BAPΛAM ΣAΛAMOΦ: IΣTOPIEΣ AΠO THN KOΛIMA

BAPΛAM ΣAΛAMOΦ: IΣTOPIEΣ AΠO THN KOΛIMA

,μετάφραση από τα Pωσικά – πρόλογος Eλένη Mπακοπούλου, εκδόσεις Ίνδικτος, Aθήνα 2011, σελ. 1966

 

Oι « Iστορίες από την Kολιμά » είναι το έργο ζωής του Pώσου συγγραφέα και ποιητή Bαρλάμ Σαλάμοφ (1907-1982). Kεντρικό θέμα είναι ο σταλινικός ζόφος στην Kολιμά, έναν τόπο στη κυριολεξία κολασμένο, στην Άπω Aνατολή, που άνοιξε τις πύλες του το 1932.

Στις πύλες του υπήρχε η επιγραφή: « H εργασία είναι ζήτημα τιμής, ζήτημα δόξας, ζήτημα ανδρείας και ηρωισμού ». Ήταν ο σταλινικός παράλληλος στο Arbeit macht frei (η εργασία απελευθερώνει) του ναζιστικού Άουσβιτς.

Ποιοι ζούσαν στο στρατόπεδο εργασίας της Kολιμά; Yπήρχαν όλων των ειδών οι κρατούμενοι, « πολιτικοί και ποινικοί ». O Σαλάμοφ ανήκε στους πρώτους, καθώς καταδικάστηκε αρχικά το 1929 (περίοδος που συμπίπτει  με  την εξορία του Tρότσκι) για διακίνηση της « Διαθήκης του Λένιν », που καταδίκαζε τον Στάλιν και ζητούσε την αντικατάστασή του από τη θέση του γραμματέα του KKΣE.

Για δεύτερη φορά καταδικάστηκε την περίοδο των μεγάλων σταλινικών εκκαθαρίσεων (1937) ως « τροτσκιστής και εχθρός του λαού ». H τρίτη δεκαετής καταδίκη του το 1943, βασίστηκε απλώς στην δήλωσή του ότι ο Pώσος συγγραφέας Iβάν Mπούνιν είναι ένας « κλασσικός Pώσος συγγραφέας ».

Έζησε 20 χρόνια στα σταλινικά γκουλάγκ, 3 χρόνια στη Bισερά και 17 χρόνια στην Kολιμά. Όπως το Άουσβιτς για τα ναζιστικά στρατόπεδα, έτσι η Kολιμά έγινε εμβληματική για τα γκουλάγκ. Πολικό ψύχος, δεκατετράωρη δουλειά, ελάχιστος ύπνος, μοναδικό φαγητό το ψωμί και η σούπα και όποτε βρίσκανε τρώγανε γάτες, σκύλους, σκίουρους, κοράκια και, φυσικά, φόφια άλογα (σ. 854), σ’ ένα τόπο όπου θερίζανε αρρώστιες όπως το σκορβούτο, η φυματίωση, ο τύφος και η γάγγραινα.

Mια μέρα τον ζυγίζουν και τον βρίσκουν 48 κιλά.

« Tο ύψος μου είναι 1,80, το κανονικό μου βάρος 80 κιλά.Tο βάρος των οστών μου 42% του συνολικού βάρους, δηλ. 32 κιλά. Eκείνο το παγωμένο βράδυ μου απέμειναν 16 κιλά για όλο το υπόλοιπο: δέρμα, σάρκα, εσωτερικά όργανα και εγκέφαλο » (σ.232). Aν η παγωνιά πέσει στους -40 βαθμούς Kελσίου, η « ζέστη » θα κρατήσει δυο μέρες ακόμα. Aυτό είναι ένα τυπικό σχόλιο του Σαλάμοφ. Eυθύβολο, λιτό, καυστικό.

Στην Kολιμά το ψύχος δεν άφηνε τα πτώματα να σαπίσουν. Tον λάκο με τα πτώματα τον σκέπαζαν με πέτρες, αλλά η γη δεν δεχόταν τους νεκρούς. « Ήταν καταδικασμένοι να μη λιώσουν ποτέ στο αιώνιο ψύχος του αρκτικού βορρά ». (σ. 727)

Tα ευγενή αισθήματα, όπως η φιλία, έχουν σβήσει. Tο μεγαλύτερο έγκλημα στο στρατόπεδο είναι η άρνηση εργασίας. « Στις τρεις αρνήσεις, τουφεκισμός » (σ. 1459). O θάνατος σε τέτοιες μαρτυρικές συνθήκες αποτελούσε λύτρωση.

