ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΤΩΡΑ(2ο μέρος)

 

Του Σάββα Στρούμπου

Mέρος 2ο (τελευταίο)

Ο ΜΑΗΣ '68 ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΟ ΣΩΜΑ
Ο μαρξιστής ψυχίατρος Φελίξ Γκουατταρί (Felix Guattari) εκφράζει, ίσως, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πνεύμα της επανάστασης του Μάη στην παρακάτω φράση:
«Η επαναστατική συνείδηση είναι κάτι θολό αν δεν τοποθετείται εντός ενός επαναστατικού σώματος, με άλλα λόγια, εντός ενός σώματος που παράγει την ίδια του την ελευθερία» .
Η επανάσταση διαπερνά όλες τις στιβάδες της καθημερινής ζωής, τινάζοντας στον αέρα κάθε μορφή εξουσιαστικών σχέσεων στην οικογένεια, στη γειτονιά, στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στους χώρους δουλειάς, στις σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, στις σεξουαλικές επιλογές του κάθε ανθρώπου, αλλά και στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ίδια τη ζωή, το πώς σκέφτονται και το πώς δρουν, το τι σκέφτονται και το τι επιθυμούν να κάνουν.
Η απελευθέρωση της επιθυμίας και το άνοιγμα της φαντασίας των καταπιεσμένων, φέρνουν την τέχνη και τη δημιουργία μέσα στη ζωή. Η εξουσία πρέπει να δοθεί στη φαντασία, κατά το γνωστό σύνθημα. Οι εξεγερμένοι εργάτες και φοιτητές επιχειρούν να αναδημιουργήσουν την ίδια τους τη ζωή με κάθε δυνατό τρόπο. Στο κίνημα των Καταστασιακών που γεννιέται αυτή την περίοδο, η κάθε μέρα παίρνει διάφορες μορφές και ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εκδηλώνει με πολλούς τρόπους την αντίστασή του στη ρουτίνα, ως μέρος μιας συλλογικότητας, που διαμορφώνεται μέσα από αντι-ηγεμονικές συμμαχίες σε πολλά επίπεδα.
Οι κοινωνικοί επαναστάτες και οι καλλιτέχνες συναντιούνται αποφασιστικά με την ψυχανάλυση, προσπαθούν να συνομιλήσουν με τις σκοτεινές περιοχές του ασυνείδητου και του υποσυνείδητου, με το ανοίκειο μέσα στον άνθρωπο, με την τρέλα και το παραλήρημα, χωρίς φόβο και ηθικολογίες. Πλέον, η έρευνα του ανθρώπινου λαμβάνει χώρα σε όλο το φάσμα της κοινωνικής, ψυχικής και πνευματικής ζωής του ανθρώπου. Αυτό που πλέον διακυβεύεται είναι η πλήρης ανθρωπινότητα του ανθρώπου, ο ίδιος ο ανθρώπινος άνθρωπος σε αναζήτηση μιας νέας τοπογραφίας κοινωνικών σχέσεων, μια κοινότητα του αισθάνεσθαι και του ζειν των καταπιεσμένων, όπου η τέχνη, συμβάλλοντας στον ριζικό μετασχηματισμό της συλλογικής και ατομικής ζωής, γίνεται η ίδια τρόπος ζωής.
Στον χώρο του θέατρου έχουμε την κολεκτίβα Living Theatre (Ζωντανό Θέατρο), με επικεφαλής τους Τζούλιαν Μπεκ (Julian Beck) και Τζούντιθ Μαλίνα (Judith Malina) . Οι ηθοποιοί της κολεκτίβας είναι στρατευμένοι στον χώρο της αναρχίας και της ελευθεριακής-μαρξιστικής αριστεράς, ζουν όλοι μαζί, συχνά παρουσιάζουν παραστάσεις τους στον δρόμο, μέσα σε διαδηλώσεις, σε φυλακές, αλλά και σε θέατρα. Συμμετέχουν στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, στις ΗΠΑ, ταξιδεύουν στη Λατινική Αμερική αλληλέγγυοι στα πολλά αντάρτικα κινήματα της περιόδου. Συχνά φυλακίζονται για τη δράση τους. Τον Μάη βρίσκονται στο εξεγερμένο Παρίσι και συμμετέχουν στην κατάληψη του θεάτρου Odeon.

