Απόφαση για τις εκλογές 7 Μάρτη 2004



Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΕΚ-Τροτσκιστές

ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΟΧΗ ΣΤΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ!

ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ!



ΕΡΓΑΤΙΚΗ -ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΨΩΜΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ!

ΜΕ ΤΟ ΜΕΡΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΠΟΛΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙ-ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ, ΑΝΤΙ-ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΜΕ ΤΟ ΕΕΚ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ, ΤΗΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ


1. Η ήττα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 7ης Μαρτίου κι η επάνοδος, μετά από πολλά χρόνια, της Δεξιάς στην κυβερνητική εξουσία δεν είναι απλώς «εναλλαγή» ούτε βεβαίως «απαλλαγή». Αποτελεί καμπή στις πολιτικές εξελίξεις, τρεις δεκαετίες μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας. Η ίδια η νικήτρια Δεξιά κομπάζει ότι αποτελεί τη «Νέα Μεταπολίτευση». Όμως, η αντιδραστική Νέα Δημοκρατία δεν είναι ούτε «νέα» ούτε έχει τη δυναμική μιας «μεταπολίτευσης» κι είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει να θάψει τα δημοκρατικά λαϊκά κεκτημένα της ίδιας της Μεταπολίτευσης του 1974. Το αν οι κομπασμοί γίνουν πραγματικότητα αυτό θα κριθεί όχι στη Βουλή ή στα τηλεπαράθυρα αλλά στο σκληρό έδαφος της ταξικής πάλης την επόμενη περίοδο. Άμεσο καθήκον των πρωτοπόρων μαχητών του εργατικού και του λαϊκού κινήματος είναι να διαψεύσουν τα σχέδια των νέων διαχειριστών του συστήματος και της κρίσης του και να οργανώσουν τους κοινωνικούς αγώνες και την απαραίτητη πολιτική οργάνωση κι ενότητα δράσης που θα κάνουν δυνατή την ανατροπή τους από τα κάτω κι αριστερά, για να πάρουν οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι την τύχη τους στα χέρια τους, να πραγματώσουν τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του Πολυτεχνείου και του 1974 για την αλλαγή της κοινωνίας και την χειραφέτηση από την καπιταλιστική κυριαρχία και την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία.

2. Απαραίτητη, σ’ αυτή την κατεύθυνση, είναι η σωστή εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος, χωρίς εντυπωσιασμούς ή επιδερμικές προσεγγίσεις. Πρώτα-πρώτα, ας βάλουμε ερωτηματικό σε μια ευρύτατα διαδεδομένη ερμηνεία: η πλειοψηφία που ανέδειξε η κάλπη δείχνει ότι υπήρξε πράγματι δεξιά στροφή στη κοινωνία; Στις σημερινές συνθήκες μια τέτοια ερμηνεία μπορεί αντικειμενικά να λειτουργήσει σαν απολογητική και του ηττημένου ΠΑΣΟΚ αλλά και της κυβέρνησης της ΝΔ. Ήδη την επικαλέστηκε εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, ο Τηλέμαχος Χυτήρης και την επανέλαβαν πολλοί άλλοι από όλο το πολιτικό φάσμα: «Υπήρξε δεξιά μετατόπιση της κοινωνίας τα τελευταία χρόνια, ανάπτυξη ισχυρών συντηρητικών τάσεων που καταγράφηκαν και σε έρευνες και τις οποίες η κυβέρνηση Σημίτη επιχείρησε χωρίς επιτυχία να ελέγξει, μετατοπίζοντας και το ΠΑΣΟΚ δεξιότερα, κι είναι αυτή η συντηρητικοποίηση του λαού που εκφράστηκε τελικά και στην κάλπη». Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι μια κοινωνία σε κρίση κι αδιέξοδο διατρέχεται από αντιφατικές τάσεις, συντηρητικές και ριζοσπαστικές κι είναι, όπως έλεγε ο Τρότσκι «σαν τον άρρωστο που στριφογυρίζει στο κρεβάτι αριστερά και δεξιά χωρίς να ησυχάζει από τον πυρετό». Αλλά εκείνοι που θέλουν να βλέπουν μονόπλευρα τις δεξιόστροφες τάσεις, π.χ. τους εθνικοθρησκευτικούς φανατισμούς που προωθεί ο σκοταδισμός του Χριστόδουλου κττ. μένουν εντελώς τυφλοί μπροστά σε εξελίξεις ιστορικής εμβέλειας: τα μεγαλειώδη αντιπολεμικά συλλαλητήρια που συγκλόνισαν την χώρα ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ το 2003 και που είχαν σαφώς αριστερό αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, την είσοδο μιας νέας γενιάς στη πάλη ιδιαίτερα κατά του πολέμου και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αλλά και την Γενική Απεργία του 2001, μια πρωτοφανή μαζική αμφισβήτηση από τα αριστερά που μπλόκαρε το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο Γιαννίτση, παρόλο που ήταν επείγουσα ανάγκη κι εντολή της άρχουσας κεφαλαιοκρατίας και της ΕΕ κι υποχρέωσε την κυβέρνηση των «εκσυγχρονιστών» σε οδυνηρή αναδίπλωση. Η νέα κυβέρνηση, έτσι κι αλλιώς, αρχίζει εκεί που κόλλησε η προηγούμενη. Έχει να αντιμετωπίσει τα εμπόδια που έβαλαν οι μάζες στην κυβέρνηση Σημίτη τόσο σε σχέση με το Ασφαλιστικό και την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων όσο και σε σχέση με τα καταστροφικά σχέδια του ιμπεριαλισμού στην περιοχή και διεθνώς. Η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στο φθαρμένο στην εξουσία, διεφθαρμένο και μεταλλαγμένο ΠΑΣΟΚ, ελλείψει μια πειστικής εναλλακτικής διεξόδου από τα αριστερά, καταγράφηκε δεξιά. Τα αίτια της εκλογικής ήττας είναι οφθαλμοφανή: η πολιτική αποσύνθεση του ΠΑΣΟΚ, η λαϊκή δυσφορία κι η ευρύτατη δυσαρέσκεια από το αποτυχημένο «εκσυγχρονιστικό» εγχείρημα Σημίτη που έκανε τους φτωχούς φτωχότερους , μια χούφτα μεγαλοεργολάβους και καρχαρίες πλουσιότερους και κυβερνητικούς παράγοντες πλουσιότατους, με το «έπος Πάχτα» να συνοψίζει μια ολόκληρη περίοδο, η γοργή διάψευση προσδοκιών στην αλλαγή ηγεσίας της τελευταίας στιγμής καθώς ο μεταμοντέρνος προστατευόμενος της Μαντλήν Ωλμπράϊτ και του Κόλιν Πάουελ Γ.Α. Παπανδρέου έκανε την περιβόητη «διεύρυνση» προς τους εκπροσώπους της θατσερικής Δεξιάς στη κυβέρνηση Μητσοτάκη, τον Μάνο και τον Ανδριανόπουλο αλλά και στους εντελώς δυσφημισμένους πρωταγωνιστές της «συγκυβέρνησης» Τζανετάκη και του Ειδικού Δικαστηρίου, τον Ανδρουλάκη και την Δαμανάκη. Όλα αυτά ενίσχυσαν τις φυγόκεντρες τάσεις στο ΠΑΣΟΚ, έστρεψαν ένα μικρό τμήμα προς την αριστερά αλλά περισσότερους προς τα δεξιά. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι παρόλο που μετατοπίστηκαν προς την ΝΔ μεσαία στρώματα των ελευθεροεπαγγελματιών (το ΠΑΣΟΚ είχε απώλειες στο ποσοστό του -9% σ’ αυτό το στρώμα κι η ΝΔ κέρδος +8,7%) κι ένα τμήμα των ανώτερων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας (απώλειες - 4,5/6,4% για το ΠΑΣΟΚ, κέρδη +5,7 / 6,6% για τη ΝΔ) αλλά και των συνταξιούχων ( απώλειες –7,5% το ΠΑΣΟΚ κι αντίστοιχα κέρδη +7,2% η ΝΔ) , το ΠΑΣΟΚ συνολικά συγκράτησε την πτώση του στο 40,7 % χάρη στη μειωμένη αλλά πιο ανθεκτική υποστήριξη των εργατών ιδίως στη Β΄Αθήνας και φτωχών αγροτικών στρωμάτων στην επαρχία (το ποσοστό αυξήθηκε εδώ κατά +2,4% σε σχέση με τις εκλογές του 2000 και παρόλο το ξεκλήρισμα πάμπολλων αγροτικών νοικοκυριών λόγω πολιτικής ΕΕ). Οι λαϊκοί ψήφοι που συγκράτησε το ΠΑΣΟΚ δεν εκφράζουν κάποια έγκριση στα αντιλαϊκά του μέτρα αλλά ταξικό μίσος προς την Δεξιά, όπως κι η λαϊκή δυσαρέσκεια που εκφράστηκε με υπερψήφιση της ΝΔ δεν εκφράζει ενστερνισμό του δεξιού προγράμματος αλλά απέχθεια στα έργα και τις ημέρες του πασοκικού καθεστώτος. Οι λαϊκές μάζες εκφράστηκαν κατά κύριο λόγο αρνητικά, μένοντας εγκλωβισμένες όχι απλώς στα δύο κόμματα αστικής εξουσίας αλλά και στο αδιέξοδο λόγω και της απουσίας μιας αξιόπιστης διεξόδου από την Αριστερά, με προοπτική εξουσίας- εργατικής εξουσίας. Οι σταλινικοί εγκέφαλοι του Περισσού, αρνούμενοι οποιαδήποτε αυτοκριτική, ρίχνουν τις δικές τους ευθύνες στον λαό «που διαλέγει να χορεύει τον χορό του Ζαλόγγου» και δεν ψηφίζει το γραφειοκρατικό ΚΚΕ των νοσταλγών του Στάλιν και του Μπρέζνιεφ. Τους ταιριάζουν οι ειρωνικοί στίχοι του Μπρεχτ που καλούσε την σταλινική κυβέρνηση του Ανατολικού Βερολίνου στα αιματηρά γεγονότα του 1953 καθώς βρίσκονταν σε αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα «να διαλύσει τον λαό και να εκλέξει έναν άλλο λαό». Όσον αφορά, πάλι, τον ΣΥΝ, παρά το «ριζοσπαστικό» λίφτινγκ, δεν μπορεί ούτε καν να κρύψει με ευπρέπεια ότι το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η κοινοβουλευτική του επιβίωση και πανηγύριζε τη βραδιά της νίκης της αντιλαϊκής «λαϊκής» Δεξιάς. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η καθεστωτική σταλινογενής Αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη στο γκέτο της, παρά την ελάχιστη επέκταση της περιμέτρου των τειχών που την περικλείουν. Οι ενδείξεις της κοινωνικής-ταξικής γεωγραφίας του εκλογικού αποτελέσματος και προπαντός τα τεκμήρια της ταξικής πάλης και των λαϊκών κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι δεν ευθυγραμμίζεται μηχανικά η υπερψήφιση της ΝΔ με κάποια συνολική δεξιά μετατόπιση της κοινωνίας. Αντίθετα, υπάρχει αναντιστοιχία, αντίφαση, ανάμεσα στην κοινοβουλευτική ισχύ της ΝΔ και στους κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων που δεν έχουν ακόμα ανατραπεί. Η