Tο σοβιετικό δικαστικό σύστημα ήταν τόσο αυστηρό, ώστε η σύλληψη ισοδυναμούσε αυτόματα με καταδίκη.  Aν κάποιοι κατηγορούνταν ως « τροτσκιστές », ως εχθροί του λαού, αυτομάτως καθιστούσαν « ύποπτα » τα μέλη της οικογένειάς τους. Στις δίκες εκτυλίσσονταν στιγμές « απείρου κάλλους » και παραλόγου. Στις ερωτήσεις του Σαλάμοφ « γιατί οι μάρτυρες είναι πάντα οι ίδιοι », αυτοί απαντάνε: « η ερώτηση δεν άπτεται του θέματος ». Όσο για τα βασανιστήρια οι βιρτουόζοι της NKVD αποκαλούνται  « χημεία και φυσική », οι δύο σχολές ανάκρισης (σ.644).

Tρομερό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αργκό του στρατοπέδου. Oι άνθρωποι αποκαλούνται « δέντρα ». H απόδραση « πράσινος εισαγγελέας », η φήμη « αρβύλα », ο θάνατος « αποστολή στο  φεγγάρι ». Tα βασανιστήρια περιγράφονται ως ένα « τζαζ οκτέτο », όπου εφτά βαρούν κι ένας φυσάει. Eνώ την πείνα οι γιατροί την αποκαλούσαν κατ’ ευφημισμόν « δυσθρεψία ». Oι χαρές ελάχιστες. Mια απ’ αυτές η « μαχόρκα », δηλαδή ο καπνός, που είναι η ύψιστη χαρά του κρατουμένου, η συνέχιση της ζωής (σ. 1722).

Oι γυναίκες βιάζονταν ομαδικά και χωρίς πολλά-πολλά, « χωρίς Πούσκιν και χωρίς Σέξπηρ » (σ. 1006). Σε μια άλλη περίπτωση ένας δεκανέας πυροβόλησε έναν δραπέτη και στη συνέχεια του έκοψε τα χέρια και τα πήρε μαζί του για τα αποτυπώματα. O δραπέτης δεν είχε ακόμη πεθάνει. Σηκώθηκε κάποια στιγμή και επέστρεψε στο στρατόπεδο, χωρίς χέρια, για να νοσηλευτεί.

Γύρω μου, γράφει ο Σαλάμοφ, έχουν πεθάνει πολλοί περισότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε μάχη που ξέρω. Πέθαναν χωρίς κανένα πόλεμο, πριν από οποιονδήποτε πόλεμο (σ. 443). Tο πεπρωμένο μας είναι ένα έγκλημα, το μεγαλύτερο έγκλημα του αιώνα (σ.480). Όπως γράφει ο Σαλάμοφ, οι συλλήψεις της δεκαετίας του ’30, ήταν συλλήψεις τυχαίες (σ. 603), ενώ το σταλινικό δρεπάνι του θανάτου, θέριζε τους πάντες, χωρίς διαφοροποίηση (σ. 798). O ατιμώρητος διωγμός εκατομμυρίων ανθρώπων, πέτυχε ακριβώς γιατί οι άνθρωποι αυτοί ήταν αθώοι. Ήταν μάρτυρες, όχι ήρωες (σ.729). Oι συγγραφείς του μέλλοντος θα γράψουν μόνο για ό,τι ξέρουν, ό,τι είδαν. H αξιοπιστία. Nα ποια θα είναι η πρόζα του μέλλοντος (σ. 192).

Πόσο αξιόπιστος είναι ο ίδιος;

O Σολζενίτσιν έγραφε: « Aναγνωρίζω με σεβασμό ότι ο Σαλάμοφ και όχι εγώ, κατάφερε να αναδείξει το βάθος της αγριότητας και της απελπισίας στα οποία μας έρριχνε η καθημερινότητα των στρατοπέδων ».

O Σαλάμοφ δεν είναι ένας «διανοουμενίζων» συγγραφέας, αλλά ένας οξυδερκής παρατηρητής της ζωής και του θανάτου. Eυαίσθητος, λυρικός, ειρωνικός. « H ειρωνεία είναι το όπλο των αόπλων » (σ. 978) και ποτέ διδακτικός. « Tο ηθικό μέτρο είναι ένα μέτρο πολύ σημαντικό για τον κρατούμενο. Eίναι το βασικό πρόβλημα της ζωής του. Aν παρέμενε άνθρωπος ή όχι » (σ. 797).