ΤΕΧΝΗ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αυτό το ταξίδι σε τρεις στιγμές–περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ότι η σχέση καλλιτεχνών και πολιτικής στράτευσης δεν μπορεί παρά να είναι πολύμορφη, αντιφατική, γεμάτη εντάσεις, πολυσχιδής και πολύτροπη. Όσο η τέχνη παραμένει στη «βαβυλώνια αιχμαλωσία» των νόμων της αγοράς, τα ερωτήματα που μας απασχολούν σε αυτό το κείμενο θα παραμένουν αγωνιωδώς ανοιχτά, ώσπου «να κλείσει κατά συνέπεια η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας» .
Ωστόσο, σήμερα, στον χρόνο, αλλά και στον χώρο του τώρα, πώς μπορεί μέσω της ζωής και μέσω του έργου του να συνδεθεί ο καλλιτέχνης με τα κοινωνικά κινήματα; Πώς εννοούμε το ζήτημα της στράτευσης έργου τέχνης και δημιουργού; Αρκεί η κομματικότητα και η κομματική ένταξη; Αρκεί η έμφαση στο περιεχόμενο του έργου τέχνης;
Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, χωρίς, βέβαια, να ξεχνάμε ότι «η πατρίδα μας μέσα στον χρόνο» , στην οποία οφείλουμε να μείνουμε πιστοί, είναι εποχή δομικής-ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, γεμάτη πολέμους, αλλά και λαϊκούς ξεσηκωμούς. Περίοδος επιθανάτιας αγωνίας ενός εκμεταλλευτικού συστήματος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που προσπαθεί να καταστείλει κάθε εκδήλωση ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης. Εποχή όπου πολυεθνικές και επιχειρηματικοί όμιλοι, ιδρύματα και μαικήνες κάθε λογής, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική εξάρτηση και ανέχεια των καλλιτεχνών, αποικούν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου μία-μία όλες τις πηγές πολιτισμού και καλλιτεχνικής δημιουργίας στη χώρα και διεθνώς. Αλλά και εποχή όπου η αστική τάξη έχει εξαντλήσει τα οικονομικά και πολιτικά αποθέματα άσκησης εξουσίας και καταπίεσης των λαών, είτε στην κεϋνσιανή είτε στην νεοφιλελεύθερη μορφή τους. Μέσα σ' αυτό το «υπαρξιακό κενό» της αστικής εξουσίας είναι που κυοφορούνται ο ρατσισμός και ο εθνικισμός ως μορφές βιοπολιτικού ελέγχου των πληθυσμών, είναι που ο φασισμός και οι σάπιες δυνάμεις του γίνονται οι εμπροσθοφυλακή της καπιταλιστικής πανούκλας.
Σε αυτό το τοπίο καπιταλιστικής παρακμής, όπου το παλιό πνέει τα λοίσθια και το νέο αγωνιά να γεννηθεί, ο άνθρωπος των μητροπόλεων βιώνει τον κατακερματισμό της ίδιας του της ύπαρξης, πρόσφυγας από τον ίδιο του τον εαυτό, και σε πολλές περιπτώσεις από την ίδια του τη χώρα, απόξενος από το προϊόν της εργασίας του, αν βέβαια εργάζεται, αλλά και από κάθε εκδήλωση κοινωνικής ζωής. Άνθρωπος εξόριστος στην εξορία των ελαστικών συνθηκών υπο-αμοιβόμενης εργασίας, σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής και υπαρξιακής ανασφάλειας, αλλά και εξόριστος στους ιστοτόπους του διαδικτύου και στα κελιά του φέισμπουκ, ανήμπορος να συνομιλήσει με τον Άλλον απέναντί του και μέσα του, ξεριζωμένος από την ήδη ξεριζωμένη κοινότητα και από τον κατακερματισμένο του εαυτό.
