ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ "ΟΤΑΝ ΕΧΩ ΕΣΕΝΑ"

(Θέατρο του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης» (Πειραιώς 206, Ταύρος, τηλ. 2103418550) Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, 9.00 μ.μ. Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ (γενική είσοδος), 12 ευρώ λαϊκή της Πέμπτης)

Η μουσικοχορευτική επιθεώρηση του Σταμάτη Κραουνάκη και της Σπείρα-Σπείρα «Όταν έχω εσένα» πάνω σε κείμενα των Φώτη Μιχαλόπουλου και Δημήτρη Μανιάτη είναι μια τομή για την επιθεώρηση στην Ελλάδα.

Συνδυάζει στοιχεία της επιθεώρησης όπως την ξέρουμε μαζί με κείμενα που έχουν γραφτεί ως σύντομες ατάκες, ως επί το πλείστον για τον τοίχο των social media των συγγραφέων χρηστών αυτών των μέσων. Από αυτήν την άποψη είναι γραμμένα με το ύφος της αμεσότητας που επιτάσσει ο περιορισμένος χώρος του ημερολογίου στο facebook ή/και στο twitter. Όλη η προσπάθεια στην προσαρμογή του κειμένου της επιθεώρησης ήταν να χρησιμοποιηθούν οι κεντρικές ιδέες των ρήσεων αυτών, ως τροχιοδεικτικά βλήματα, ως θεμέλια πάνω στα οποία θα χτιστεί όλο το οικοδόμημα.

Το δυσκολότερο δεν είναι τόσο το να αναπτύξεις μια ιδέα εμπνευσμένος από ένα τσιτάτο. Εξάλλου ένα μικρό ποστ στον τοίχο του facebook είναι από μόνο του δύσκολο πράγμα, καθώς καλείται μέσα στα τελεσιγραφικά όρια του μέσου, να συμπυκνώσει μια συνολικότερη ανάλυση. Αυτή λοιπόν υποθέτουμε ότι υπάρχει πριν γίνει status στον τοίχο. Το δυσκολότερο είναι όταν μετατρέποντας τον λιτό και συμπυκνωμένο λόγο σε μεγάλο κείμενο, να διατηρήσεις ταυτόχρονα το στοιχείο της αμεσότητας και τον αυθορμητισμό του.

Αυτό το εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο η συγγραφή των κειμένων των δύο συγγραφέων και η μαεστρία με την οποία τα πάντρεψε ο Σταμάτης Κραουνάκης στο «Όταν έχω εσένα». Οι Φώτης Μιχαλόπουλος και Δημήτρης Μανιάτης είναι εξάλλου γνωστοί και καταξιωμένοι σχολιαστές στα social media εδώ και αρκετό καιρό με εξαιρετικές και εύστοχες αναρτήσεις, σχόλια και παρατηρήσεις. Ο πρώτος κυρίως ειδικεύεται στην λεξιπλασία, την αλληγορία, την σάτιρα στα όρια της πρόκλησης. Ο δεύτερος έχει την ικανότητα -δημοσιογράφος γαρ- να συμπυκνώνει πιο συνολικές αναλύσεις και να τις μετατρέπει σε σύντομες ρήσεις.

Δεν μπορώ να πω ότι είμαι οπαδός του Σταμάτη Κραουνάκη μουσικά, κάθε άλλο θα έλεγα. Αλλά οφείλω να του αναγνωρίσω την ειλικρίνεια και την κατάθεση ψυχής σε αυτό που έκανε. Τόσο με την απόδοση των παλαιότερων κομματιών του όσο και με τα νέα. Δίπλα του εξαιρετικοί ερμηνευτές, ηθοποιοί, χορευτές, τραγουδιστές, όλοι οι συντελεστές της «Σπείρα Σπείρα».

Καθαυτό το περιεχόμενο της σάτιράς τους είναι κράμα Αριστοφανικής καυστικότητας, Μπρεχτικής πολιτικής ανάλυσης, χρησιμοποιώντας το ύφος των σύντομων ρήσεων αλλά μέσα από τον επιθεωρησιακό λαϊκό κώδικα επικοινωνίας.

