ΟΤΑΝ Η ΥΦΑΡΠΑΓΜΕΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΛΟΓΟ

Αθηνά Αθανασίου

Για το βιβλίο της Κατερίνα Μάτσα, Ταπείνωση και Ντροπή: Γυναίκες τοξικομανείς, εκδόσεις Άγρα 2013  
Η Κατερίνα Μάτσα, επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών ΨΝΑ – 18 Άνω και εκδότρια του περιοδικού Τετράδια Ψυχιατρικής, μας προσφέρει το πέμπτο βιβλίο της από τις εκδόσεις Άγρα, μετά από τα: Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές: Το αίνιγμα της τοξικομανίας (2002), Η περίπτωση Ευρυδίκη: Κλινική της τοξικομανίας (2006), Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση (2008), Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη: Ο τοξικομανής και ο θάνατος (2012).
Το βιβλίο Ταπείνωση και Ντροπή: Γυναίκες τοξικομανείς είναι ένα ακόμη γενναίο βιβλίο: ένα βιβλίο για την ταπείνωση, τη ντροπή και την αξιοπρέπεια όπως βιώνονται από γυναίκες τοξικομανείς στις συνθήκες της κρίσης.  
Εκείνο που διακυβεύεται σε τούτη την κρίση, μαζί με την εκποίηση των δημόσιων αγαθών και των δημοκρατικών αξιών, είναι η βίαιη ρύθμιση του νοήματος, του βιώματος, της επιθυμίας, της προσδοκίας, και κάθε πτυχής της κοινωνικής υποκειμενικότητας. Στο επίκεντρο αυτής της ρυθμιστικής βίας βρίσκεται η παραγωγή, διαχείριση και οριοθέτηση της τρωτότητας. Αυτή η διαδικασία φυσικοποίησης της κρίσης με όρους κλινικής έκτακτης ανάγκης, που στις μέρες μας ασκείται με όρους υγειονομικής περιχαράκωσης, αγγίζει κατεξοχήν το αξιακό ερώτημα της πολιτικής: ποιος/α ανήκει, υπό ποιους όρους και με τι κόστος, ποιων οι φωνές ακούγονται και ποιων όχι, ποιες ζωές «μετράνε» και ποιες απλώς μετριούνται. Το τι είδους κριτικές επιστημολογίες παραλείπονται ή αποκλείονται από τη «μεγάλη αφήγηση» της κρίσης συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με αγωνιώδη ερωτήματα όπως: Πάνω σε ποιες αποσιωπήσεις οικοδομείται το κυρίαρχο αφήγημα της κρίσης; Και τι είναι αυτό που επιτρέπει και ορίζει την αποσιώπηση σε συνθήκες κρίσης; Αλλά και πώς ο αποσιωπημένος πόνος διεκδικεί δημόσιο λόγο; Πώς η διεκδίκηση μιας υφαρπαγμένης αξιοπρέπειας δύναται να αλλάξει τους όρους αυτής της κοινωνικής μηχανικής;
Η αθέατη κοινωνική αδικία της ντροπής και της ταπείνωσης
Αν, λοιπόν, το σημερινό καθεστώς της κρίσης είναι ταυτόχρονα και ρύθμιση του πώς να ζούμε και να ενσαρκώνουμε την κρίση, πώς να συμμορφωνόμαστε στις νόρμες της, το βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα συνιστά γνωσιοθεωρητική ρήξη με αυτό το καθεστώς αυταρχισμού και ωμότητας. Αλλάζει το πώς στεκόμαστε μέσα στην κρίση, και παίρνει θέση· παίρνει θέση από την οποία στέκεται κριτικά –και μας καλεί να στεκόμαστε κριτικά- απέναντι στην κρίση. Η θέση που παίρνει είναι με τους τσακισμένους και ταπεινωμένους. Με αυτούς που χάνουν τη δουλειά τους, που δεν έχουν πρόσβαση στο σύστημα υγείας, που εξαρτώνται από τη φιλανθρωπία, που υφίστανται τη βία της φτώχιας και των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, που διαπομπεύονται δημόσια ως οροθετικές που απειλούν να μολύνουν τους «ανυποψίαστους» οικογενειάρχες (όπως με τη δίωξη των 27 γυναικών την άνοιξη του 2012 με βάση την υγειονομική διάταξη Λοβέρδου), που προπηλακίζονται από τα σώματα ασφαλείας για να «βελτιωθεί η εικόνα της πόλης» (όπως με το πογκρόμ εναντίον των τρανς γυναικών στη Θεσσαλονίκη). Η θέση της, τέλος και κυρίως, είναι στο πλευρό εκείνων που καταφεύγουν στις ουσίες, και ειδικότερα στο πλευρό των θεραπευομένων του 18 ΑΝΩ.

