MAURIZIO LAZZARATO. "Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΧΡΕΩΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ" ΕΚΔ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2014

Βιβλιοπαρουσίαση

«Λιγότερο από είκοσι χρόνια μετά την «οριστική νίκη επί του κομμουνισμού» και δεκαπέντε χρόνια μετά το «τέλος της  Ιστορίας» ο καπιταλισμός βρίσκεται σε αδιέξοδο. Από το 2007 ζει με ενέσεις αστρονομικών ποσών δημόσιου χρήματος. Παρ’ όλα αυτά στριφογυρίζει στον αέρα. Στην καλύτερη περίπτωση αναπαράγεται διαλύοντας με μανία ό,τι έχει μείνει από τις κοινωνικές κατακτήσεις των δύο τελευταίων αιώνων»

Έτσι αρχίζει το εξαιρετικό βιβλίο του Μαουρίτσιο Λατσαράτο, Ιταλού φιλόσοφου, κοινωνιολόγου και ακτιβιστή, με δράση στο κίνημα της «Εργατικής αυτονομίας» στη δεκαετία του ’70, που ζει μόνιμα στο Παρίσι.

Το βιβλίο χωρίζεται βασικά σε τρία μέρη: Στο πρώτο μέρος αναλύεται η κατασκευή του χρέους, ως θεμέλιο του κοινωνικού, στο δεύτερο παρουσιάζεται η γενεαλογία του χρέους και η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου και στο τρίτο αναλύεται η κυριαρχία του χρέους στο νεοφιλελευθερισμό.

Στο βιβλίο τεκμηριώνεται η αδυναμία του καπιταλισμού να βγει από την κρίση του. Η κρίση του χρέους, λέει ο Lazzarato στην εισαγωγή του βιβλίου, δεν είναι μια κερδοσκοπική τρέλα, αλλά η απόπειρα να κρατηθεί στη ζωή ένας ήδη άρρωστος καπιταλισμός. Η λιτότητα, οι θυσίες, η κατασκευή της υποκειμενικής μορφής του οφειλέτη δεν είναι μια κακή στιγμή που θα περάσει για να έρθει μια «νέα ανάπτυξη», είναι αντίθετα, τεχνικές εξουσίας.

Μέσα στην οικονομία του χρέους διαλύεται η νέα οικονομία, η κοινωνία της πληροφορίας, η κοινωνία της γνώσης. Ο Lazzarato επιχειρεί να αναλύσει τη σχέση πιστωτή – οφειλέτη με τη βοήθεια του Αντί - Οιδίποδα των Ντελέζ και Γκουαταρί, της Γενεαλογίας της Ηθικής του Νίτσε, και της θεωρίας του Μαρξ για το χρήμα. Κάνει δύο υποθέσεις, ότι στη βάση της κοινωνικής σχέσης βρίσκεται όχι η ισότητα της ανταλλαγής αλλά η ασυμμετρία της χρέωσης – πίστωσης και ότι το χρέος είναι μια οικονομική σχέση αξεδιάλυτη από την παραγωγή του υποκειμένου – οφειλέτη και της «ηθικής» του. Η οικονομία του χρέους συμπληρώνει την εργασία με μια «εργασία επί του εαυτού», έτσι ώστε οικονομία και «ήθος» να λειτουργούν αλληλένδετα. Οι κλασσικές έννοιες της εργασίας, του κοινωνικού και του πολιτικού διαπερνώνται από το χρέος και επαναπροσδιορίζονται κατά πολύ από αυτό.

Στη σημερινή εποχή, μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης, ακόμα και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων γίνεται συνεχής αναφορά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τι είναι, όμως, αυτό στην πραγματικότητα; Δεν είναι απλοί κερδοσκόποι, αλλά οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, ενώ οι «βιομηχανικοί καπιταλιστές», οι επιχειρηματίες που ρισκάρουν τα δικά τους κεφάλαια καταντούν απλοί «υπάλληλοι» («μισθωτοί» ή αμειβόμενοι με μετοχές) της χρηματοπιστωτικής αξιοποίησης.