Η λαϊκή επιθεώρηση, στις μέρες μας έφτασε κυρίως ως καρικατούρα λαϊκής καλλιτεχνικής έκφρασης και δυστυχώς ταυτίστηκε με τον φθηνό «λαϊκισμό», ειδικά της δεκαετίας 1985-1995. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Ιστορικά, στην Ελλάδα, εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, ως το λαϊκό θεατρικό αντίβαρο των «από τα κάτω», στον εκ καθέδρας βαυαρικό, αστικό ρομαντισμό, τον νεοκλασικισμό και στην εμμονή στην τεχνητή καθαρεύουσα που είχε ο λόγος των «από πάνω». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτέλεσε ένα τμήμα της ευρύτερης γλωσσικής, πολιτιστικής και ιδεολογικής μάχης μεταξύ «δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων». Ειδικά όταν πολλοί από τους πρώτους και τότε αλλά και αργότερα έγραφαν ακόμη και σε μια καρικατούρα καθαρεύουσας περιπαιχτικά απέναντι στους δεύτερους που εκπροσωπούσαν τον φορμαλισμό που κυριαρχούσε.

Αλλά στην περίοδο του τέλους του 20ου αιώνα, ειδικά μετά την επικράτηση της δημοτικής, πάνω στην συνολικότερη πολιτική αλλαγή που έφερε η μεταπολίτευση και ο ριζοσπαστισμός της, η επιθεώρηση παρήκμασε και στην πλειονότητά της, άσκησε αντιπολίτευση από θέσεις δεξιού «λαϊκισμού».

Στην πραγματικότητα προσπάθησε να οικειοποιηθεί το «λαϊκό» για να μιλήσει «λαϊκιστικά». Τι διαφορά έχει το «λαϊκό» από το «λαϊκιστικό»; Το πρώτο πηγάζει αυθεντικά από τον λαό. Το δεύτερο επιχειρεί «να μιλήσει για αυτόν» ως ένα ξένο σώμα, όπως θα έκανε ένας «φίλος του λαού»: ποτέ ως κομμάτι του καθώς έρχεται «απ’ έξω και από τα πάνω». Δεν το κάνει αυτό, επιχειρώντας να τον εκπαιδεύσει, να τον αναβαθμίσει και να τον καλλιεργήσει. Επιχειρεί αντίθετα, να τον λοιδορήσει με ύφος που υποθετικά του χαϊδεύει τα αυτιά καθιστώντας τον, αποκλειστικά υπεύθυνο για την μίζερη ζωή του.

Συνεπώς, η επιτηδευμένα «λαϊκή γλώσσα» δεν εξυψώνει τον λαό αλλά τον ρίχνει περισσότερο. Στην καλύτερη περίπτωση, τον αφήνει κάτω εκεί που είναι ριγμένος, από τις συνολικότερες κοινωνικές ανισότητες και συνεπώς αλλοτριωμένος. Η ευτέλεια της γλώσσας συνδυάζεται με την ευτέλεια στην αντίληψη. Το όριο μεταξύ «σκωπτικού» και «χυδαίου», παραβιάζεται όχι από την λεκτική μορφή της θεατρικής εκφοράς τους αλλά από το περιεχόμενο τους.

Αν κάτι διαχωρίζει το ύφος της επιθεώρησης που κάνει η «Σπείρα Σπείρα» του Σταμάτη Κραουνάκη, είναι ότι στρέφει τα βέλη της σαφώς κατά της εξουσίας αλλά και κατά εκείνων των συμπεριφορών μέσα στον λαό που την στηρίζουν ή την ανέχονται. Και δεν χαρίζεται σε κανέναν, κριτικάροντας και την κατεστημένη κοινοβουλευτική αριστερά. Κατά την άποψή μου ακόμη και αν δεν την κατατάσσει με σαφήνεια ίσως στο «λαϊκό» -λόγω της ισχυρής πολιτικής κουλτούρας Μπρεχτικού τύπου με την οποία μπολιάζεται το έργο-  σίγουρα την απομακρύνει από την άγονη περιπλάνηση σε «λαϊκιστικά» μονοπάτια.