Η θέση της είναι με εκείνους που βρίσκονται σε μια κατάσταση αμφίβολης επιβίωσης ή εν δυνάμει θανάτωσης, όχι τυχαία αλλά από συγκρεκριμένες συνθήκες κοινωνικού θανάτου. Με όλους αυτούς που η οδύνη τους παραμένει αθέατη και δεν αναγνωρίζεται καν ως βία ή αδικία. Αυτή είναι άλλωστε η υπέρτατη μορφή αδικίας και κοινωνικής οδύνης: στη βία της αδικίας προστίθεται και η υφαρπαγή της δυνατότητας για επίκληση αυτής της βίας εκ μέρους των υπεξούσιων υποκειμένων. Στην υφαρπαγή των μέσων διαβίωσης προστίθεται και η υφαρπαγή της γλώσσας, η καταπάτηση της αξιοπρέπειας και η κατάσχεση του ίδιου του δικαιώματος στην αντίσταση. Εκεί έγκειται άλλωστε το πραγματικά οδυνηρό βίωμα των εξουσιαστικών σχέσεων: στο ότι η εξουσία αποικίζει το χώρο της διαμαρτυρίας μετατρέποντας την εξέγερση σε αυτοκαταστροφή. Απέναντι σ’ αυτή τη διττή α-δυνατότητα παίρνει θέση το βιβλίο αυτό και δίνει λόγο στις θεραπευτικές διαστάσεις της αντίστασης, της μετουσίωσης της ντροπής σε αυτοπροσδιορισμό και διεκδίκηση αξιοπρέπειας.

Η τρέχουσα κρίση που υποφέρουμε (άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο και άλλοι καθόλου) παράγει απεγνωσμένους και ταπεινωμένους ανθρώπους, αλλά και ταυτόχρονα φυσικοποιεί αυτή την κοινωνική αδικία, αποκρύπτει τους όρους επιμερισμού της κοινωνικής οδύνης. Η απόδοση ατομικής ευθύνης αποβλέπει στη νομιμοποίηση της σκληρής λιτότητας και των σκληρών κοινωνικών ανισοτήτων. Η νεοφιλελεύθερη λογική, διά των συντελεστών και διαχειριστών της, λέει επιτακτικά στα υποκείμενά της: σώσε τον εαυτό σου· αν δεν τα καταφέρεις, φταις εσύ, δεν αξίζεις τίποτα, σου αξίζει αυτό που παθαίνεις. Η περιφρόνηση και η ταπείνωση είναι η φυσική απόρροια της δικής σου ατομικής αδυναμίας και αποτυχίας, της δικής σου μη-ανταποδοτικής και μη-ανταγωνιστικής ατομικότητας.  