εργατική τάξη δεν έχει υποστεί ακόμα μια συντριπτική ήττα σε άμεση ταξική αναμέτρηση-το δυναμικό της φάνηκε ήδη το 2001- και υπάρχουν ακόμα κοινωνικές αντιστάσεις που ενσωματώνουν τα δημοκρατικά και κοινωνικά κεκτημένα της Μεταπολίτευσης. Οι μεγάλες προκλήσεις βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα- η οικονομική κρίση του καπιταλισμού που θα γίνει δριμύτερη μετά τους Ολυμπιακούς, οι δρακόντειες εντολές της ΕΕ, το Κυπριακό που το σχέδιο Ανάν το μετατρέπει σε διχοτομημένο προτεκτοράτο τύπου Βοσνίας και σε ωρολογιακή βόμβα στην περιοχή, οι ολόπλευρες πιέσεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για ευθυγράμμιση στα σχέδιά του στην «Ευρύτερη Μέση Ανατολή», για να αναφέρουμε τις κυριότερες – θα οξύνουν αυτή την αντίφαση και θα διευρύνουν αναπόφευκτα το χάσμα κοινωνίας / κυβέρνησης, πυροδοτώντας συγκρούσεις με απρόβλεπτες διαστάσεις και έκβαση. Ήδη στην Ευρώπη όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις της Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς βρίσκονται σε μεγάλη κρίση: η κυβέρνηση Αθνάρ στην Ισπανία μαυρίστηκε αγρίως λόγω της συμμαχίας της με τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ και τα αλαζονικά ψέματά της μπροστά στη τραγωδία της Μαδρίτης στις 11 Μαρτίου, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι παραδέρνει μέσα στην οικονομική αναποτελεσματικότητα και τα σκάνδαλα διαπλοκής, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας βουλιάζει μέσα στην δημοσιονομική-οικονομική κρίση. Γιατί η κυβέρνηση Καραμανλή να πετύχει εκεί που απέτυχαν οι ομόλογες της στην Ευρώπη ή και η προκάτοχός της κυβέρνηση των «εκσυγχρονιστών»;

3. Η αντίφαση αυτή ανάμεσα στη κοινοβουλευτική δύναμη και την κοινωνική αδυναμία της ΝΔ διαπερνάει ήδη τη νέα κυβέρνηση κι αποτυπώνεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και τα πρώτα πολιτικά της βήματα. Η ΝΔ ήρθε στην εξουσία πατώντας πάνω στο βαρέλι δυναμίτη της λαϊκής δυσαρέσκειας που μπορεί με ένα σπίρτο να εκραγεί Ο νέος πρωθυπουργός και τα ταξικά πιο συνειδητά τμήματα της άρχουσας τάξης που τον στήριξαν και τον στηρίζουν ακολουθούν μια προσεκτική πολιτική μετριοπάθειας, αποφεύγοντας πολώσεις, διατηρώντας ένα ήπιο κλίμα και συνεχίζοντας να μιλάνε για «κοινωνικές ευαισθησίες και βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη», όπως και στη προεκλογική περίοδο, όπου συστηματικά η Δεξιά προσπαθούσε, όχι χωρίς επιτυχίες, να προσπερνάει από τα «αριστερά» το δεξιόστροφο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, του Γιωργάκη και του Μάνου. Η «επικοινωνιακή καταιγίδα» ηπιότητας και «πολιτικού πολιτισμού» της ΝΔ με την συνδρομή του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα εμετική κατά την παράδοση των υπουργείων, τα γεύματα εργασίας Φλωρίδη –Βουλγαράκη, την προθυμία του... Πάχτα να βοηθήσει τον διάδοχό του, τα καλά λόγια καλλιτεχνών και διανοουμένων στο νέο πρωθυπουργό-υπουργό