ΛΟΚΟΜΟΤΙΒΑ

Από την πλατεία Κάνιγγος, μπαίνω στην οδό Πατούσα, όπου κάποτε υπήρχε το πρώτο, υποθέτω, self-service εστιατόριο της Αθήνας. Εκεί παίρναμε συνήθως το τελευταίο μας δείπνο, πριν επιβιβαστούμε και απογειωθούμε, αργά το ίδιο βράδυ, με φουτουριστικά αστρόπλοια για περιπετειώδη ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, μικρής διάρκειας και έντονου ερωτισμού, στο εξωτερικό διάστημα. Πήρα ύστερα την Μπόταση και στην γωνία με την Σολωμού του Αναστάσιμου μπήκα στην Λοκομοτίβα. Είχε χαραγμένο το Τεταρτοδιαστασιακό αστέρι στην αστρομηχανή πρωτοφανών σωματιδίων και στα παράθυρα των βαγονιών της έβλεπα τις σιλουέτες των συνταξιδιωτών μου: ήταν οι καταπιεσμένοι που απελευθερώθηκαν από το Κράτος και την Βία, οι άρρωστοι που ανένηψαν από τις αρρώστιες, οι γέροι που ανανεώθηκαν από τα γηρατειά και οι νεκροί που αναστήθηκαν από τους τάφους, σε εκείνο το στάδιο της διαρκούς επανάστασης που είχε στραφεί ενάντια στον πανδαμάτωρα χρόνο, την τέταρτη διάσταση· εξ' ου και το κόκκινο τεταρτοδιαστασιακό άστρο στο στρογγυλό μέτωπο της Λοκομοτίβας πάνω από την μάσκα.

 

Όλες κι όλοι όσοι βρεθήκαμε εκεί να κοιτάζουμε τα βαγόνια να τρέχουν, με την Λοκομοτίβα μπροστά να διανοίγει πρωτόφαντες φωτεινές τροχιές στο άπειρο της ύλης, φωτεινές τροχιές από συμπυκνωμένα κατάλοιπα ανεκπλήρωτων επιθυμιών, είπαμε να παίξουμε λίγο σε αυτούς τους απελευθερωμένους πλέον καιρούς: Η Νίκη πότε έφτιαχνε χαρμάνια καφέ με κανέλα από τις φυτείες της Αφροδίτης και πότε χόρευε με τον Κυριάκο, που έβαζε ωραία ατμοσφαιρική μουσική της εποχής πριν από την Έφοδο στον Ουρανό... Ο Μιχάλης έπαιζε με την «αντλία καταστάσεων», παίρνοντάς την για αντλία ξανθιάς βαρελίσιας μπύρας... «Μιχάλη, αυτό δεν είναι παιχνίδι», του είπαμε αναστατωμένοι, αλλά αυτός δεν μας έδωσε σημασία. Ο Ελληνοσκωτσέζος Τζέιμς χόρευε τανγκό με την Βασίλισσα Καρφιτσομαξιλαρίνα... Η Στέλλα και ο Θάνος Λ. έπαιζαν τους καλλιτέχνες-θαμώνες, συγγραφέα εκείνη, συνθέτη εκείνος, που επισκέπτονται τακτικά το στέκι τους, όπως έκαναν οι μποέμ καλλιτέχνες σε μεταβατικές εποχές που εγκυμονούσαν νέους κόσμους, η Αγνή κι Αθώα των Άστρων κοίταζε την έκθεση ζωγραφικής στο πατάρι πίνοντας την αγαπημένη της μπύρα, κι εγώ έπαιζα τον παρατηρητή που δημιουργεί νέες πραγματικότητες.