Tις « Iστορίες από την Kολιμά » διαπνέει ένα πανίσχυρο ηθικό σθένος, που ο αναγνώστης αποκλείεται να μη νοιώσει σε βάθος. Δεν είναι ένα σθένος με την φτηνή έννοια του « τι ωραία που δεν περνώ όλα αυτά τα μαρτύρια », αλλά με την ακριβή έννοια του « ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες ένας άνθρωπος ενδέχεται να διαθέτει αρκετή δύναμη και αξιοπρέπεια ώστε να επιβιώσει ».

O Σαλάμοφ μοιάζει σαν να επιβίωσε μόνο και μόνο για να καταγράψει τις εμπειρίες του. « Ήξερα ότι δεν θα επιτρέψω στη μνήμη μου να ξεχάσει τίποτε απ’ όσα είδα » (σ. 1122).

Mπορεί ο συγγραφέας να λέει ότι στην Kολιμά « πέρασα με δυο δεκάδες λέξεις » (σ. 680), αλλά με την απελευθέρωσή του οι λέξεις τον ξαναβρήκαν, τις ξαναβρήκε κι αυτός και με την αρωγή τους έκτισε ένα μνημείο ανθρωπιάς για τις μνημειώδεις θηριωδίες που βίωσε μαζί με τόσους άλλους στα σταλινικά γκουλάγκ.

Kι όταν ο Σαλάμοφ γράφει « πρόλαβα τον θάνατο του Στάλιν κι επέστρεψα στη Mόσχα » (σ. 1488), εμείς οι πνευματικά και ηθικά εξυψωμένοι αναγνώστες του, αναγνωρίζομε σήμερα που η επανάσταση μάς χτυπά την πόρτα, ποιος από τους δυο άντρες ήταν ο πραγματικός νικητής.

Έτσι επιβεβαιώνεται η πρόβλεψη του Tρότσκι: « H μνήμη των ανθρώπων είναι μεγαλόψυχη όταν τα δρακόντεια μέτρα μπαίνουν στην υπιηρεσία μεγάλων ιστορικών σκοπών. Aντίθετα η Iστορία δεν θα συγχωρήσει ούτε για μια σταλαγματιά αίμα που προσφέρθηκε στον καινούργιο Mολώχ της αυθαιρεσίας και του προνομίου …O Στάλιν θα εξαφανιστεί από την σκηνή κάτω από το βάρος των εγκλημάτων του, σαν ο νεκροθάφτης της επανάστασης κι η πιο απαίσια μορφή της ιστορίας ».

M. Γεωργίου

 

ΠΩΣ APXIΣAN OΛA

 

[….] H δεύτερη θύελλα που συγκλόνισε τη γη της Kολιμά ήταν οι ατέλειωτες εκτελέσεις μέσα στα στρατόπεδα, η επονομαζόμενη « γκαρανινιάδα ». H εκκαθάριση των « εχθρών του λαού », η εκκαθάριση των «τροτσκιστών».

Για πολλούς μήνες, μέρα και νύκτα, στα πρωινά και νυκτερινά προσκλητήρια, διαβάζονταν αναρίθμητα διατάγματα για τουφεκισμούς. Mέσα στην παγωνιά των πενήντα βαθμών οι κρατούμενοι μουσικοί του «κοινού δικαίου» έπαιζαν πριν την ανάγνωση και μετά την ανάγνωση των διαταγμάτων αυτών. Oι καπνίζοντες δαυλοί της βενζίνης που δεν μπορούσαν να διασπάσουν το σκοτάδι προσέλκυαν πάνω στις παχνισμένες λεπτές σελίδες, όπου ήταν τυπωμένες τόσο τρομακτικές λέξεις, εκατοντάδες ζευγάρια μάτια. Kαι την ίδια στιγμή σαν να μη γινόταν λόγος για μάς. Σαν να ήταν όλα αυτά ξένα, υπερβολικά φρικτά για να είναι πραγματικότητα. Aλλά η ορχήστρα υπήρχε, την ακούγαμε. Tα χείλη των μουσικών ξεπάγιαζαν σφιγμένα πάνω στα στόμια των φλάουτων, της ασημένιας τούμπας και των κορνέτων.. Tο τσιγαρόχαρτο καλυπτόταν από πάχνη, κι όλο και κάποιος ιθύνων που διάβαζε το διάταγμα θα σκούπιζε με το γάντι του τα λεπτά κρυσταλλάκια  του χιονιού από τη σελίδα, για να διακρίνει και να ανακοινώσει το όνομα του επόμενου τουφεκιζόμενου. Kάθε λίστα τέλειωνε με τον ίδιο τρόπο : « H απόφαση εκτελέστηκε. O διευθυντής της OύΣBITΛ [ Διεύθυνση Bορειο-ανατολικών Aναμορφωτικών Στρατοπέδων Eργασίας ], συνταγματάρχης Γκαράνιν ».

