ΒΑΣΙΛΙ ΓΚΟΣΜΑΝ: ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ύμνος στη ζωή και την ελευθερία
βαθειά κριτική της σταλινικής γραφειοκρατίας

Βασίλι Γκρόσμαν, Ζωή και πεπρωμένο, μετάφραση από τα ρωσικά Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Γκοβόστη, 2013, σελ. 956
Ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, γραμμένο με το αίμα της ψυχής του μεγάλου σοβιετικού εβραίου συγγραφέα Βασίλι Γκρόσμαν. Ο Γκρόσμαν, φίλος του Γκόργκι και του Μπουλγκάκωφ, γεννήθηκε στο Μπερντίτσεβ της Ουκρανίας και αργότερα, σε ηλικία 28 ετών, εγκαταστάθηκε στη Μόσχα. Σπούδασε χημεία και εργάστηκε ως μηχανολόγος σε ανθρακωρυχείο και στο τμήμα Χημείας της Ιατρικής Σχολής «Στάλιν». Από πολύ νέος άρχισε να γράφει τα πρώτα του διηγήματα, αντλώντας τα θέματά του από τον εμφύλιο και τη ζωή των ανθρακωρύχων. Ο Γκρόσμαν ήταν πολυγραφότατος, η γραφή του είναι ρεαλιστική, το έργο του «Στεπάν Κολτσούγιν» προτάθηκε για το βραβείο Στάλιν, το οποίο βεβαίως δεν του απονεμήθηκε ποτέ. Στη διάρκεια των εκκαθαρίσεων του 1937, συνελήφθησαν πολλοί φίλοι και συγγενείς του, συμπεριλαμβανομένης και της γυναίκας του, η οποία απελευθερώθηκε μετά από πολλές προσπάθειές του, ύστερα από ένα χρόνο.

Tον Ιούνιο του 1941, όταν κηρύχτηκε ο   αντιναζιστικός “Mεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος”, σύμφωνα με την επίσημη σοβιετική ονομασία του,  ο Γκρόσμαν βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του Μετώπου, ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας του Κόκκινου Στρατού «Ερυθρός Αστέρας». Έτσι έζησε από πρώτο χέρι τόσο την αρχική, πνιγμένη στο αίμα ήττα του ρώσικου στρατού, όσο και την ηρωική και νικηφόρα αντεπίθεσή του. Έμεινε στο Στάλινγκραντ μέχρι και την τελευταία μέρα. Ακολούθησε μετά τον Κόκκινο Στρατό στην προέλασή του προς το Βερολίνο. Ήταν από τους πρώτους ανταποκριτές που μπήκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης του Μαϊντάνεκ και της Τρεμπλίνκα. Μαζί με τον Ιλία Έρενμπουργκ συνέταξαν τη «Μαύρη Βίβλο», που καταγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία των εβραίων της Σοβιετικής Ένωσης από τα γερμανικά στρατεύματα.

Το βιβλίο του «Ζωή και πεπρωμένο», ένας ύμνος στη ζωή και την ελευθερία, αποτελεί μια βαθειά κριτική της σταλινικής γραφειοκρατίας. Γι’ αυτό δεν επιτράπηκε η δημοσίευσή του όσο ο συγγραφέας ήταν ζωντανός. Το χειρόγραφο μάλιστα, κατασχέθηκε από την Κα-Γκε-Μπε και η κρατική ασφάλεια, εισβάλοντας στο σπίτι του πήρε ακόμα και τη γραφομηχανή του μαζί με τη μελανοταινία της, για να μην γίνει δυνατή η αναπαραγωγή ακόμα και μιας πρότασης του έργου. Ακόμα και μετά την αποσταλινοποίηση, ο Χρουτσώφ δεν απάντησε ποτέ στην επιστολή του Γκρόσμαν που ζητούσε την επιστροφή του χειρογράφου. Το 1964, ο συγγραφέας, βαθύτατα θλιμμένος από τη μεγάλη απώλεια, πέθανε. Το βιβλίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ρωσικά στη Λωζάνη το 1980 και επαναδημοσιεύτηκε στη Μόσχα το 1990. Πέρασαν 52 χρόνια, μέχρι το 2013, που ο επικεφαλής της FSB (πρώην KGB), παρέδωσε το χειρόγραφο στα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία της Ρωσίας. Έτσι έγινε δυνατή η πλατειά κυκλοφορία αυτού του συγκλονιστικού έργου, για το οποίο ο Μιχαήλ Σουσλώφ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του κόμματος, είχε πει ότι δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει στην ΕΣΣΔ “πριν περάσουν 200 ή 300 χρόνια”.