Μετά το παιχνίδι του Μιχάλη με την «αντλία καταστάσεων» και τους αφρούς γεγονότων που προκάλεσε, βρέθηκα να συνταξιδεύω στο τελευταίο, ανοιχτό, χωρίς οροφή, βαγόνι ενός χρονοσυρμού, μαζί με τον αναστημένο Τρότσκι, που όμως κάπως αλλιώς υπολόγιζε τον χρόνο, αφού ισχυριζόταν πως έμεινε δολοφονημένος για σαράντα συνεχή χρόνια, αν και είμασταν, λέει, στα 2013 πριν από την Έφοδο στον Ουρανό. Ίσως είχαμε πέσει και πλέαμε, μέσα από ένα σκοτεινό άνοιγμα γεμάτο βελουδένιο μαύρο κι ελάχιστα χλωμά αστέρια, μέσα από ένα τούνελ που άνοιξαν τα φωνητικά των Madrugada που είχε βάλει ο Κυριάκος, σε άλλους κόσμους που αλλιώς μετρούσανε τον χρόνο. Ο Τρότσκι ήθελε να δει τι άλλαξε στον κόσμο στην διάρκεια των σαράντα χρόνων που έλειπε. Δεν μιλούσε, μόνο κοιτούσε επίμονα έξω και μόνο μια φορά με ρώτησε για τις γκαλερί και το εμπόριο έργων τέχνης· έδειξε προβληματισμένος που στα λεξικά αναφερόταν ακόμα ο όρος «ανταλλακτική αξία». Καθώς στον χρονοσυρμό ανέβαινα, μια παρέα από Αγγλιδούλες με ρώτησε κάτι· η μια από αυτές ήταν που ρώτησε, μια με στρογγυλό πρόσωπο και ξανθά κοντοκουρεμένα μαλλιά και... «ααα», είπαν ύστερα, «τι ωραία ν’ ακούμε την αγγλική γλώσσα όπως την μιλούσαν πριν από τις δυο Γλωσσικές Μεταρρυθμίσεις...». Ύστερα κάναμε μια στάση. Θα ανηφορίζαμε προς κάποιο σκοτεινό μάλλον σημείο του χωροχρόνου με τα πόδια. Νομίζω πως μπροστά μου βάδιζε ο Θάνος Ζ., ένας κάπως γιγαντόσωμος μηχανικός της Λοκομοτίβας. Στο ένα τρίτο της ανηφορικής προς ένα υποφωτισμένο κάπου διαδρομής, ένοιωσα πως είχα ξεχάσει κάτι σημαντικό πίσω στον χρονοσυρμό. Έκανα νόημα στον Τρότσκι να συνεχίσει με τους άλλους, «θα γυρίσω πίσω να το πάρω και θα σε ξανασυναντήσω αργότερα...», του είπα... Συγκατένευσε χαμογελώντας, χωρίς να βγάλει το καπέλο του... Γύρισα στον σταθμό όπου είχε προσωρινά(;) σταματήσει ο χρονοσυρμός. Ήταν ένας περίκλειστος χώρος, μια σπηλιά, που στα τοιχώματά της οι δυο στρογγυλές χρονοστεγείς πόρτες -του «παρελθόντος»(;) και του «μέλλοντος»(;)- πίσω απ’ τις οποίες περίμενε ο χρονοσυρμός, παρέμεναν ερμητικά κλειστές. Κάποιος μου άνοιξε και είπαμε έπεα πτερόεντα που πέταξαν και χάθηκαν στο σκοτάδι, στο βάθος της χρονοσήραγγας. Μου έδωσε αυτό για το οποίο είχα επιστρέψει...

