ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ "ΤΡΩΕΙ ΤΙΣ ΣΑΡΚΕΣ" ΤΟΥ;

Η εισαγωγή των “αρνητικών επιτοκίων” ήδη από έξι κεντρικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων η ΕΚΤ, η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας, της Ελβετίας αλλά και της Μ. Βρετανίας, έχει προκαλέσει μία χωρίς προηγούμενο “ρωγμή” στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα.

Και από αυτήν τη “ρωγμή” κανείς κεντρικός τραπεζίτης δεν μπορεί να προβλέψει και να ελέγξει ποιο θα είναι το νέο “τζίνι” της κρίσης που ξεπροβάλει...

Τί είναι τα “αρνητικά επιτόκια”; Ο όρος αυτός σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες (όπως η ΕΚΤ) που τα εφαρμόζουν, υποχρεώνουν τις εμπορικές τράπεζες που καταθέτουν καθημερινά σ' αυτές (στην ΕΚΤ) τα πλεονάζοντα κεφάλαιά τους ως ασφαλές καταφύγιο, αντί να πάρουν κάποιο τόκο γι' αυτό πρέπει αυτές (οι τράπεζες) να πληρώνουν τόκο (στην ΕΚΤ).

Αυτή η υποχρέωση ανατρέπει την φύση του “αποθησαυρισμού” και του “δανεισμού”.

Όταν κάποιος στο καπιταλιστικό σύστημα δανείζει για κάποιο χρόνο σε άλλον χρήματα προσδοκά την επιστροφή αυτών των χρημάτων σύν τον “τόκο” μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Αυτό κάνουν και οι αποταμιευτές όταν καταθέτουν στην τράπεζα τις αποταμιεύσεις τους.

Είναι ένα προσωρινό δάνειο στην τράπεζα με την βεβαιότητα ότι θα πάρουν πίσω το “κεφάλαιό” τους σύν τους τόκους όταν το επιθυμούν.

Οι τράπεζες, τα αποταμιευμένα/δανεισμένα αυτά κεφάλαια τα δανείζουν σε τρίτους με κέρδος μεγαλύτερο τόκο από αυτόν που δίνουν στους αποταμιευτές και έτσι δημιουργούν την βασική πηγή εσόδων και κερδών τους.
Οι τράπεζες όταν λόγω της κρίσης δεν δανείζουν τρίτους (σε άλλες τράπεζες μέσω της διατραπεζικής αγοράς ή σε κράτη ή ιδιώτες) κατέθεταν τα κεφάλαιά τους στην ΕΚΤ και έπερναν ένα πολύ μικρότερο τόκο αλλά είχαν... την ησυχία τους.

Πού έχει οδηγήσει η εισαγωγή αρνητικών επιτοκίων;

Πολλές χώρες της Ευρωζώνης, ακόμα και μεγάλοι πολυεθνικοί Όμιλοι, όσο οι κεντρικές τραπεζες δάνειζαν με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο τις τράπεζες, άρχισαν να εκδίδουν ομόλογα (δηλαδή τίτλους χρέους) με επίσης πολύ χαμηλό έως μηδενικό επιτόκιο. Στη δευτερογενή αγορά –δηλαδή στην αγορά που αγοραπωλούνται αυτοί οι τίτλοι μετά την έκδοσή τους– οι τίτλοι αυτοί πλέον πουλιούνται με αρνητικά επιτόκια, δηλαδή όταν κάποιος αγοράζει γερμανικά κρατικά ομόλογα ή ομόλογα της πολυεθνικής Sanofi το κάνει εν γνώση του ότι στο τέλος όταν λήξουν θα πάρει λιγότερα χρήματα από όσα δίνει για να τα αγοράσει.

Γιατί το κάνει; Γιατί θεωρεί ότι εκεί τα κεφάλαιά του μπορούν να είναι ασφαλή ενώ αν αγοράσει ελληνικά ομολογα ή άλλα μπορεί να μεσολαβήσει χρεοστάσιο και να μη πάρει τίποτα. Αυτό μετά την εισαγωγή των αρνητικών επιτοκίων έχει αρχίσει να επεκτείνεται πλέον και στην αγορά παραγώγων που αποτελούν συμβόλαια μελλοντικών “στοιχημάτων” πάνω στους τίτλους αυτούς...