Σε αυτές τις συνθήκες, μετά τη γελοία, αλλά και κυρίαρχη για πολλά χρόνια αφήγηση περί «τέλους της ιστορίας», το μαρξικό πρόταγμα για ανθρώπους που συνασπίζονται ελεύθερα, ως παραγωγοί των υλικών όρων της ζωής τους, αλλά και ως παραγωγοί των κοινωνικών σχέσεων που τους αναλογούν, έχει μείνει ριζικά ανεκπλήρωτο.
Ποια είναι, λοιπόν, η θέση του καλλιτέχνη και του έργου τέχνης μέσα στο τοπίο του λυκοφωτικού καπιταλισμού, ελλείψει μαζικού πολιτικού/πολιτιστικού κινήματος; Η άποψη του γράφοντος είναι πως ο καλλιτέχνης στρατεύεται στην υπόθεση της Ζωής, με τα μάτια στραμμένα στον Καθολικό άνθρωπο, υπό το πρίσμα της παράδοσης των Καταπιεσμένων.
Παρενθετικά, όσες διατριβές κι αν γραφτούν για τον αυτόνομο ρόλο της τέχνης κ.λπ., αν αντικρύσουμε το ζήτημα υπό το πρίσμα της Παράδοσης των Καταπιεσμένων , θα δούμε ότι κάθε επαναστατικό κίνημα που άλλαξε τον ρου της ιστορίας, εμπεριείχε τουλάχιστον αυτά τα δύο συστατικά: το πολιτικό και το πολιτιστικό. Ελπίζουμε πως το παρόν κείμενο ως τώρα έχει συμβάλλει στην ενίσχυση αυτής της άποψης. Ας επιστρέψουμε στο ερώτημα:
Μια από τις δομικές ανεπάρκειες στην παράδοση της κριτικής τέχνης (την τέχνη που με άλλα λόγια ονομάζουμε «πολιτική») είναι ότι ως τώρα έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κινητοποίηση της συνείδησης αυτών στους οποίους απευθυνόταν. Στις περισσότερες περιπτώσεις σκοπός ήταν/είναι οι καταπιεσμένοι να «μάθουν» ποιοι είναι οι μηχανισμοί άσκησης καταπίεσης και εκμετάλλευσης, πώς λειτουργούν κι ενδεχομένως πώς ανατρέπονται, μέσα από έργα τέχνης στα οποία η καταγγελία και η κριτική είναι οι κύριες μορφές έκφρασης. Ωστόσο, σπάνια οι καταπιεσμένοι έχουν ανάγκη να «μάθουν» σε τι οφείλεται η καταπίεσή τους. Συνήθως το γνωρίζουν πολύ καλά, και μάλιστα, πάνω στο πετσί τους.
Ένα άλλο, αντίστοιχης σημασίας ζήτημα που ο γράφων το γνωρίζει καλά μέσα από τον χώρο του θεάτρου: Ο «πολιτικός» χαρακτήρας ενός έργου τέχνης καθορίζεται μονάχα από το ίδιο του το περιεχόμενο και εκεί το θέμα κλείνει. Δηλαδή, εφόσον κανείς επιλέξει να «ανεβάσει» έργο «πολιτικού» συγγραφέα, η όλη συζήτηση τελειώνει, ακόμα κι αν οι ηθοποιοί παραμένουν απλήρωτοι, οι σχέσεις μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιών είναι πλήρως εξουσιαστικές, αν η παράσταση ανεβαίνει σε έναν από τους «γυάλινους πύργους» κάποιου επιχειρηματικού (και καθόλου καλλιτεχνικού) ομίλου κ.λπ.