Όταν ανάγουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα στον κερδοσκοπικό και μόνο ρόλο του παραγνωρίζουμε τον πολιτικό του ρόλο ως εκπροσώπου του «κοινωνικού κεφαλαίου» όπως λέει ο Μάρξ. Παραγνωρίζουμε επίσης τη λειτουργία που ασκεί ως «συλλογικός καπιταλιστής», όπως λέει ο Λένιν, μέσω τεχνικών διακυβέρνησης επί της κοινωνίας στο σύνολό της. Παραγνωρίζουμε τέλος την ικανότητά του να παράγει κέρδη. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, τα συνολικά κέρδη που έβγαλε ο χρηματοπιστωτικός τομέας, οι ασφάλειες και τα ακίνητα, στη δεκαετία του 1990, ξεπέρασαν τα κέρδη του βιομηχανικού τομέα.

Εξάλλου, είναι αδύνατο να διαχωριστεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας από την παραγωγή, αφού αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι κάθε τομέα δραστηριότητας.

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες δουλεύουν συμβιωτικά.

Από αυτή την άποψη, το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι μια υπερβολή, δεν εκφράζει την απληστία της ανθρώπινης φύσης, αλλά μια σχέση εξουσίας μεταξύ πιστωτών και οφειλετών.

Η κατασκευή των χρεών αποτελεί τον πυρήνα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Το παράδειγμα της Ελλάδας, στο οποίο αναφέρεται συχνά ο συγγραφέας είναι χαρακτηριστικό.

Το πάγωμα των μισθών και των συντάξεων, οι δραστικές περικοπές των κοινωνικών δαπανών, η εξατομίκευση της κοινωνικής πολιτικής, οι ιδιωτικοποιήσεις των υπηρεσιών του κράτους πρόνοιας, η υπερφορολόγηση των μικρομεσαίων στρωμάτων, οι νομισματικές πολιτικές συγκλίνουν στη δημιουργία τεράστιων χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών και λειτουργούν ως θεμέλια της οικονομίας του χρέους.

«Το χρέος ελκύει μια δική του «ηθική», διαφορετική και συνάμα συμπληρωματική προς την ηθικής της εργασίας. Στο ζεύγος «προσπάθεια – ανταμοιβή» της ιδεολογίας της εργασίας προστίθεται η ηθική της υπόσχεσης (να τιμά κανείς το χρέος του) και της ενοχής (επειδή το απέκτησε). Όπως μας θυμίζει ο Νίτσε η έννοια του “Schuld” (ενοχή, φταίξιμο, αμάρτημα), θεμελιώδης στην ηθική, ανάγεται στην πολύ υλική έννοια των “Schulden” (χρέη). Η «ηθική» του χρέους οδηγεί σε μια ηθικοποίηση του άνεργου, του «υποστηριζόμενου», του χρήστη του κράτους πρόνοιας, αλλά συγχρόνως και ολόκληρων λαών. Η εκστρατεία του γερμανικού τύπου ενάντια στους παρασιτικούς και ανεπρόκοπους Έλληνες μαρτυρεί τη βία της ενοχής που εκκρίνει η οικονομία του χρέους» (σ. 55).

Το χρέος, λοιπόν, είναι μια καθολική σχέση εξουσίας, συμπεριλαμβάνοντας τους πάντες, ακόμα και τους πολύ φτωχούς, που πληρώνουν τόκους σε πιστωτές, μέσω της αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Οι οικονομολόγοι λένε ότι κάθε νέο μωρό στη Γαλλία γεννιέται με 22.000 ευρώ χρέος στην πλάτη του, το χρέος των προηγούμενων γενιών.
Διαβάζοντας μαρξιστικά τον «αντί-οιδίποδα» ο Λατσαράτο τονίζει ότι η παραγωγή της υποκειμενικότητας, των τρόπων ύπαρξης των ανθρώπων, ανήκει στην οικονομική βάση και όχι στο εποικοδόμημα, ένα εμπόρευμα που υπεισέρχεται στην παραγωγή όλων των άλλων εμπορευμάτων. Το χρέος, λοιπόν, μορφοποιεί την υποκειμενικότητα, κατασκευάζει έναν άνθρωπο «ικανό να τιμά τα χρέη του».

Έτσι, το χρέος όχι μόνο ιδιοποιείται τον παρόντα χρόνο απασχόλησης των μισθωτών και γενικά του πληθυσμού, αλλά προαγοράζει επίσης τον μη – χρονολογικό χρόνο, το μέλλον καθενός και το μέλλον της κοινωνίας. Γιατί το χρέος υποθηκεύοντας το μέλλον εξουδετερώνει τις δυνατότητες και τις δυνητικές αλλαγές κατεύθυνσης που εμπεριέχονται στο παρόν. Πνίγει την ελπίδα και την εμπιστοσύνη σ’ αυτό που ακόμα δεν υπάρχει αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την πράξη, με τον όρο βέβαια ότι αυτή η πράξη δεν θα υπαγορεύεται από το χρέος και την ανάγκη της εξόφλησής του.

Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Λατσαράτο «η οικονομία του χρέους χαρακτηρίζεται από μια διπλή διεύρυνση της εκμετάλλευσης της υποκειμενικότητας: εκτατική  (καθώς δεν αφορά μόνο τη βιομηχανική απασχόληση ή την απασχόληση στις υπηρεσίες αλλά κάθε δραστηριότητα και κατάσταση) και εντατική (καθώς αφορά τη σχέση με τον εαυτό, υπό τη μορφή του «επιχειρηματία του εαυτού του», ταυτόχρονα υπεύθυνου για το κεφάλαιό «του» και υπαίτιου για την κακή του διαχείριση, υπόδειγμα της οποίας είναι ο «άνεργος»). (σ.74)

Ο καπιταλισμός, λοιπόν, λειτουργεί συναρθρώνοντας την «οικονομία» (και την επικοινωνία, την κατανάλωση, το κράτος πρόνοιας κ.λπ.) με την παραγωγή υποκειμενικότητας από διαφορετικές απόψεις.

Ο συγγραφέας αναφέρεται ιδιαίτερα στο βιβλίο του Μάρξ «πίστωση και τράπεζα» του 1844 καθώς και στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου».

Στο τελευταίο κεφάλαιο μιλά για την κυριαρχία του χρέους στο νεοφιλελευθερισμό, όπου «ο άνθρωπος δεν είναι πια ο έγκλειστος άνθρωπος των πειθαρχικών κοινωνιών, αλλά ο χρεωμένος άνθρωπος των κοινωνιών του ελέγχου», όπως λέει ο Ντελέζ.

Με πολύ παραστατικό τρόπο περιγράφεται η αναδιαμόρφωση της πειθαρχικής και βιοπολιτικής εξουσίας από το χρέος.
Η κρίση που ζούμε σήμερα, δεν είναι μόνο μια χρηματοπιστωτική κρίση αλλά και μια αποτυχία της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας στην κοινωνία. Αυτό που χρεοκοπεί δεν είναι η «κερδοσκοπία», η υποτιθέμενη αποσύνδεση του χρηματοπιστωτικού τομέα από την πραγματική οικονομία, αλλά η αξίωση ότι θα πλουτίσει όλος ο κόσμος χωρίς να θιχτεί το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας.

Αυτό που γκρεμίζεται είναι το πολιτικό σχέδιο να μετατραπούν οι άπαντες σε «ανθρώπινο κεφάλαιο» και σε «επιχειρηματίες του εαυτού τους» λέει πολύ εύστοχα ο Λατσαράτο.

Η οικονομία του χρέους έχει άκρως πολιτικούς στόχους: να εξουδετερώσει τις συλλογικές συμπεριφορές (αμοιβαία ασφάλιση, αλληλεγγύη, συνεργασία, δικαιώματα για όλους) και τη μνήμη των αγώνων και των συλλογικών δράσεων και οργανώσεων των «μισθωτών» και των «προλετάριων». Είναι φανερό ότι η ανάπτυξη με όχημα την πίστωση, που προβάλλεται με έμφαση από τα ΜΜΕ, έχει σαν στόχο βασικά να ξορκίσει την ταξική σύγκρουση. Όμως αυτή η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού έχει αποτύχει. Και τα βουνά των χρεών που συσσωρεύονται για να σωθούν οι τράπεζες και το σύστημα θα τα πληρώσουν οι φτωχοί.

Στην Αμερική του Μπους αλλά και του Ομπάμα η μείωση των φόρων των πλουσίων, που αντιπροσωπεύουν το 5% του πληθυσμού (αυτοί που κερδίζουν πάνω από 250.000 δολάρια το χρόνο) έφτασε τα 315 δισεκατομμύρια δολάρια σε δύο χρόνια, τη στιγμή που ένας στους πέντε αμερικάνους είναι άνεργος ή υποαπασχολούμενος, ένα στα οκτώ στεγαστικά δάνεια οδηγείται σε πλειστηριασμό, ένας στους οκτώ αμερικάνους ζει με κουπόνια σίτισης, ενώ κάθε μήνα, πάνω από 120.000 οικογένειες κηρύσσουν πτώχευση.

