύξηση των επιτοκίων από την FED μετά από τα αλλεπάλληλα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης.

 

Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στους λόγους που αναφέρονται για να δικαιολογηθεί η ερμηνεία αυτή εμπεριέχεται και μία διαπίστωση η οποία διαπερνά τις ερμηνείες των οικονομολόγων αποκαλύπτοντας βαθύτερες αιτίες.

 

Αναφέρεται ότι ακόμα και πριν από το 2008 αλλά και στη συνέχεια, διαπιστώνεται μια αυξημένη “τάση” αποταμίευσης, ενώ αντίθετα επιβραδύνεται η τάση αύξησης των επενδύσεων.

 

Αυτή η τάση είναι πολύ περισσότερο εμφανής στους ρυθμούς επιβράδυνσης των επενδύσεων στην παραγωγική οικονομική δραστηριότητα, ενώ αντίθετα επιβεβαιώνεται μία αυξητική τάση αποταμίευσης (ή αλλιώς “επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα”).

 

Προφανώς οι τάσεις αυτές επηρεάζουν την διαμόρφωση των αποδόσεων στους κρατικούς τίτλους καθώς στο μεσοδιάστημα από το 2008 μέχρι σήμερα η τάση αύξησης του χρέους παραμένει ισχυρή ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα.

 

Και η αντιστροφή της νομισματικής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες, ήτοι η αύξηση των επιτοκίων, βρίσκει (στις ΗΠΑ) ή θα βρεί (στην Ευρώπη) τον ιδιωτικό τομέα με πολύ μεγαλύτερο χρέος που πρέπει να αποπληρωθεί με ακριβότερα επιτόκια...

 

Μια προοπτική ορατή πλέον με τόσο άμεσο τρόπο, που να κάνει καθαρή την εικόνα μιας επικείμενης ύφεσης ειδικά και στην “ισχυρότερη” οικονομία του πλανήτη.

 

Αυτή η προοπτική είναι που κάνει ορισμένους να σκέπτονται ότι η απόφαση της FED να αρχίσει την αύξηση των επιτοκίων δεν έχει πίσω της την βεβαιότητα του ξεπεράσματος της κρίσης αλλά το αντίθετο.

 

Η FED προσπαθεί να προλάβει να αυξήσει τα επιτόκια πριν το επόμενο κύμα της κρίσης ώστε να έχει περιθώρια να αμυνθεί μειώνοντας και πάλι τα επιτόκια όπως έκανε το 2008. Μικρότερα περιθώρια μεν αλλά μεγαλύτερα από τα ανύπαρκτα σημερινά.

 

Όπως με τους παίκτες του βόλεϋ που σηκώνουν την μπάλα για να μπορούν να καρφώσουν όταν έρθει η στιγμή...

 

Κάτι που θα ήθελαν να μπορούν να κάνουν η ΕΚΤ και η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας, αλλά είναι αμφίβολο αν θα προλάβουν.

 

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον διεθνούς χρηματιστικής και χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας, με όλα τα γεωπολιτικά μέτωπα ανοικτά και έτοιμα για παγκόσμιας διάστασης “ατυχήματα”, ειδικά στην Ανατ. Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή, η κυβέρνηση Συριζα – Ανελ θέλει να ξαναβγεί στις αγορές. Καλό ταξίδι που λένε...  

Γ. Aγγ.