Ποιό είναι όμως το αποτέλεσμα αυτής της νέας “κατάστασης”; Το αποτέλεσμα είναι ότι σταδιακά στην αρχή και πολύ πιό γρήγορα στη συνέχεια -από την στιγμή που τα αρνητικά επιτόκια “παίζουν” και στην αγορά των παραγώγων- επεκτείνει την “υποτίμηση” (ή αλλιώς καταστροφή της ονομαστικής αξίας) των αποθησαυρισμένων/αποταμιευμένων κεφαλαίων καθώς αυτά δεν μπορούν να επεκταθούν μέσα από την αποταμίευσή τους.

Πόση είναι αυτή η ετήσια αποταμίευση; Στην Κίνα για παράδειγμα είναι 5,2 τρισ. δολ., στην Ευρώπη είναι 3,5 τρισ. δολ. περίπου.

Όπου επεκτείνονται τα αρνητικά επιτόκια ο “αποθησαυρισμός” πιέζεται να μετακινηθεί είτε με κόστος την “ασφάλειά” του είτε με τον κίνδυνο της ζημιάς.

Σε τελευταία ανάλυση η πίεση αυτή στοχεύει είτε στη διαγραφή μέρους του δανείου/αποταμίευσης είτε στην ανάληψη του κινδύνου μεγαλύτερης καταστροφής μέσα από δανεισμό σε μη ασφαλείς τρίτους.

Αλλά όταν αυτό ξεκινάει από τις κεντρικές τράπεζες και συνεχίζεται, αρχίζει να διαχέεται σε όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα μέχρι τον τελικό “αποταμιευτή”. Από τις παρενέργειες αυτής της “κατάστασης” είναι και το γεγονός ότι στη Γερμανία για παράδειγμα και την Ελβετία έχει αυξηθεί κατακόρυφα η πώληση χρηματοκυβωτίων όλων των μεγεθών...

Αυτό σημαίνει ότι η πίεση των αρνητικών επιτοκίων οδηγεί ένα μεγάλο μέρος της υπάρχουσας ρευστότητας εκτός κυκλοφορίας και τραπεζικού συστήματος.

Αλλά όχι στην κατεύθυνση -δηλαδή τον δανεισμό σε τρίτους- που υποτίθεται θέλουν να επιβάλουν οι κεντρικές τράπεζες εισάγοντας τα αρνητικά επιτόκια.

Και ο λόγος είναι ότι η κρίση εδικά μετά το 2008 έχει καταστρέψει την “εμπιστοσύνη” μεταξύ δανειστή/αποταμιευτή και χρηματοπιστωτικού συστήματος ή πολύ ευρύτερα των επενδύσεων σε “χρηματοπιστωτικά προϊόντα” διασυνοριακά και ανά τον κόσμο.

Οι συνέπειες αυτής της “ρωγμής” μέσα στη “ρωγμή” των αρνητικών επιτοκίων, οδηγεί σε μείζονες ανατροπές που αφορούν στο παγκόσμιο περιβάλλον απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων. Αυτής που άρχισε να διαμορφώνεται μετά την κατακόρυφη άνοδο των επιτοκίων στις αρχές της δεκαετίας του 80 στις ΗΠΑ (μια δεκαετία μετά την κατάρρευση του Μπρέττον Γούντς και των πετρελαϊκών κρίσεων) και την συμφωνία στο Plaza το 1985 και πήρε το παρατσούκλι “παγκοσμιοποίηση” του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Με άλλα λόγια η “κίνηση” αυτή των κεντρικών τραπεζών μας γυρίζει –κατ' αρχήν– στη ρίζα της κατάρρευσης το 1971 του μεγαλύτερου οικονομικο/πολιτικού εγχειρήματος (Μπρέτον Γούντς και Γιάλτα) που επιχείρησε το καπιταλιστικό σύστημα το 1945 για να αντιμετωπίσει την πολιτική και οικονομική κρίση που δεν... έλυσε, ούτε καν με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γιάν. Αγγ.