ΜΑΡΣΕΛ ΡΑΙΧ-ΡΑΝΙΤΣΚΙ (1920-2013)

Μαρσέλ Ράιχ - Ρανίτσκι  (1920-2013)

 

Την τελευταία του πνοή στα 93 χρόνια του άφησε, την Τετάρτη 18 Σεπτέμβρη, στη Φρανκφούρτη, ο σημαντικότερος κριτικός της γερμανικής λογοτεχνίας, Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι.

Ο Ράιχ-Ρανίτσκι γεννήθηκε το 1920 στην Πολωνία. Ο πατέρας του ήταν Πολωνο-εβραίος και η μάνα του Γερμανο-εβραία. Το 1929 η οικογένεια Ράιχ μετακόμισε στο Βερολίνο, ενώ το 1938 εκτοπίστηκε στην Πολωνία από τους Ναζί. Το 1943, ένα χρόνο μετά τον εκτοπισμό των γονιών και του αδελφού του στην Τρεπλίνκα  (που κατάληξε στην εκτέλεσή τους), ο Μαρσέλ και η γυναίκα του κατάφεραν να διαφύγουν από το Γκέτο της Βαρσοβίας. Το 1944, ο Μαρσέλ προσχώρησε στον Πολωνικό Λαϊκό Στρατό και στο Κομμουνιστικό Κόμμα Πολωνίας. Το 1958 έφυγε για τη Δυτική Γερμανία. Υπήρξε υποστηριχτής του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και πολέμιος όλων των αναθεωρητών του Ολοκαυτώματος. Την περίοδο 1963-73 έγραφε κριτική για τη λογοτεχνία στην εφημερίδα “die Zeit”, ενώ συνέχισε να κάνει την ίδια δουλειά την περίοδο 1973-88 για την “ Frankfurter Allgemeine Zeitung” (FAZ). Tην περίοδο 1988 – 2001 διεύθυνε το “Λογοτεχνικό Κουαρτέτο”  στη γερμανική δημόσια τηλεόραση, ενώ μέχρι το τέλος της ζωής του απαντούσε κάθε εβδομάδα σε ερωτήσεις αναγνωστών της FAZ για λογοτεχνικά ζητήματα. Η Süddeutsche Zeitung έγραψε πως ήταν “ο άνθρωπος που μας έμαθε πως να διαβάζουμε”. 

Από το 2001 κυκλοφορεί στην Ελλάδα  η αυτοβιογραφία του σε απολαυστικές 472 σελίδες από τις εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ («Μάρσελ Ράιχ-Ρανίτσκι : Η ζωή μου», μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης) από την οποία αναδημοσιεύουμε δύο συγκλονιστικά επεισόδια. Στο ένα περιγράφει πώς απελευθερώθηκε σε ένα πολωνικό χωριάτικο σπίτι όπου κρυβόταν από έναν Εβραίο φαντάρο του Κόκκινου Στρατού το 1944 και πώς γνωρίστηκε με την Ούλρικε Μάινχοφ το 1964 στο Αμβούργο.

 

“Αmchu?”

«Στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1944 δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πλέον πως η γερμανική κατοχή θα διαρκούσε λίγες μέρες μονάχα ακόμη. Στις 7 του Σεπτέμβρη το πρωί κατά τις εννέα η ώρα ακούστηκε ένας τρομαχτικός θόρυβος πολέμου, τα πάντα σείονταν –και η διάθεση μας γινόταν όλο και καλύτερη : ποτέ δεν απόλαυσα κρότους περισσότερο, ποτέ δεν μου άρεσε θόρυβος περισσότερο. Διότι να’ τος ο Κόκκινος Στρατός, να‘ τη η επίθεση του που αναμέναμε, ελπίζαμε, επιθυμούσαμε εμείς. Μέσα σ’ ένα τέταρτο της ώρας το σπίτι μας ήταν ανάμεσα στα μέτωπα: από το παράθυρο της δυτικής πλευράς έβλεπες, τρομαχτικά κοντά, Γερμανούς πυροβολητές, στην ανατολική πλευρά σε κάποια απόσταση –δεν πιστεύαμε στα μάτια μας- πράγματι Ρώσους πεζικάριους. Εκείνη η άκρως επικίνδυνη κατάσταση δεν κράτησε πολύ, μισήν ώρα περίπου. Μετά βρόντηξε κάποιος δυνατά, προφανώς με τον υποκόπανο, στην πόρτα του σπιτιού. Τρέμοντας και με σηκωμένο το κεφάλι άνοιξε ο Μπόλεκ την πόρτα. Μπροστά του στεκόταν ένας κουρασμένος Ρώσος στρατιώτης και ρωτούσε δυνατά: “Nemzew njet…?” – «Δεν έχει Γερμανούς εδώ;». Εκεί που δεκαπέντε μήνες ακατάπαυστα φοβόμαστε μην χτυπήσει κάποιος την πόρτα και ρωτήσει: «Δεν έχει Εβραίους εδώ;», εκεί που αυτή η ερώτηση μιαν ώρα πριν ακόμη θα σήμαινε θάνατος για μας, τώρα έψαχναν Γερμανούς. Ο Μπόλεκ απάντησε αρνητικά και με φώναξε. Υπέθεσε πως εγώ θα τα κατάφερνα καλύτερα να συνεννοηθώ με το Ρώσο στρατιώτη. Εκείνος με κοίταξε έντονα και ρώτησε: “Amchu?”. Εγώ δεν είχα ιδέα ότι επρόκειτο για μια λέξη που χρησιμοποιούσαν στη Ρωσία (σημαίνει, ας πούμε: «Ανήκεις και εσύ στο λαό;») με την οποία σιγουρεύονται οι Εβραίοι ότι ο συνομιλητής τους είναι εξίσου Εβραίος. “Jewrej”. Αυτή είναι η ρωσική λέξη για τον «Εβραίο». Απάντησα γρήγορα: «Ναι, εγώ, Εβραίος». Γελώντας εκείνος είπε: «Κι εγώ Εβραίος. Τ’ όνομα μου Φίσμαν». Μου έσφιξε δυνατά το χέρι και με διαβεβαίωσε πως θα ξανάρθει σύντομα, τώρα, όμως, βιαζόταν : έπρεπε να πάει εξάπαντος στο Βερολίνο.»

 

«Όχι, Μάινχοφ, Ουλρίκε Μάινχοφ»

«Άρθρα για τη μαρτυρική μου κατάθεση διάβαζες σε διάφορες εφημερίδες. Τούτο είχε ως συνέπεια να μου ζητήσει συνέντευξη για το γκέτο κάποια συνάδελφος της Βόρειας Γερμανικής Ραδιοφωνίας. Συναντηθήκαμε στο Αμβούργο στο καφέ Ραδιοφωνική Γωνιά πλαγίως απέναντι απ’ το κτήριο της Ραδιοφωνίας. Η δημοσιογράφος, μάλλον, μήτε τριάντα χρονών καλά – καλά, δεν ήταν επ’ ουδενί ιδιαίτερα ωραία, αλλά ήταν κάπως ελκυστική. Ίσως εκείνη η ελκυστικότητα να πήγαζε από την ολοφάνερη σοβαρότητά της, η οποία φαινόταν να έρχεται σε αντίθεση με τη νεότητά της. Ήθελε να ηχογραφήσει μια συνομιλία τριάντα λεπτών. Οι ερωτήσεις της ήσαν ακριβείς και έξυπνες, περιστρεφόταν γύρω από ένα κεντρικό πρόβλημα : πως μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο; Μήτε μία και μοναδική φορά δεν διακόψαμε την ηχογράφηση. Όταν η συνομιλία μας τελείωσε, είδα προς μεγάλη μου έκπληξη ότι είχαμε μιλήσει σχεδόν πενήντα λεπτά. Προς τι χρειάζεστε τόσα πολλά; Εκείνη απάντησε κάπως αμήχανη : Ρωτούσε, λέει, εν μέρει από προσωπικό ενδιαφέρον. Ζήτησε να μην την κακίσω για τη δίψα που είχε για μάθηση. Θέλησα να μάθω κάτι για το άτομο της. Αλλά βιαζόταν πολύ τη στιγμή εκείνη. Την κοίταξα και είδα πως είχε δάκρυα στα μάτια. Τη ρώτησα βιαστικά: «Με συγχωρείτε, δεν κατάλαβα καλά το όνομα σας –Μάιενμπεργκ;» - «Όχι, Μάινχοφ, Ουλρίκε Μάινχοφ». (…) Γιατί άραγε η Ουλρίκε Μάινχοφ, που το μέλλον της δεν μπορούσα να το διανοηθώ, χαράχτηκε τόσο πολύ στη μνήμη μου; Μήπως θα μπορούσε να οφείλεται τούτο στο ότι εκείνη ήταν το πρώτο πρόσωπο στη Δυτική Γερμανία που με ειλικρίνεια  και σοβαρότητα  επιθυμούσε να πληροφορηθεί  για τα βιώματά μου στο γκέτο της Βαρσοβίας;»

Δ.Κ.

 

τεύχος#556# Σάββατο 28 Σεπτεμβίου 2013