PAOLO SORENTINO , LA GRANDE BELLEZZA "ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ"

Ιταλία-Γαλλία
Νοέμβριος 2013

Δράμα, διάρκεια 142’

Cast: Toni Servillo, Carlo Verdone, Sabrina Ferilli, Carlo Buccirosso, Iaia Forte, Pamela Villoresi, Roberto Herlitzka.


Η «Τέλεια ομορφιά» (La Grande Belleza) του Πάολο Σορεντίνο είναι η ταινία αποκάλυψη για τον φετινό χειμώνα.

Το θέμα που πραγματεύεται με καλαισθησία και φινέτσα η ταινία αυτή είναι η κενότητα πίσω από την καλαισθησία και την φινέτσα στον κύκλο μιας ομάδας κοσμικών καλλιτεχνών και κριτικών τέχνης και του κοντινού περίγυρου τους στην Ρώμη της «μεγάλης ζωής».
Για να το κάνει αυτό ο Σορεντίνο καταφεύγει σε μια αφήγηση της κοσμικής ζωής της Ρώμης από εκεί που την άφησε ο Ροσελίνι το 1945 με το «Roma citta aperta» ή ο Φελίνι το 1960 στην «Ντόλτσε Βίτα». Χρησιμοποιεί την αιώνια πόλη, δηλαδή, ως το βασικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο ξεγυμνώνονται τα πάθη και οι χαρακτήρες μιας μεγαλο-αστικού τύπου και καταγωγής κοσμικής ελίτ, η οποία όμως περισσότερο συμπεριφέρεται ως η σκιά της αστικής τάξης, παρά η αστική τάξη καθεαυτή.
Αλλά αν ο Ροσελίνι βλέπει την Ρώμη της απελευθέρωσης από τους ναζί και του τέλους του ιταλικού φασισμού, και ο Φελίνι βλέπει την χλιδή της μεταπολεμικής άνθησης, αναπόφευκτα ο Σορεντίνο περιγράφει την βαθιά σήψη του ιταλικού αστισμού της εποχής του Μπερλουσκόνι.
Με άλλα λόγια ξετινάζει την καλαισθησία και την φινέτσα με τα ίδια της τα μέσα, φτιάχνοντας μια έντονα αλληγορική και συμβολική ταινία με κινηματογραφικές επιρροές από τον Φελίνι και από την κινηματογραφική ματιά του, αυτή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Mεγάλος κινηματογράφος».  Δηλαδή, απίστευτα έντονα αλλά φυσικά χρώματα, έξοχη φωτογραφία, τεχνικές εναλλαγής στις λήψεις με πάγωμα και αργή κίνηση, ποιητική ματιά, εξαιρετική μουσική.
Ένα σύντομο πέρασμα ως cameo κάνει και η σπουδαία κυρία του γαλλικού κινηματογράφου η Φανύ Αρντάν, πιο πολύ για να υπογραμμίσει την ομορφιά που θέλει να εξυμνήσει η ταινία.
Και τι ομορφιά!
Τα τοπία της αιώνιας πόλης, τα κτίριά της, οι στιγμές της καθημερινότητας των αριστοκρατικών της συνοικιών, είναι το φόντο της ταινίας γυρισμένης κατά τέτοιο τρόπο, που ο ιταλικός ΕΟΤ θα παρακαλούσε να είχε γυριστεί για λογαριασμό του ένα ντοκιμαντέρ με κινηματογραφιστή που θα διέθετε έστω το ένα τρίτο του ταλέντου του Σορεντίνο. Και όμως αυτό, τελικά, το έκανε ο Σορεντίνο με σκοπό να κάνει μια βαθύτατα πολιτική ταινία. Μια διεισδυτική αφήγηση της σήψης της αστικής κοινωνίας.

Οι ήρωες του ζουν το βράδυ και κοιμούνται την μέρα. Κανείς σχεδόν δεν φαίνεται να εργάζεται σε κάποιο «κανονικό επάγγελμα». Ο μόνος άνθρωπος που αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη στην ταινία είναι η οικιακή βοηθός του πρωταγωνιστή, μια μετανάστρια από την Λατινική Αμερική που τον φροντίζει κριτικάροντας τις κακές του συνήθειες και του δημιουργεί ενοχές.
Ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ένας 65χρονος συγγραφέας ενός και μοναδικού αλλά απόλυτα πετυχημένου βιβλίου που έγραψε πριν πολλά χρόνια και που τον έκανε διάσημο και πλούσιο αλλά που έκτοτε δεν κατάφερε να γράψει άλλο. Η καθημερινή του ενασχόληση είναι η συμμετοχή του σε ένα καλλιτεχνικό έντυπο για το οποίο γράφει κριτικές έργων τέχνης, παίρνει συνεντεύξεις, και κυρίως οργανώνει πάρτι για την υψηλή κοσμική κοινωνία της «εναλλακτικής» τέχνης, είτε παίρνει μέρος σε πάρτι που κάνει αυτή. Είτε τα οργανώνει πάντως είτε πάει καλεσμένος, ο σκοπός του είναι ένας: με την κυνικότητα και τις αυστηρές του παρατηρήσεις να κάνει τους συμμετέχοντες σε αυτά να ταπεινώνονται, να απογυμνώνονται, να χάνουν τα φτιασίδια τους και να παραδίδονται στην γενικευμένη χλεύη των θεατών.
Ο ίδιος, κουβαλάει μέσα του αυτόν τον κυνισμό ως την άμυνά του απέναντι στην ματαιότητα που νιώθει για τα πράγματα και που οφείλεται σε κάποιον παλιό χαμένο έρωτα της νεότητάς του, την εποχή που όλα φάνταζαν πιο αληθινά και ειλικρινή. Χωμένος μέσα στον χυλό της ψευδεπίγραφης ευδαιμονίας των φίλων του πνίγεται από αυτήν αν και σαφώς την απολαμβάνει.

