ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ ΓΚΡΑΦΙΤΙ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Γάλλος καλλιτέχνης με το ψευδώνυμο Blek le Rat έφτιαξε με σπρέι σε έναν τοίχο της γερμανικής Λειψίας, την απεικόνιση μιας Παναγίας. Ο Blek le Rat θεωρείται πατέρας του στένσιλ, μιας τεχνοτροπίας γκράφιτι που χρησιμοποίησε έπειτα κι ο πασίγνωστος Βρετανός Banksy στα έργα του πολιτικής διαμαρτυρίας. Πάνω από 20 χρόνια μετά κι αφού πέρασαν από πάνω του τόνοι αφισών, το έργο στη Λειψία κρίθηκε διατηρητέο.


Τέχνη ή βανδαλισμός το γκράφιτι; Η συζήτηση κρατάει από τη δεκαετία του ’60, όταν αυτό το είδος εκφραστικής γραφής άρχισε να παίρνει τη μορφή την οποία -με παραλλαγές- διατηρεί έως σήμερα. Το γκράφιτι πρωτοχρησιμοποιήθηκε από πολιτικούς ακτιβιστές ενώνοντας το περιεχόμενο με την εξωτερική μορφή της γραφής, συντελώντας τρόπον τινά μια μετάβαση από την απλή αναγραφή ενός συνθήματος στον τοίχο. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως υπογραφή από συμμορίες στα γκέτο της εξαθλίωσης και του περιθωρίου, με σκοπό να οριοθετήσουν περιοχές.


Εδώ και μερικές μέρες, ένα κάρο παπαγάλοι έχουν ξεμυτίσει στα αστικά ΜΜΕ και στα social media σκίζοντας τα ρούχα τους για τον λεγόμενο βανδαλισμό της γωνιακής πρόσοψης του κτηρίου στο ιστορικό συγκρότημα του Πολυτεχνείου, στη συμβολή των οδών Πατησιών και Στουρνάρη. Άλλοι στέκονται αποσβολωμένοι, από την τάχα καταστροφή που προκάλεσε το γιγάντιο ασπρόμαυρο γκράφιτι. Μάλιστα τη Δευτέρα 9/3 διατάχτηκε από τον προϊστάμενο της εισαγγελίας η διενέργεια κατεπείγουσας προκαταρκτικής εξέτασης, αναζητώντας τους «δράστες της φθοράς»! Λίγο νωρίτερα τα μέλη του προεδρείου της συνόδου πρυτάνεων ΑΕΙ εξέφραζαν με ανακοίνωσή τους τη θλίψη τους για τους «πρόσφατους βανδαλισμούς», ενώ ο καραδεξιός πρώην πρύτανης των ΜΑΤ Φορτσάκης ζητούσε «πιο αποτελεσματική φύλαξη των πανεπιστημιακών χώρων».


Οι αυτόκλητοι προστάτες της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν δείχνουν τον ίδιο ζήλο για την καταστροφή που σταθερά συντελείται σε πλήθος ιστορικών κτηρίων στο κέντρο της Αθήνας και αλλού. Καταστροφή που πηγάζει είτε από την μακροχρόνια εγκατάλειψη, είτε από την –με συνοπτικές διαδικασίες- ισοπέδωση της μπουλντόζας. Πιθανότατα να μην γνωρίζουν καν πως η τύχη των περισσότερων κτηρίων που κρίνονται διατηρητέα ξεκινάει και τελειώνει στον χαρακτηρισμό τους ως τέτοια. Μετά έρχεται η έλλειψη πόρων και η γραφειοκρατία, δηλαδή η καταδίκη τους να στέκονται ερειπιώδη ή στην καλύτερη περίπτωση ’’στολισμένα’’ επί δεκαετίες με τις γνωστές σκαλωσιές. Πιθανότατα επίσης να μην γνωρίζουν πως δεκάδες αξιόλογα νεότερα μνημεία έχουν ήδη κατεδαφιστεί λόγω αδιαφορίας ή λόγω νεοελληνικού ρουσφετιού, όταν βρίσκονταν σε οικόπεδα-φιλέτα.


Και στύβουμε το μυαλό μας να θυμηθούμε αν έχυσαν δάκρυα όταν κατεδαφίστηκαν ολοσχερώς από τον ανεγκέφαλο βάνδαλο Καμίνη όλα τα σημαντικότατα εσωτερικά μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της ‘Βίλλα Αμαλίας’, διατηρώντας μόνο το άμοιρο κουφάρι των εξωτερικών όψεων! Όπως είχε τότε επισημάνει σε άρθρο της η Ελένη Πορτάλιου, καθηγήτρια της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ: τα προηγούμενα χρόνια στη ‘Βίλα Αμαλίας’ «οι καταληψίες διέσωσαν το κτήριο, ενώ ο Δήμος Αθηναίων το κατέστρεψε, δίνοντας στους δημότες ελεεινά μαθήματα οικοδομικής αυθαιρεσίας και περιφρόνησης της αρχιτεκτονικής αξίας σημαντικών νεότερων μνημείων της Αθήνας.»