Στην Ελλάδα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η απογύμνωση της πολιτικής από κάθε δημοκρατικό νόημα και λόγο ασκείται κατεξοχήν ως απογύμνωση των καταπιεσμένων υποκειμένων από την ηθικοπολιτική τους υποκειμενικότητα. Το καθεστώς της κρίσης στιγματίζει, αποξενώνει, συνθλίβει, πληγώνει τον αυτοσεβασμό, στερεί την αξιοπρέπεια και τη γλώσσα, υπάγει τους ευάλωτους ανθρώπους όχι μόνο στην ωμότητα της εξαθλίωσης και της ατομικής ευθύνης και σωτηρίας, αλλά και στη βαναυσότητα της απαξίωσης και αυτο-απαξίωσης.  
Κοινωνική απογύμνωση και μαρτυρίες αντίστασης
Αυτή η κοινωνική απογύμνωση έχει το κανονιστικό σχήμα της ντροπής, μιας ντροπής που συνιστά κοινωνικό συναίσθημα αλλά και ταυτόχρονα ένα από τα πιο εξατομικευτικά, αποξενωτικά συναισθήματα. Ριζώνει στις πιο μύχιες πτυχές του αισθήματος του εαυτού, αλλά περνάει μέσα από το δικαστήριο του άλλου, εκτίθεται στο αμείλικτο κοινωνικό βλέμμα και εγγράφεται στις κυρίαρχες κοινωνικές και ηθικές νόρμες. Έτσι, ακροβατώντας στο μεταίχμιο μεταξύ ατομικού και συλλογικού, ψυχικού και κοινωνικού, αποτελεί βουβή διαμαρτυρία για την οδύνη που προκλήθηκε και δεν αναγνωρίστηκε, για τον κοινωνικό θάνατο που δεν ήταν δυνατό ή δεν επιτράπηκε να πενθηθεί. Η ντροπή γίνεται πεδίο κυριαρχικής εξουσίας αλλά και ασφυκτική συνθήκη αυτο-καθυπόταξης.
«Η ντροπή δεν είναι τίποτε λιγότερο από το θεμελιακό συναίσθημα του να είσαι υποκείμενο», γράφει ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στο βιβλίο του Απομεινάρια του Άουσβιτς. Ωστόσο, αν και η ντροπή αναφέρεται στην απογυμνωμένη οντολογία του υποκειμένου, του κάθε υποκειμένου, είναι και ένα πεδίο ιεραρχικής διαβάθμισης της υποκειμενικότητας: κάποια υποκείμενα από μας γίνονται/γινόμαστε περισσότερο ευάλωτα στην καταλυτική επίδραση της ντροπής.
Η νεοφιλελεύθερη κοινοτοπία που καθιστά κάποιες φωνές ανήκουστες, κάποιες ζωές αόρατες και κάποιους θανάτους βολικούς, παράγει μιασματικούς παρίες, απόβλητους και μη-υποκείμενα των οποίων η «φυσική» θέση είναι η ντροπή και η ταπείνωση: μια κοινωνική οδύνη που παραμένει χωρίς αναγνώριση και χωρίς σεβασμό, χωρίς λόγο και χωρίς λογοδοσία, δηλαδή χωρίς αμοιβαιότητα. Μια και η ταπείνωση στοχεύει στην εκμηδένιση της υποκειμενικότητας και την παράλυση της αυτενέργειας και της κριτικής επιθυμίας, γίνεται εργαλείο καταστολής και κοινωνικού ελέγχου. «Η ντροπή είναι παντού και μας βλέπει», λέει η Κυβέλη (σ. 54).