Και τι φίλους έχει!! Ένας και ένας!!
Ένας μέτριος και ατάλαντος θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός που επί χρόνια προσπαθεί να γράψει κάτι καλό και να κερδίσει την προσοχή της αγαπημένης του ηθοποιού που την κυνηγά ανεπιτυχώς και αυτή τον εκμεταλλεύεται.
Μια συγγραφέας που αποτελεί τον αυστηρό κριτή της νέας γενιάς και κάνει αφ’ υψηλού πολιτική και καλλιτεχνική κριτική την στιγμή που τα έργα της είναι μετριότατα η δε ανάδειξή της στο χώρο της show biz οφείλεται στο ότι ήταν ερωμένη του γραμματέα του κόμματος και τα μέτρια έργα της πήραν διθυραμβικές κριτικές από τα έντυπά του. Τι πάει να πει «ποιου κόμματος;». Και στην Ιταλία «ένα ήταν το κόμμα»! Το πάλαι ποτέ επαναστατικό ΚΚ του Γκράμσι και του Μπορντίγκα που κατέληξε να γίνει το θεσμικό ημικρατικό μόρφωμα του Τολιάτι και του Μπερλιγκουέρ πριν βουτήξει ως πικρόγευστη «Ελιά» τα χέρια του στο βάζο με το μέλι.
Μια εκδότρια του περιοδικού τέχνης που εργάζεται ο πρωταγωνιστής μας, η οποία είναι νάνος, αν και απόλυτα πετυχημένη επιχειρηματικά σε μια εξόχως ακραία και οριακά προβοκατόρικη αλληγορία.
Ο γιος μιας καλλιτέχνιδας, που έχει ανατραφεί μέσα στα σαλόνια της υψηλής τέχνης και παίρνει τοις μετρητοίς τα μελαγχολικά ποιήματα κάνοντάς τα τραγικό βίωμα στο τέλος.
Το μικρό κοριτσάκι ενός γκαλερίστα που πιέζεται από τους γονείς του να κάνει αφηρημένη τέχνη με την οργή του που οφείλεται στην καταπίεση των γονιών του.
Ένας τοξικό-εξαρτημένος καλλιτεχνικός επιχειρηματίας της υψηλής κοινωνίας που είναι ιδιοκτήτης ενός στριπτιζάδικου στο οποίο εργάζεται και η 40χρονη κόρη του. Το πατρικό του ένστικτο τον οδηγεί να την βγάλει από τον κίνδυνο της κακοπληρωμένης πορνείας και να την παντρέψει με γόνο καλής οικογενείας με σκοπό την... καλοπληρωμένη πορνεία.
Η 40χρονη κόρη του, ανεξάρτητο πνεύμα γυναίκας που δεν εκπορνεύεται, ούτε φθηνά ούτε ακριβά, αλλά και που δυσκολεύεται να γνωρίσει τον αληθινό έρωτα και κουβαλάει μέσα της μια βαθιά χαραγμένη θλίψη που οφείλεται σε άγνωστη αιτία μέχρι να αποκαλυφτεί.
Η ξεπεσμένη τηλεπαρουσιάστρια των τηλεοπτικών talk show που συνεχίζει στα 60 της να συμπεριφέρεται σαν μια Λολίτα.
Η αλληγορία με την περφόρμερ που αναπαριστά τον κομμουνισμό στην τρίχα του αιδοίου της να χτυπά το κεφάλι της στον τοίχο και να αποκαλύπτει την κενή περιεχομένου σκέψη της και την αδυναμία της να προσεγγίσει τον λαό τον οποίο και λοιδορεί είναι από τις πιο δυνατές.
Ο άνθρωπος της «απολύτου εμπιστοσύνης», ένα είδος μπάτλερ οικουμενικής αποδοχής που έχει τα κλειδιά σε όλα τα σημαντικά κτίρια της αιώνιας πόλης.
Ένας αγροίκος χονδρέμπορος φθηνών παιχνιδιών που αγοράζει από και προς τους Κινέζους και που επιχειρεί να κολλήσει στην παρέα των καλλιεργημένων συνομιλητών του που τον ανέχονται μάλλον εξαιτίας της σχετικής οικονομικής του άνεσης.
Μια πλούσια αργόσχολη αλλά γοητευτική γυναίκα που ενώ μπορεί να σαγηνεύσει ερωτικά κάποιον άνδρα αδυνατεί να τον κρατήσει εξαιτίας της ρηχής και βαρετής προσωπικότητας της.
Ερωτικά πάθη σε ένα αυστηρό γυναικείο καθολικό μοναστήρι. Και ένας καρδινάλιος που προορίζεται για Ποντίφικας την στιγμή που η πνευματικότητά του περιορίζεται στην αποστήθιση εξυζητημένων συνταγών μαγειρικής.
Ένα ζευγάρι ξεπεσμένων αριστοκρατών (στην Ιταλία η μοναρχία τυπικά διαλύθηκε το 1947 αν και ουσιαστικά είχε πάψει να υφίσταται από τον μεσοπόλεμο), ζει με τις αναμνήσεις ενός βασιλικού παρελθόντος και τις παρέχει έναντι αδράς αμοιβής προς ενοικίαση.