Πολιτισμού(!), τους θερμούς εναγκαλισμούς του Καραμανλή με τον Θεοδωράκη, τον άνθρωπο παντός καιρού κλπ. έχουν σα στόχο να πετύχουν ανοχή και συναίνεση, μια περίοδο χάριτος που λείπει απελπιστικά την στιγμή που την έχουν όσο ποτέ ανάγκη. Η πολιτική «μετριοπάθειας», τουλάχιστον μέχρι το τέλος των Ολυμπιακών, αποσκοπεί στη σταθεροποίηση της εξουσίας στα χέρια της νέας κυβέρνησης του κεφαλαίου πριν έρθουν οι μέρες της δοκιμασίας. Κι έχουν συνείδηση ότι οι μέρες αυτές δεν θα αργήσουν. Η κρίση έτσι κι αλλιώς θα ενσκήψει δριμύτερη όταν κλείσουν οι προβολείς κάτω από το θλιβερό κι ατελείωτο σκέπαστρο του Καλατράβα... Γι’ αυτούς τους λόγους η πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή του Β΄ παίρνει την μορφή περίεργου υβριδίου: είναι κυβέρνηση κεντροδεξιών –ακροδεξιών. Οι τελευταίοι είναι καραμπινάτοι εκπρόσωποι της δεξιότερης Δεξιάς, σαν τον Ανδρεουλάκο που δήλωνε το 1998 ότι πρέπει να μαντρωθούν οι λαθρομετανάστες στη Γυάρο και το Μακρονήσι, τον πιστολά Γιακουμάτο, τον αστέρα του «βορειοηπειρωτικού αγώνα» της ΣΦΕΒΑ Παναγιωτόπουλο, τον Μιχαλολιάκο κ. ά. Όχι μόνο συμμετέχουν στην κυβέρνηση του νεοδημοκρατικού «πολιτικού πολιτισμού» αλλά και είναι ακροβολισμένοι σε καίρια σημεία των κρατικών μηχανισμών καταστολής κι αντιμετώπισης του εργατικού κινήματος, έτοιμοι για δράση και προπαντός έτοιμοι να προετοιμάσουν τους κρατικούς μηχανισμούς, φανερούς και σκοτεινούς, «εθνικούς» και υπερεθνικούς, για δράση όταν η σύγκρουση θα έχει γίνει αναπόφευκτη ανάμεσα στη κυβέρνηση και τις λαϊκές μάζες, μαζί και τα στρώματα που τώρα την ψήφισαν. Ήδη αποτελεί πρόκληση κατά του λαού το γεγονός ότι η πρώτη, ουσιαστικά πράξη, της τωρινής κυβέρνησης ήταν να καλέσει το ΝΑΤΟ να ...μας προστατέψει, εν όψει Ολυμπιακών Αγώνων! Η πρόκληση πρέπει να απαντηθεί από τον ίδιο τον λαό και να δυναμώσει η πάλη του για να ξεκουμπιστούν το ΝΑΤΟ, οι σπιούνοι της ΣΙΑ, της Μοσσάντ κι όλων των ιμπεριαλιστικών μυστικών υπηρεσιών, για να ξηλωθούν οι αμερικανονατοϊκές ιμπεριαλιστικές βάσεις, τα ορμητήρια του πολεμικού ολέθρου. Δεν πρέπει να υπάρξει η παραμικρή περίοδος χάριτος. Μηδενική ανοχή για την κυβέρνηση Καραμανλή-Ανδρεουλάκου-Γιακουμάτου! Ο «πολιτικός πολιτισμός» τους είναι η πολιτική της βαρβαρότητας που έρχεται. Δεν υπάρχει λαϊκή Δεξιά. Παλιότερα αυτή αντιστοιχούσε στην διεύρυνση κι επάνδρωση του δημόσιου τομέα με «τα δικά τους παιδιά». Αυτό σήμερα στην εποχή της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης, των ιδιωτικοποιήσεων και της συρρίκνωσης του δημοσίου μαζί με την κατεδάφιση του όποιου κοινωνικού Κράτους περιορίζεται ασφυκτικά. Τώρα περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν, «λαϊκή Δεξιά» σημαίνει συγκρότηση ερεισμάτων σε τμήματα του λαού για να κατασταλούν οι διεκδικήσεις της πλειοψηφίας του λαού. Καμιά ανοχή στην αντίδραση και στους ευγενικούς συνομιλητές της, στους προσκυνημένους της κάθε εξουσίας!