Με το νεοφιλελευθερισμό η σχέση πιστωτή – οφειλέτη αναπροσδιορίζει τη βιοπολιτική εξουσία. Το κράτος πρόνοιας δεν αρκείται να παρεμβαίνει στη «βιολογία» του πληθυσμού, δηλαδή στη γέννηση, στο θάνατο, την ασθένεια, τον κίνδυνο. Απαιτεί, επίσης, και μια «ηθικοπολιτική εργασία επί του εαυτού», δηλαδή μια εξατομίκευση που εμπεριέχει ευθύνη, ενοχή, υποκρισία, δυσπιστία, και διέπεται από τη λογική του χρέους. Κατά τον Νίτσε, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, η βασική αποστολή του χρέους έγκειται στην κατασκευή ενός υποκειμένου και της συνείδησής του, ενός εαυτού που πιστεύει στην ατομικότητά του και γίνεται «επιχειρηματίας του εαυτού» του και εγγυητής των πράξεών του και του τρόπου ζωής του. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στον ατομικό έλεγχο από το κράτος και τα ιδρύματά του, αγγίζοντας τα μύχια της προσωπικότητας, ό,τι πιο υποκειμενικό υπάρχει, ωθούν το υποκείμενο–δικαιούχο να διερωτηθεί για τη ζωή του, τα σχέδιά του και την εγκυρότητά τους προσανατολίζοντας έτσι τη συμπεριφορά του. Στα ταμεία ανεργίας, όπου συρρέουν τα εκατομμύρια των ανέργων, οι νόμοι που ισχύουν είναι οι νόμοι της απασχόλησης και του ανταγωνισμού. Η απασχόληση όμως έχει περισσότερο το χαρακτήρα της απασχολησιμότητας και λιγότερο της εργασίας.

Με αυτή την έννοια το να γίνεσαι «ανθρώπινο κεφάλαιο» και το «να είσαι επιχειρηματίας του εαυτού σου» είναι οι νέες νόρμες της απασχολησιμότητας.

Ανάμεσα στο κράτος πρόνοιας και τους χρήστες κοινωνικών υπηρεσιών αναπτύσσεται μια σχέση κυνισμού και δυσπιστίας. Το κράτος πρόνοιας με τις υπηρεσίες του αντιμετωπίζει τους χρήστες αυτών των υπηρεσιών, ιδιαίτερα του φτωχούς, τους άνεργους, τους επισφαλείς, σα να είναι απατεώνες που θέλουν να το εξαπατήσουν και να πάρουν επιδόματα και υπηρεσίες που δεν δικαιούνται.

Παλαιότερα, στην εποχή του κεϋνσιανισμού, το κράτος πρόνοιας λειτουργούσε ταυτόχρονα ως όργανο ελέγχου της ζωής των χρηστών και ως ρεφορμιστικό μέσο αναδιανομής του εισοδήματος και πρόσβασης σε ένα πλήθος υπηρεσιών και δικαιωμάτων.

Σήμερα, η ρεφορμιστική αυτή οδός έχει κλείσει, μόνο ο έλεγχος απομένει, διαμέσου της πολιτικής του χρέους.

Από όργανο ενός ρεφορμισμού του κεφαλαίου το κράτος πρόνοιας γίνεται μέσο εγκατάστασης αυταρχικών καθεστώτων.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, ένα νέο Νιού Ντήλ είναι απλούστατα αδύνατο.

Ο αγώνας ενάντια στην οικονομία του χρέους και κυρίως ενάντια στην «ηθική» της ενοχής που διασπείρει, μιας ηθικής του φόβου, απαιτεί νέες μορφές αλληλεγγύης και συνεργασίας και προπαντός την επανεκκίνηση της ταξικής πάλης στη βάση της διαγραφής του χρέους και της εξόδου από την ηθική της ενοχής και του φόβου.

Η χρηματοπιστωτική καταστροφή είναι ακόμα σε εξέλιξη, αφού το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν μπορεί να ρυθμιστεί. Η ρύθμισή του θα σήμαινε το τέλος του νεοφιλελευθερισμού.
Και καταλήγει το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο:

Πρέπει να αγωνιστούμε λοιπόν για τη διαγραφή του χρέους, το οποίο δεν είναι ένα οικονομικό πρόβλημα, αλλά ένας μηχανισμός της εξουσίας που όχι μόνο μας φτωχοποιεί αλλά μας οδηγεί και στην καταστροφή.

Κατερίνα Μάτσα