Την  τιμητική τους βέβαια στην σάτιρα του έργου, έχουν οι τράπεζες, το κράτος, οι μαυραγορίτες, το ΔΝΤ και η Τρόϊκα, οι ναζιστές της ΧΑ, ενώ μια ιδιαίτερη θέση έχει το ΠΑΣΟΚ ως το συντριπτικά κυρίαρχο πολιτικό μόρφωμα εξουσίας όλα αυτά τα χρόνια. Μαθαίνουμε λοιπόν τι συνέβη στο μικρό κοριτσάκι των αφισών του, της δεκαετίας του 80 που πήρε στον λαιμό του έναν ολόκληρο λαό επί χρόνια. Αλλά μαθαίνουμε επίσης πώς οι μαυραγορίτες εθνικόφρονες της κατοχής και του μετα-πολέμου, ισχυρίζονται ότι «ήταν δημοκρατικοί» αλλά στηρίζουν πλέον τους ναζιστές. Μαθαίνουμε ακόμη τις εκσυγχρονιστικές μεταμορφώσεις της αριστεράς της μεταπολίτευσης.

Και το κάλεσμα στον κόσμο είναι να ξεσηκωθεί. Να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις που του προκαλεί ο τρόμος μπροστά στην κρίση. Η έλλειψη της γραμμικής ανάπτυξης που νόμισε ότι είχε μπροστά του και θα διαρκούσε για πάντα. Η αποτίναξη του ατομικισμού που σε συνθήκες άνθησης οδήγησε σε έναν νεοπλουτισμό, αλλά που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί στην παραλυσία, την απόγνωση, την παραίτηση και την εξατομίκευση.

Λέει πολύ εύστοχα ο Κραουνάκης σε όλο το δεύτερο μέρος ουσιαστικά και με τον δικό του τρόπο: «Τι θα τα κάνεις τόσα τετραγωνικά σπιτιού που ακόμη ξεχρεώνεις και θα χρωστάς στην τράπεζα μέχρι να σου το πάρει; Μόνο και μόνο για το γαμήλιο γλέντι που θα κάνεις μια φορά στην ζωή σου; Γι’ αυτό, αγάπη, συγχώνευση, αλληλεγγύη». Εννοώντας, αγάπησε και έλα πιο κοντά στον άλλο. Στον φίλο σου, στον οικείο σου, στο συγγενή, στην σχέση σου, στον συγκάτοικό σου. Ή αλλιώς, βρες τον εαυτό σου ως κοινωνικό όν, μέσα από τον συνάνθρωπό σου. Στάσου και γίνε αλληλέγγυος για να βοηθηθείς και εσύ.

Η μόνη παρατήρηση που θα είχα να κάνω εγώ σε μια ζωντανή πρωτότυπη και αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα παράσταση, είναι η κατά την προσωπική μου γνώμη, άνιση κατανομή, ανάμεσα σε ένα κατά βάση επιθεωρησιακό πρώτο μέρος με δέκα κείμενα μονόλογους από τους ισάριθμους πρωταγωνιστές της ομάδας της Σπείρα και ένα δεύτερο σχεδόν αποκλειστικά μουσικό μέρος του Κραουνάκη. Ίσως να ήταν καλύτερη μια άλλη κατανομή των επί μέρους θεματικών των δύο ενοτήτων. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί πολλά στο τέλος, αλλά σου δίνει την εντύπωση ότι παρακολούθησες δύο έργα σε ένα. Παρόλα αυτά, συνολικά πρέπει να αξιολογηθεί θετικά.

Η ομάδα της «Σπείρα Σπείρα» αποτελείται από τους εξαιρετικούς: Τζερόμ Καλούτα, Αναστασία Έδεν, Αθηνά Αφαλίδου, Ελευθερία Σικινιώτη, Χρήστος Γεροντίδης, Μπάμπης Γούσιας, Σάκης Καραθανάσης, Χρήστος Μουστάκας, Κώστας Μπουγιώτης, Γιώργος Στιβανάκης. Και οι μουσικοί της είναι οι: Άρης Βλάχος (πιάνο, πλήκτρα), Παντελής Ντζιάλας (κιθάρες, μπουζούκι), Γιώργος Φίλιππας (κρουστά). Οι Δημήτρης Μανιάτης, Φώτης Μιχαλόπουλος, Σταμάτης Κραουνάκης είναι η συγγραφική ομάδα. Η σκηνοθεσία είναι του Σταμάτη Κραουνάκη. Η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και του Άρη Βλάχου. Η μουσική διεύθυνση είναι του Άρη Βλάχου. Τα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου και η χορογραφία της Τατιάνας Μύρκου. Στον ήχο είναι ο Δημήτρης Μουρλάς. Οι φωτισμοί είναι της Ελευθερίας Ντεκώ. Χειριστής φωτισμών είναι ο Δημήτρης Στίγκας.

Γιώργος Χλωρός