Σ’ αυτές τις συνθήκες κοινωνικής ερήμωσης και απογύμνωσης, η αξιοπρέπεια αναδύεται ως πολιτική και ποιητική της αντίστασης ενάντια στην ακραία βία της ταπείνωσης. Στην περίπτωση όλων όσων οδηγούνται στο θάνατο από τη δομική βία της παραμέλησης ή της στοχοποίησης, ο αγώνας για επιβίωση και αξιοπρέπεια είναι πολιτική πράξη. Έτσι, η απογύμνωση δεν αποτελεί διόλου μια α-πολιτική κατάσταση, αλλά συνθήκη της εξεγερμένης υποκειμενικότητας. Η ίδια η ντροπή αποτελεί τη μαρτυρία του αγώνα του υποκειμένου να κρατήσει την υποκειμενικότητά του, να κρατηθεί από την υποκειμενικότητά του, αντιστεκόμενο στη μετατροπή του σε αδρανές και πειθήνιο αντικείμενο τραυματισμού και απαξίωσης. Το εγχείρημα της Κατερίνας Μάτσα εμπνέεται και ζωογονείται από αυτή τη μαρτυρία αντίστασης: εμπνέεται, δηλαδή, από τον αγώνα να μαρτυρηθεί, να μετατραπεί σε δημόσιο και κοινωνικό λόγο, αυτό το «μη λεκτό», το άρρητο, το ανείπωτο ή το ακατανόμαστο. Το βιβλίο δίνει το λόγο σ’ αυτή τη σκοτεινή και ανυπόφορη πλευρά της γλώσσας, που είναι το τραυματικό βίωμα και η ματαιωμένη συμβολοποίησή του.
Σε μια στιγμή εντατικοποίησης της κοινωνικής οδύνης, που το σύστημα δημόσιας υγείας συρρικνώνεται και οι θεραπευτικές δομές απεξάρτησης βρίσκονται στο όριο της επιβίωσης, τούτο το βιβλίο εκκινεί από τα κοινωνικά ερείπια της κρίσης και καταδύεται στην κρύπτη του ψυχισμού και στα συντρίμμια της μνήμης, εκεί που φωλιάζουν εσωτερικευμένα τα βιώματα του τραυματισμού και οι διαδρομές της ντροπής, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε κι όμως προτιμάμε να πεθάνουμε παρά να μιλήσουμε γι’ αυτά, όπως λέει ο Λακάν αλλά και ο Μπορίς Συρουλνίκ (Boris Cyrulnik, Mourir de dire: La honte).
Αυτά τα μυστικά, οι σιωπές, οι ενοχές και τα ανεπιτέλεστα πένθη σφραγίζουν την ιστορία των υποκειμένων επανοργανώνοντας τον ψυχισμό τους στη βάση μιας βουβής μαρτυρίας και μιας ανομολόγητης, ματαιωμένης αφήγησης. Τα τραυματισμένα υποκείμενα μπορούν, μπορούμε, ταυτόχρονα να είμαστε και να μην είμαστε εκεί: στο έλεος της τάξης του λόγου και ταυτόχρονα εγκλωβισμένοι/ες στην ανελέητη βία της αποσιώπησης.
Σ’ αυτό το διάκενο ακροβατούν και οι ιστορίες ζωής των εξαρτημένων γυναικών που βρίσκονται στα προγράμματα απεξάρτησης του 18 ΑΝΩ, θέτοντας εκ νέου, ξανά και ξανά, τα αμείλικτα ερωτήματα: Πώς ομολογούμε ή πώς μαρτυρούμε τη ντροπή μας, πώς μοιραζόμαστε έναν ανείπωτο πόνο, πώς αφηνόμαστε στον άλλον και στην άλλη, πώς ξαναθέτουμε τον εαυτό μας στην ισότιμη διάθεση των άλλων; Πώς αναπλάθεται ο κόσμος εν όψει της απώλειας του εαυτού και του κόσμου; Και πώς το έργο του πένθους βρίσκει τη θέση του στην επαν-οργάνωση του κόσμου;
Η ντροπή ως «γυναικείο» κοινωνικό συναίσθημα