4. Στους επερχόμενους αγώνες δεν μπορούμε να εναποθέσουμε, φυσικά, τις ελπίδες μας στο μεταλλαγμένο ΠΑΣΟΚ ή στη νεκρανάστασή του σε «αριστερότερη» εκδοχή. Η ηγεσία Γιωργάκη και η ήττα της 7 Μαρτίου λειτουργούν πλέον καταλυτικά και διαλυτικά σε ό,τι απέμεινε από το κίνημα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και που έκφρασε, έλεγξε, χειραγώγησε κι αποπροσανατόλισε υπέρ του συστήματος το ρεύμα μαζικού κοινωνικού ριζοσπαστισμού που βγήκε μέσα από την αντιδικτατορική πάλη και την Μεταπολίτευση του 1974. Δεν μπορούμε, όμως να πάμε στους επερχόμενους αγώνες και με μια Αριστερά των ταξικών συμβιβασμών ή που στέκεται μακάρια μέσα στο χρυσελεφάντινο πύργο της σεχταριστικής περιχαράκωσης και της καιροσκοπικής αναμονής, πανευτυχής που κατάφερε να μπει ξανά στη Βουλή ή να αυξήσει το 5% των ψήφων σε 5.5%. Απαιτείται η συγκρότηση ενός ταξικού αντιγραφειοκρατικού πόλου της αντικαπιταλιστικής αντιϊμπεριαλιστικής επαναστατικής Αριστεράς που θα συγκεντρώσει μετωπικά τις πιο πρωτοπόρες και μαχητικές δυνάμεις του εργατικού, λαϊκού, νεολαιίστικου κινήματος σε ρήξη με την κυβέρνηση και το σύστημα συνολικά. Το Μέτωπο Ριζοσπαστικής Αριστεράς–ΜΕΡΑ (στο οποίο συμμετέχουν το ΕΕΚ, το ΝΑΡ, το ΕΚΚΕ, η ΑΚΟΣ, οι Οικολόγοι Εναλλακτικοί, ανεξάρτητοι αγωνιστές της Αριστεράς, του αντικαπιταλιστικού οικολογικού κινήματος κ.α) παλεύει από το 1999 για ένα τέτοιο στόχο, στη βάση ενός προγράμματος ρήξης με τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις και τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, για μια διεθνιστική προοπτική σοσιαλιστικής ενοποίησης από τα κάτω στα Βαλκάνια, την περιοχή, την Ευρώπη, τον κόσμο. Στις τωρινές εκλογές της 7ης Μαρτίου είχε μια σημαντική στήριξη κι αξιόλογη αύξηση του ποσοστού και των ψήφων του, ιδιαίτερα σε εργατικά και φτωχά λαϊκά στρώματα, στη νεολαία και στη διανόηση. Αυτή η στήριξη κι ενίσχυση πρέπει τώρα να οδηγήσει σε νέες, ακόμα πιο αποφασιστικές μάχες, μέσα και μαζί με το μαζικό κίνημα, και σε πολιτική οργανωτική συσπείρωση ακόμα ευρύτερων δυνάμεων μέσα σε τοπικές επιτροπές του ΜΕΡΑ και με κατεύθυνση την συγκρότηση του μετωπικού πόλου. Ένας διακριτός μετωπικός πόλος επαναστατικών δυνάμεων θα μπορέσει να προωθήσει αποτελεσματικά το κίνημα συνολικά, μαζί και τις ευρύτερες συνεργασίες με την άλλη, τη ρεφορμιστική Αριστερά, για επιμέρους καυτά ζητήματα της κοινωνικής, αντί-κυβερνητικής κι αντιμπεριαλιστικής πάλης, για το Ενιαίο Μέτωπο σε ταξική βάση ενάντια στην ανεργία, την «ελαστικοποίηση» της εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα φιρμάνια της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, τις