Το βιβλίο «Ζωή και Πεπρωμένο», στην εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα είναι γραμμένο από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που δεν εγκατέλειψε ποτέ το όραμα του σοσιαλισμού, την ίδια στιγμή που έβαζε βαθιά το νυστέρι στο σώμα της σοβιετικής κοινωνίας της δεκαετίας ΄30 και ΄40, όπου πήγαιναν πλάι-πλάι, ο ηρωισμός και ο φόβος, η  πίστη στην αλήθεια και την ελευθερία, η ανάταση του ανθρώπινου πνεύματος και η απόλυτη υποταγή στο σκοταδισμό και τη μπότα της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας.

Στο βιβλίο όλα διαδραματίζονται με άξονα την εποποιία του Στάλινγκραντ, που ιδιοποιήθηκε πολιτικά ο Στάλιν. Oι ηρωικές μάχες από κτήριο σε κτήριο, η καθημερινή ζωή των σοβιετικών πολιτών, των απλών ανθρώπων που ζούσαν στα κελάρια και τα καταφύγια, που δοκιμάζονταν από την πείνα και τις κακουχίες, που προβληματίζονταν για την επανάσταση και ονειρεύονταν: «Ναι, αυτός ο πόλεμος, με το πατριωτικό πνεύμα του ήταν, πράγματι, ένας πόλεμος για την  Επανάσταση” (σελ. 583) λέει ο Γκρόσμαν.

Μέσα σε ατελείωτους βομβαρδισμούς,  με τη ζωή τους να κινδυνεύει κάθε στιγμή, αυτό που απασχολούσε τους ανθρώπους, πάνω απ’ όλα, ήταν η στάση τους μπροστά στα μεγάλα ζητήματα της Ιστορίας: τη βίαιη κολεκτιβοποίηση, την εξόντωση εκατομμυρίων χωρικών τη δεκαετία του ΄30, τις εκκαθαρίσεις του 1937, τα στρατόπεδα εξόντωσης του Στάλιν, τις καταδίκες των παλιών μπολσεβίκων, της γενιάς της επανάστασης και του εμφυλίου, τις «ομολογίες» της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων.  «Οι καταπληκτικές ομολογίες του Μπουχάριν, του Κάμενεβ και του Ζηνόβιεβ, οι δίκες των τροτσκιστών, της δεξιάς αντιπολίτευσης και της αριστερής αντιπολίτευσης, η μοίρα της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων δεν φαίνονται πια τόσο ακατανόητα. Έγδερναν ζωντανή την επανάσταση για να γλιστρήσει λαθραία μέσα στο δέρμα της μια νέα εποχή. Όσο για τις κόκκινες, ματωμένες σάρκες και τα αχνιστά σπλάγχνα, αυτά τα πετούσαν στα σκουπίδια. Η νέα εποχή χρειαζόταν μόνο το τομάρι της Επανάστασης. Εκείνοι που χώνονταν μέσα του μιλούσαν τη γλώσσα της Επανάστασης και μιμούνταν τις χειρονομίες της αλλά τα μυαλά, τα πνευμόνια, τα συκώτια και τα μάτια της ήταν εντελώς διαφορετικά» (σελ. 916).