Όλη η αφρόκρεμα του απόλυτου τίποτα, του παρασιτικού αυτού υποστρώματος που τρέφεται από τα αποφάγια της αστικής τάξης και αποτελεί την αυλή της, παρακμάζει και σαπίζει γερνώντας μαζί της. Αλλά με την αλαζονεία του νομίζει ότι μπορεί να εξαγοράσει με συνεχείς πλαστικές επεμβάσεις και ενισχύσεις Botox τον χρόνο και να ξανανιώσει, πληρώνοντας μια περιουσία σε αυτό. Η φτιαχτή «σαβουάρ βιβρ» προσέγγιση επεκτείνεται σε όλες τις σφαίρες της ζωής και των κοινωνικών της εκδηλώσεων από τις οποίες δεσπόζουσα θέση έχει η επίδειξη θλίψης την μέρα της κηδείας. Και τα χλιδάτα πάρτι με δεκάδες κομπάρσους της παρέας αυτής, συνειρμικά μας φέρνουν στο μυαλό την σύγχρονη Μπερλουσκονική πραγματικότητα.

Και εάν κινηματογραφικά ο Σορεντίνο έχει έντονα Φελινικές επιρροές, φιλοσοφικά και απέναντι στο θέμα της θρησκείας έχει μια μάλλον Παζολινική προσέγγιση καθώς πίσω από το υγιές ξεκατίνιασμα της οργανωμένης εκκλησίας που κάνει, κρύβει έναν σεβασμό και αποδίδει μια θεϊκή στιγμή στην υπέργηρη Αγία των 104 ετών σε μια μαγική και ποιητική σκηνή, αναγνωρίζοντας ότι ίσως τελικά να υπάρχει και κάτι ανώτερο «εκεί πάνω».
Η καθεαυτό αστική τάξη περνά λίγο φευγαλέα αν και με σαφές στίγμα: με την παρέα των πολιτικών που μηχανορραφούν κάνοντας το πρωινό τους τζόκιγκ και κυρίως με τον σιωπηλό, σκοτεινό, φινετσάτο αλλά απρόσιτο επιχειρηματία (και πιθανόν μαφιόζο) που εκδηλώνεται μόνο στο τέλος για να κάνει την παραδοχή που διαλύει τον κόσμο του πρωταγωνιστή: «Εγώ είμαι αυτός που κινεί τα νήματα σε αυτή την χώρα και όχι εσύ».

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, φαίνεται πως μαζί με τον σκηνοθέτη αναζητά τελικά την λύτρωση στα χρόνια της αθωότητας, στην παιδική ηλικία όπου και εκεί βρίσκεται τελικά η μόνη μας πατρίδα.
Ανακαλύπτει τελικά την ομορφιά που αναζητά, όχι στο παρηκμασμένο life style της κοσμικής αστικής τάξης αλλά στην απλότητα και την αθωότητα των αυθόρμητων συναισθημάτων.
Η ταινία πήρε διάφορα διεθνή βραβεία και διακρίσεις ενώ προτάθηκε και στις φετινές Κάνες για το βραβείο του Χρυσού Φοίνικα, χάνοντας την πρώτη θέση μόνο από την «Ζωή της Αντέλ». Κέρδισε όμως 4 βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2013: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας για τον Πάολο Σορεντίνο, ανδρικής ερμηνείας για τον Tony Dervillo και μοντάζ.

Γιώργος Χλωρός