Το βιβλίο επικεντρώνει ιδιαίτερα στις πτυχές της ντροπής που διαπερνά καταλυτικά τη ζωή τοξικομανών γυναικών. Αγγίζει, δηλαδή, τους τρόπους με τους οποίους το φύλο γίνεται ένας επί πλέον παράγοντας κατατρεγμού, σε μια εποχή που η “κρίση” λειτουργεί στερεωτικά και σταθεροποιητικά των έμφυλων διακρίσεων, κοινωνικών στερεοτύπων και σχέσεων εξουσίας. Όπως έδειξε ο ηθικός πανικός για τα μολυσματικά, γυναικεία «ξένα σώματα» που «μολύνουν την ελληνική οικογένεια», το καθεστώς της νεοφιλελεύθερης κρίσης γίνεται πρόσφορο έδαφος για την ανάδυση έμφυλων βιοπολιτικών καθεστώτων, αλλά και την περαιτέρω εδραίωση των εμπεδωμένων στην ελληνική κοινωνία διακρίσεων και ιεραρχιών που αφορούν το φύλο. Η Ελευθερία λέει: «Πρέπει να καταλάβω ότι το να είσαι θηλυκό δεν είναι κάτι κακό. Δεν σημαίνει ότι είναι αδυναμία» (σ. 32). Και με τα λόγια της Κυβέλης: «[Η ντροπή] είναι βαρύ μάτι και μάλλον γυναικείο. Θέλω να του πω να μην κοιτάει τόσο έντονα και να ξεκουραστεί, γιατί είναι κουρασμένο και έχει γίνει κόκκινο» (σ. 55).
Θεραπευτική συμμαχία και η δυνατότητα αλλαγής των συνθηκών αδυναμίας
Αυτό που δεσμεύει ηθικά, επιστημονικά και πολιτικά το εγχείρημα της Κατερίνας Μάτσα είναι η δυνατότητα των ανθρώπινων υπάρξεων χωρίς δυνατότητες ύπαρξης. Επικαλείται τις αφηγήσεις των γυναικών με αναλυτική τόλμη και ενσυναίσθηση, «όχι σαν το ληστή που κλέβει τη φωνή του άλλου, αλλά σαν κάποια που βάζει τον εαυτό της ενέχυρο στα λόγια κάποιου άλλου», όπως γράφει η ανθρωπολόγος Veena Das. Τα υποκείμενα της αφήγησης δεν είναι στατιστική, δεν είναι ποσοτικό δείγμα. Είναι δρώντα υποκείμενα των οποίων η οδύνη δεν είναι αποστέρηση δράσης, αλλά βιωμένη δυνατότητα επαν-ιδιοποίησης και μεταστοιχείωσης των συνθηκών αδυναμίας. Η κοινωνική οδύνη γίνεται, έτσι, ένα πεδίο εγκαθίδρυσης του θεραπευτικού αλλά και του κοινωνικού δεσμού. Όπως γράφει στο εξαιρετικό του επίμετρο ο Σάββας Μιχαήλ: «Ο κοινωνικός δεσμός πλέκεται εκ νέου. Ένας πραγματικά ανθρώπινος δεσμός κι όχι μια απάνθρωπη δέσμη, το τυραννικό fascio των φασιστών» (σ. 152).
Η Κατερίνα Μάτσα, μαζί με τις θεραπευόμενες συνομιλήτριές της, συνάπτοντας μια ισχυρή θεραπευτική συμμαχία μαζί τους, εισέρχεται στη ζώνη της ντροπής και της ταπείνωσης ξαναγράφοντας τη σχέση ανάμεσα στον πόνο και τη γλώσσα. Έτσι, μέσα από αυτό το μοίρασμα της συγκίνησης, παίρνουμε μια ιδέα, μια πολύτιμη ιδέα, για το πώς μπορεί να αλλάξει ο κόσμος εν όψει της απώλειας και της κοινωνικής οδύνης.
Η Αθηνά Αθανασίου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Tο κείμενο ήταν η εισήγησή της στην παρουσίαση του βιβλίου την Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου, στο Αμφιθέατρο του «ΑΘΗΝΑ 9.84»  στην Τεχνόπολη, στο Γκάζι.