ΚΡΑΥΓΗ ΟΡΓΗΣ

Τα σπλάχνα μου γεμάτα οργή
πόνο και αγανάκτηση
άγρια,  άναρθρη  κραυγή
που θέλει να λευτερωθεί ˙
να σπάσει του τάφου τη σιωπή
στην οικουμένη ν’ ακουστεί,
όπως εκείνη που έντυσε
με χρώματα ο ζωγράφος.



Κραυγή για την παράνοια,
τη νόμιμη ληστεία
που κυβερνούν τον κόσμο μας ˙
παίρνουν τα λίγα απ’ τους πολλούς
τα δίνουνε στους λίγους
και τους φτωχούς  φτωχότερους
στέλνουν στον άλλο κόσμο.
Αρπάζουν  σπίτια και τροφή,
ζητούνε  γην και ύδωρ,  
θέλουν και την ανάσα μας ˙
στροφή στη βαρβαρότητα          
χωρίς επιστροφή.  

Να ουρλιάξω θέλω απ’ την οργή
μα η κραυγή δε βγαίνει ˙
μεγάλος είναι  κι ο καημός
και την κρατά πνιγμένη.

Όμως …
και τι να κάνει μια κραυγή  
όσο κι αν είναι άγρια
κι όσο σπαρακτική;

Χρειάζεται λαού φωνή
να γίνει του Θεού οργή
να σβήσει την παράνοια
τη σύννομη ανομία,
των λίγων και των πλούσιων
την άμετρη  απληστία.
 
                                  5-12-13
                                  ΧρΙστοΣ