Πέρασαν κάμποσες ανήσυχες μέρες και άλλες τόσες ανήσυχες νύχτες, όπως είναι οι μέρες και οι νύχτες του σκοτεινού τούτου αιώνα κι ένα βράδυ, γύρω στις εφτά, ένοιωσα την ανάγκη μιας φυγής. Κατηφόρισα την οδό Καυλοδόχου Πηγής και ύστερα έστριψα δεξιά στην Βαλτετσίου. Χαιρέτισα ένα-δυο γνωστούς που κάθονταν στους «Χάρτες» και, ονειροπολώντας ταξίδια σε αχαρτογράφητες περιοχές, διέσχισα την πλατεία Εξαρχείων, την Σολωμού του Αναστάσιμου και έφτασα πάλι στην Λοκομοτίβα. Παρουσιάζει το παράδοξο να είναι πάντα σταθμευμένη εκεί και πάντα να ταξιδεύει. Ο Βασίλης μου έφτιαξε ωραίο αφρικάνικο καφέ χωρίς καφεΐνη, με κινήσεις αργές και ήρεμες που μου θύμισαν τις κινήσεις του Ντέιβιντ Κάρανταϊν στον ρόλο του κυνηγημένου από τον αυτοκράτορα της Κίνας ιερέα Σαολίν. Ακούμε το Santa Marinella των Gogol Bordello και σκέφτομαι πως με τέτοιο όνομα το συγκρότημα θα άξιζε να δώσει ένα live στην πλατεία Συντάγματος. Κοιτάζω την τρισδιάστατη απεικόνιση της Λοκομοτίβας στον τοίχο απέναντι από την είσοδο. Μάλλον τετρασδιάστατη είναι, μόνο που αφήνει μια αβεβαιότητα, μια απροσδιοριστία, να αιωρείται στον χωροχρόνο: Εκτινάσσεται άραγε η Λοκομοτίβα ακάθεκτη προς το μέλλον με την ορμή που της δίνουν εκείνες οι δυνάμεις που καταργούν την σημερινή κοινωνική και φυσική κατάσταση πραγμάτων; έχει κάνει στάση στο παρόν για να επιβιβαστούν οι κατατρεγμένοι ή κάνει πίσω ολοταχώς για να παραλάβει τον τελευταίο κολασμένο, τον τελευταίο των τελευταίων, που ξεχάστηκε κάπου, κάπως, στους δυστοπικούς αιώνες, αλλά κανένας δεν ήθελε να τον αφήσει εκεί πίσω για πάντα; Η απάντηση εξαρτάται ίσως από την θέση του παρατηρητή στον ιστορικό χωροχρόνο αλλά και από άλλους παράγοντες. Η Στέλλα κλίνει μάλλον προς την εκδοχή της στάσης, ίσως γιατί είχε κάνει κι αυτή μια στάση, έναν παγωμένο Δεκέμβρη για να μαζέψει ένα κατατρεγμένο αδέσποτο γκριφόν. Παρατηρώντας προσεκτικά την εικόνα κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ισχύουν και οι τρεις ταυτόχρονα εκδοχές.

Αργά το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, το παιχνίδι του Μιχάλη με την «χειραντλία καταστάσεων», που αυτός την χειριζόταν με μιαν αφέλεια και ίσως και μιαν επιπολαιότητα λες και επρόκειτο για αντλία βαρελίσιας μπύρας στο βιβλιοκαφέ μπαρ «Λοκομοτίβα», με έφερε να συνταξιδεύω με την ωραία Τίνα Μοντότι. Διέσχιζε με την Λοκομοτίβα ολόκληρη την Ευρώπη, μεταφέροντας, κατάσαρκα κρυμμένες πάνω στο κορμί της, εκρηκτικές λιβιδικές ύλες, χωρίς τις οποίες η «Υπόθεση της Ανάστασης των Νεκρών» του Νικολάι Φιοντόροβιτς Φιοντόροφ, και της διασποράς τους σε διαστημικές αποικίες, θα παρέμενε μια ιουδαιοχριστιανική ουτοπία. Ταξίδευε χρησιμοποιώντας ένα διαβατήριο της Σοσιαλιστικής Κοινοπολιτείας της Έφηβης Αλβιώνας με την Πυρόξανθη Ηβική Χώρα, που στην δεύτερη σελίδα του είχε μια ασπρόμαυρη καλλιτεχνική φωτογραφία της, ασυνήθιστα αισθησιακή για διαβατήριο, και δίπλα την σιβυλλική φράση: Tina Modotti with her arms raised, craving to feel once more the thrill of armed joy...

Κάποια στιγμή σηκώθηκα, πέρασα στον αριστερό μου ώμο το ταξιδιωτικό μου σακίδιο και κατέβηκα από την Λοκομοτίβα, χαιρετώντας την Νίκη που δεν ήταν την στιγμή εκείνη εκεί αλλά ήξερα ότι θα έρθει.

Απόσπασμα από σουρεαλερωτικό αντιμυθιστόρημα (έργο εν πρoόδω) του V. Ludens