Γυρνώντας όμως στο ασπρόμαυρο γκράφιτι, ας δούμε πίσω από αυτό. Στην κυριολεξία. Τι συμβαίνει πίσω από τις -ασπρόμαυρες πια- όψεις, μέσα δηλαδή στο ιστορικό συγκρότημα του ΕΜΠ που οριοθετεί την είσοδο στα επίσης ιστορικά Εξάρχεια; Τι συμβαίνει μέσα στον χώρο που εδώ και δεκαετίες έχει φιλοξενήσει πάμπολλες φορές την εξέγερση κι ό,τι αυτή συμπαρασύρει στους ρυθμούς της: συνελεύσεις, συζητήσεις, προβολές, συναυλίες, χορούς, πάρτι, αυτοοργανωμένα μαθήματα, συναντήσεις κάθε είδους;


Τα τελευταία χρόνια το συγκρότημα κλειδώνεται κι αυτό δεν είναι απλώς απόρροια των -μνημονιακού τύπου- απολύσεων των φυλάκων, αλλά κάτι που προετοιμάστηκε με την αυταρχική, αντιακαδημαϊκή και σαφώς αντεργατική κατάργηση του ασύλου. Το κτήριο Αβέρωφ μετά την ανακαίνιση έχει μπει στη γυάλα για κυριλέ εκδηλώσεις. Το κτήριο Γκίνη -που δίνεται ακόμη για πολιτικές εκδηλώσεις- έχει εγκαταλειφθεί και αποσυντίθεται. Το Πολυτεχνείο δεν σφύζει από ουσιαστική ζωή αφού οι φοιτητές σπρώχνονται να τελειώνουν άρον άρον με το πτυχίο και χρησιμοποιούν τους χώρους διεκπεραιωτικά. Όπως φαίνεται, τα υπουργεία κι οι πρυτανείες ονειροβατούν ότι θα μετατρέψουν τον πανεπιστημιακό χώρο σε έναν απροσπέλαστο για την εργατική τάξη τόπο, έναν ανοιχτό τάφο για να μπαινοβγαίνουν μέσα κει φοιτητές-ζόμπι.


Ηθελημένα ή άθελά του, απέναντι σε αυτό είναι που εμφανίζεται ‘από το πουθενά’ το ασπρόμαυρο γκράφιτι. Και δεν φλερτάρει με καμιά δήθεν καλλιτεχνική αρτιότητα. Μπορεί να είναι αφρόντιστο και πρόχειρο αλλά ακόμη κι αυτό είναι μέρος του έργου, μιας τέχνης παράνομης και γι’ αυτό πάντα βιαστικής. Μιας τέχνης που ξέρει πως είναι εφήμερη, εκτεθειμένη σε κάθε είδους αλλοιώσεις. Άλλωστε η επαναφορά των προσόψεων στην αρχική τους κατάσταση είναι πάντα εφικτή. Καμιά ανεπίστρεπτη παρέμβαση δεν έγινε κι ούτε το ίδιο το γκράφιτι διεκδικεί μονιμότητα.


Όμως η σημερινή συζήτηση για το τεράστιο ασπρόμαυρο γκράφιτι δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αθώα. Δεν είναι εκφορά αξιολόγησης για μια μορφή τέχνης, που καθένας διατηρεί το δικαίωμά του να της ασκεί κριτική, να την απολαμβάνει ή να τη σιχαίνεται. Είναι επίθεση στην street art (τέχνη του δρόμου) που γεννήθηκε από την προσπάθεια των αποκλεισμένων από τα πάντα να εκφραστούν καλλιτεχνικά, να ανησυχήσουν την πόλη, να συνομιλήσουν με τους κατοίκους της, να επικοινωνήσουν στον καμβά του δρόμου. Είναι επίθεση στους ίδιους τους αποκλεισμένους –πλειοψηφικά νέους- που εξεγείρονται.


Αλλά ούτε χρειάζεται δάφνες εσωτερικής κατανάλωσης των Εξαρχείων. Μέσα σε έναν κόσμο αστικά πλασμένο δεν μπορούμε να μιλάμε για προλεταριακή τέχνη κι επειδή σκοπός των επαναστατών είναι να καταργήσουν τις τάξεις δεν θα υπάρξει και ποτέ τέτοια. Η εργατική τάξη, μας είπε ο μπολσεβίκος Τρότσκι, θα πάρει την εξουσία εκτός των άλλων «για να ξεμπερδέψει μια για πάντα με την ταξική κουλτούρα και για ν’ ανοίξει το δρόμο σε μιαν ανθρώπινη κουλτούρα».
Το ασπρόμαυρο γκράφιτι πολύ απλά άνοιξε μια συζήτηση που μένει να γίνει, φώτισε μια πτυχή της αλήθειας που μέλλει να αλλάξει. Και γι’ αυτό είναι τέχνη.


αναστασία δ


[Το άρθρο αποτελεί προδημοσίευση από την εφημερίδα Νέα Προοπτική-Τέυχος 592-14/3/15]