Κατά τη γνώμη μας, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα από εντελώς διαφορετική οπτική: Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται (ή δεν χρειάζονται τόσο) να μάθουν ποιοι είναι οι μηχανισμοί καπιταλιστικής εκμετάλλευσης/καταπίεσης, όσο το να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ατομικά και συλλογικά, για να τους ανατρέψουν. Δεν έχουν ανάγκη να παρακολουθήσουν μονάχα μιας μορφής κατάδειξη του κατακερματισμένου χαρακτήρα της σύγχρονης ζωής και ύπαρξης, αλλά να γίνουν κοινωνοί των απαραίτητων ερεθισμάτων ώστε να αναζητήσουν και πάλι τη συλλογική ζωή εντός της χειραφετημένης κοινότητας, και μάλιστα, ως ελεύθεροι άνθρωποι. Ο «απέθαντος πόθος» για τη ζωή συνδέεται άμεσα και με την επιθυμία για καθολική αλλαγή των όρων της ζωής, σε όλον τον αστερισμό των διαστάσεων της, σε κάθε κρυφή ή φανερή της πτυχή.
Η απελευθέρωση της επιθυμίας για ελευθερία, η κινητοποίηση της ανάγκης για συνάντηση σε βάθος με τον Άλλον που έχω απέναντί μου, ο οποίος μπορεί να είναι Ξένος ή/και Διαφορετικός, ωστόσο, δεν είναι ούτε επικίνδυνος, ούτε εχθρός (από μια άποψη εδώ βρίσκεται η ρίζα των ρατσιστικών, ομοφοβικών, μισαλλόδοξων αισθημάτων), η εν ενεργεία ατομική και συλλογική προσδοκία για ριζική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων υπό τις οποίες ζούμε... Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν, βέβαια, από το έργο τέχνης την κινητοποίηση της συνείδησης, αλλά και τη συγκινησιακή έκρηξη και τον ερεθισμό της φαντασίας. Άρα, λοιπόν, μιλάμε για μια καθολική αισθητηριακή-και-πνευματική εμπειρία. Ίσως να πρόκειται για μια διαδικασία όπου η τέχνη–γίνεται–ζωή, μέχρι την απαραίτητη αυτοκατάργησή της.
Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα, αν σκοπός του/των δημιουργού/ών είναι τα όσα προαναφέρθηκαν, οι προθέσεις αυτές χρειάζεται να αντανακλώνται στις ίδιες τις σχέσεις εντός του καλλιτεχνικού σχήματος που τις εκφράζει. Ο γράφων στηρίζει την ιδέα της θεατρικής κολλεκτίβας εδώ και χρόνια, παρ' όλες τις τεράστιες αντιξοότητες που κατά καιρούς εμφανίζονται. Αυτός ο πυρήνας καλλιτεχνών/δημιουργών χρειάζεται να λειτουργεί ως εργαστήρι ανθρώπινων σχέσεων με γνώμονα την ίδια την ανθρώπινη χειραφέτηση. Είναι απαραίτητο ο κάθε καλλιτέχνης της κολλεκτίβας να νιώθει συστατικό μέρος της δημιουργικής διαδικασίας, να πιστεύει και να νιώθει πως το έργο «ανήκει» στον ίδιο και σε όλους όσους συμβάλλουν στη δημιουργία του, και βέβαια, να αμείβεται αξιοπρεπώς από την εργασία του. Από αυτή την άποψη, ο πολιτικός χαρακτήρας της τέχνης, δεν ξεκινά ούτε τελειώνει στο περιεχόμενο ενός έργου. Πυρήνας του είναι το ίδιο το κύτταρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η συλλογικότητα των καλλιτεχνών-δημιουργών.
Συμπερασματικά, λέμε λοιπόν ότι το έργο τέχνης μπορεί να δουλεύει προς την κατεύθυνση της ανθρώπινης χειραφέτησης σε επίπεδο όχι (ή όχι μόνο) πολιτικό, αλλά βιοπολιτικό, εντός του σώματος-και-πνεύματος των δημιουργών, αλλά και της κοινωνίας στην οποία απευθύνεται. Βέβαια, για να «ανοίξει» αυτή η δυνατότητα, είναι απαραίτητο ο καλλιτέχνης να συμμετέχει ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, να λαμβάνει μέρος στα κοινωνικά κινήματα χειραφέτησης, να βιώνει αυτός ο ίδιος τις ελπίδες και τους φόβους, τις αγωνίες και τις προσδοκίες της κοινωνίας στην οποία ζει, όχι απλώς χωρίς φόβο, αλλά και με την τόλμη του απελευθερωτικού οράματος, για έναν κόσμο όπου θα έχει εξαλειφθεί όχι μονάχα η εκμετάλλευση, αλλά και κάθε μορφή εξευτελισμού ανθρώπου από άνθρωπο. Και μια σκέψη που γοητεύει ιδιαίτερα τον γράφοντα: ο καλλιτέχνης μπορεί να δουλεύει, όχι μόνο για την επανάσταση, αλλά με την επανάσταση...