επιθέσεις στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες, την κρατική τρομοκρατία, τον τρομοκρατικό ιμπεριαλιστικό «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» του Μπους και της «Συμμαχίας των προθύμων». Το ΕΕΚ καλεί τα μέλη και τους υποστηρικτές του να συσπειρωθούν σ’ αυτή την πάλη. Να προετοιμάσουμε και να προετοιμαστούμε για τις κρίσιμες στιγμές και μάχες που έρχονται. Να παρέμβουμε μαζικά με την Πρωτοβουλία Αγώνα και το ΜΕΡΑ στη διεθνή αντιπολεμική κινητοποίηση της 20ης Μαρτίου. Να οργανώσουμε τη κινητοποίηση μας για την Γενική Απεργία της 31ης Μαρτίου. Να δώσουμε ακόμα πιο πετυχημένα και σε διεθνιστική βάση την μάχη των Ευρωεκλογών του Ιουνίου 2004. Να δυναμώσουμε την τροτσκιστική οργάνωσή μας σε όλα τα επίπεδα, πολιτικά, θεωρητικά, πρακτικά με ιδιαίτερη προσοχή στην δουλειά μας μέσα στη νεολαία, το συνδικαλιστικό κίνημα, το κίνημα των ελεύθερων χώρων και κατά της Ολυμπιάδας της μίζας, της ντόπας, της οικολογικής καταστροφής, του εργατικού σφαγείου. Τα καθήκοντά μας μέσα στη χώρα μας δεν διαχωρίζονται ούτε προτάσσονται στα διεθνιστικά μας καθήκοντα. Πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα η ιστορική μας ταυτότητα έχει και απαιτεί ένα διεθνή ορίζοντα, μια παγκόσμια προοπτική, ενάντια στον εθνοκεντρισμό. Στην εποχή μας η κοινωνική ανατροπή κι απελευθέρωση είναι αλληλένδετες με την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, την ολοκλήρωση του έργου που άρχισε το 1917 στη Ρωσία και που δεν τερματίστηκε με την υποστολή της κόκκινης σημαίας από τους γραφειοκράτες στο Κρεμλίνο. Στην άμεση περίοδο το ΕΕΚ θα κλιμακώσει τις ετοιμασίες του για την ενεργό συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συνέδριο για την επαναστατική Διεθνή της εργατικής τάξης που οργανώνει η Κίνηση για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς στο Μπουένος Άϋρες της Αργεντινής, στις 20-23 Απριλίου 2004. Η νέα κυβέρνηση της Δεξιάς αντιπροσωπεύει έναν κόσμο που πεθαίνει στην ιστορική του παρακμή. Ας υψώσουμε ψηλά εμείς τις σημαίες ενός νέου κόσμου που γεννιέται μέσα από τους εργατικούς αγώνες και τις λαϊκές εξεγέρσεις, από την παλαιστινιακή Ιντιφάντα και την ιρακινή Αντίσταση στις εξεγέρσεις στην Αργεντινή, Βολιβία, Περού κι Εκουαδόρ, από την αντιστεκόμενη στον ιμπεριαλισμό Βενεζουέλα και την Κούβα ως τον λαό του Σηάτλ και της Γένοβας, το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και τους μαζικούς απεργιακούς αγώνες στη Γαλλία, την Ιταλία και την Γερμανία.

Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, είναι η επανάσταση και ο κομμουνισμός!

Η ΚΕ του ΕΕΚ, 14 Μαρτίου 2004