Οι ανακριτές, οι βασανιστές της Λιουμπλιάνκα ή της Μπουτίρκα, οι κομισάριοι, οι φύλακες και οι διοικητές των στρατοπέδων, γρανάζια της κρατικής και της κομματικής γραφειοκρατίας, κατάφερναν να λυγίσουν μεγάλους επαναστάτες, αληθινούς κομμουνιστές, πιστούς στο όραμα του κομμουνισμού, χρησιμοποιώντας  τα σωματικά βασανιστήρια και τους εξευτελισμούς. «Αφού τσακίζει τις σωματικές άμυνες ενός ανθρώπου, ο εισβολέας κατορθώνει σχεδόν πάντα να στείλει τα ευέλικτα αποσπάσματά του εγκαίρως στο ρήγμα σώματος - ψυχής για να θριαμβεύσει πάνω στην ψυχή του και να τον αναγκάσει σε άνευ όρων παράδοση» (σελ. 917)

Με καταπληκτική οξυδέρκεια ο Γκρόσμαν αναζητά τους λόγους που έκαναν τους συντρόφους του Λένιν να «ομολογήσουν» ότι ήταν πράκτορες των φασιστών και δολιοφθορείς· έντιμους σοβιετικούς πολίτες να καταγγέλλουν στις Αρχές συναδέλφους, συγγενείς, συντρόφους τους ως «εχθρούς του λαού». Όχι, δεν ήταν μόνο ο φόβος του κράτους και η σιδερένια τανάλια του αστυνομικού μηχανισμού, που μπορούσε να σε εκμηδενίσει από τη μια στιγμή στην άλλη. Ήταν επίσης και οι αδυναμίες και παραλείψεις της ίδιας της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Ο συγγραφέας  θέτει ορισμένα οξύτατα – κι ανοιχτά στους μη εθελοτυφλούντες- ερωτηματικά. «Η ίδια η Επανάσταση εξαφάνισε κάθε ηθική στο όνομα της δικής της, ανώτερης ηθικής, το πνεύμα της Επανάστασης δημιούργησε τους Φαρισαίους του σήμερα, τους υποκριτές και τους καταγγέλλοντες τους “εχθρούς του λαού”. Η Επανάσταση έκανε τα παιδιά της να γυρίζουν την πλάτη στα παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν σταλεί στα στρατόπεδα. Για την Επανάσταση ήταν δίκαιο να παίρνει μια γυναίκα από τα παιδιά της και να τη στέλνει για δέκα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, επειδή δεν κατήγγειλε τον αθώο σύζυγό της. Η μαγεία της Επανάστασης είχε ενωθεί με τον φόβο των ανθρώπων για το θάνατο, με τον τρόμο τους για τα βασανιστήρια και τα στρατόπεδα» (σελ. 596).

Οι ονομαστικές αναφορές στον Τρότσκι είναι λίγες. Όμως  η μορφή του, σε αντιπαράθεση με αυτήν του Στάλιν κυριαρχεί σ’ όλο το βιβλίο. «Η θεωρία του λεγόμενου «σοσιαλισμού σε μια χώρα» είναι σχήμα οξύμωρο, σα να λέμε «τηγανητός πάγος» (σελ. 344).

Όλο αυτό το καταπληκτικό μυθιστόρημα αποτελεί ένα φόρο τιμής σε όσους κατάφεραν να μη λυγίσουν και να μείνουν όρθιοι μέσα σ’ αυτήν την λαίλαπα της Ιστορίας, την παράνοια, την υποκρισία, την μικροψυχία της σταλινικής γραφειοκρατίας, να κρατήσουν ζωντανό το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο, την πίστη στο ιδανικό του κομμουνισμού, να θυσιάζονται και να γράφουν την εποποιία του Στάλινγκραντ και την ίδια στιγμή να αναρωτιούνται αν θα κυριαρχεί η δύναμη των Σοβιέτ σε άλλους γαλαξίες…

Κατερίνα Μάτσα