Υπό αυτό το πρίσμα τίθεται και το ζήτημα της κομματικής ένταξης του καλλιτέχνη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η ένταξη ενός δημιουργού σε επαναστατικό κόμμα μπορεί να αποτελέσει σημαντικότατο ερέθισμα προς την κατεύθυνση που συζητάμε, καθώς αυτού του είδους η στράτευση μπορεί να ανοίξει ένα ολόκληρο φάσμα γνώσεων, εμπειριών και οραμάτων για τον δημιουργό. Ωστόσο, αν αυτή η συνθήκη είναι ικανή, δεν είναι και αναγκαία για την χειραφέτηση του καλλιτέχνη. Χρειάζεται, μάλιστα, να διαχωρίσουμε πλήρως την πολιτική τοποθέτηση του ίδιου από το έργο του, αλλιώς μπαίνουμε και πάλι στα στεγανά της «στρατευμένης» τέχνης, η οποία αντί να λειτουργεί προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης των καταπιεσμένων, σκοπός της τελικά είναι να εκφράσει «ποιητικά» την κομματική γραμμή.
Με αφορμή αυτό το κείμενο, θα θέλαμε να εκφράσουμε την ελπίδα, ο χώρος της επαναστατικής αριστεράς να ανοίξει και πάλι τις πόρτες του στην τέχνη, να γίνει και πάλι ο χώρος όπου ο κάθε δημιουργός θα μπορεί να αναπνέει ελεύθερα, ζώντας μέσα σ' έναν χώρο ελεύθερης και συντροφικής, προσωπικής και συλλογικής σκέψης-και-δράσης, χωρίς την ασφυκτική λειτουργία θεωρητικών ή «ιδεολογικών» περιχαρακώσεων και περιορισμών. Μέσα από αυτές τις ζυμώσεις θα μπορέσουμε ως καλλιτέχνες, να γεννήσουμε θεσμούς και μορφές καλλιτεχνικής αντι-εξουσίας, να προτάξουμε τη σημασία της κοινότητας δημιουργών, αντανακλώντας τη σημασία της «κοινότητας που έρχεται» κάτω από τον ελεύθερο ουρανό της ιστορίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
• Αγκάμπεν, Τζιόρτζιο: «Η Κοινότητα που Έρχεται», εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2007
• Γκουατταρί, Φελίξ: «Για να τελειώνουμε με τη σφαγή του σώματος», μτφ. Σάββας Στρούμπος, περιοδικό Πανοπτικόν, τ. 23 (προς έκδοση)
• Μαρξ, Καρλ: «Η κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», εκδόσεις «Εργατική Πάλη», Αθήνα 2009
• Μιχαήλ, Σάββας: «Το Τραγικό Υποκείμενο», στον τόμο «Γκόλεμ», εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2010
• Μπένγιαμιν, Βάλτερ: «Θέσεις Για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας», εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα, Αθήνα, 2014
• Μπεκ, Τζούλιαν: «Η Ζωή του Θεάτρου», εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1982
• Στρούμπος, Σάββας: «Οκτωβριανή Επανάσταση και Τέχνη», περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, τ. 24
• Τρότσκι, Λέον: «Η Ζωή μου», εκδόσεις Αλλαγή, Αθήνα 1986.
• Λέον Τρότσκυ - Αντρέ Μπρετόν - Ντιέγκο Ριβέρα: «Μανιφέστο για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη», εκδόσεις Αλλαγή, Αθήνα, 1985.
• Badiou, Alain: "Beckett – L'increvable desir", ed. Hachette, 1995.