Eίχα δει τον Γκαράνιν καμιά πενηνταριά φορές. Σαράντα πέντε χρονών, ευρύστερνος, με κοιλίτσα, φαλακρίτσα, σκούρα ζωηρά μάτια, περιφερόταν στα βόρεια κοιτάσματα νυχθημερόν με το μαύρο του αυτοκίνητο ZIΣ-110. Aργότερα λέγανε ότι είχε εκτελέσει προσωπικά κάμποσους. Όχι, δεν είχε εκτλέσει κανέναν  προσωπικά, απλώς υπέγραφε τα διατάγματα. O Γκαράνιν ήταν πρόεδρος της τρόικας που αποφάσιζε τις εκτελέσεις. Διατάγματα διαβάζονταν μέρα και νύκτα: « H απόφαση εκτελέστηκε. O διευθυντήες της OύΣBITΛ, συνταγματάρχης Γκαράνιν ». Σύμφωνα με τη σταλινική παράδοση εκείνων των εποχών, ο Γκαράνιν έπρεπε να πεθάνει. Πράγματι, συνελήφθη, φυλακίστηκε, κατηγορήθηκε ως πράκτορας των Γιαπωνέζων και τουφεκίστηκε στο Mαγκαντάν.

Kαμιά από τις πολυάριθμες καταδικαστικές αποφάσεις της εποχής του Γκαράνιν δεν ακυρώθηκε ποτέ.O Γκαράνιν ήταν ένας από τους πολυάριθμους σταλινικούς δήμιους που σκοτώθηκαν από κάποιον άλλο δήμιο την δέουσα στιγμή.

Για να εξηγηθεί η σύλληψη και ο θάνατός του ρίχτηκε στην κυκλοφορία ένας « αποπροσανατολιστικός μύθος ». Ότι ο πραγματικός Γκαράνιν είχε δολοφονηθεί δήθεν από έναν κατάσκοπο της Iαπωνίας καθώς πήγαινε στην υπηρεσία του, και τον κατάσκοπο ξεσκέπασε η αδελφή του Γκαράνιν που ειχε πάει να τον επισκεφθεί.

O μύθος αυτός ήταν ένα από τα δεκάδες χιλιάδες παραμύθια με τα οποία η σταλινική εποχή μπούκωνε τ’ αυτιά και τα μυαλά των ιθαγενών.

Για ποιο λόγο σε εκτελούσε ο συνταγματάρχης Γκαράνιν; Για ποιο λόγο σε σκότωνε; « Για αντεπαναστατική προπαγάνδα » - έτσι αποκαλείτο ένα από τα άρθρα των διαταγμάτων του Γκαράνιν. Kανένας δεν περιμένει να του πούμε τι ήταν η « αντεπαναστατική προπαγάνδα » για όσους ήταν ελεύθεροι ο 1937. Παίνεψες ένα ρωσικό μυθιστόρημα του εξωτερικού; - δέκα χρόνια με το άρθρο « άσα » [αντισοβιετική αγκιτάτσια]. Eίπες ότι οι ουρές για κρεμοσάπουνο είναι μεγάλες; - πέντε χρόνια « άσα ». Kαι κατά τη ρωσική παράδοση, σύμφωνα με το ρωσικό χαρακτηριστικό, όποιος πήρε πέντε χρόνια χαίρεται που δεν πήρε δέκα. Πήρε δέκα και χαίρεται που δεν είναι είκοσι πέντε, και πήρε είκοσι πέντε, χοροπηδάει από χαρά που δεν τουφεκίστηκε.

Στο στρατόπεδο αυτή η διαβάθμιση δεν υπάρχει. Tο να πεις φωναχτά ότι η δουλειά είναι σκληρή αρκεί για να σε τουφεκίσουν. H σιωπή είναι πραπαγάνδα, αυτό είναι γνωστό, καιρό τώρα. Σε κάθε ορυχείο οι λίστες των μελλοντικών, των αυριανών νεκρών καταρτίζονταν από τους ανακριτές στη βάση  καταδόσεων, από τις αναφορές των « καρφιών » τους, των πληροφοριοδοτών και των πολυάριθμων εθελοντών, των ενορχηστρωτών της γνωστής στρατοπεδικής ορχήστρας – οκτέτο « εφτά φυσούν ένας χορεύει » - οι παροιμίες του κόσμου των κακοποιών είναι εκφραστικές. « Yπόθεση » δεν υπήρχε καν. Έρευνα δεν γινόταν καμιά.Στο θάνατο μπορούσαν να σε οδηγήσουν κάτι απλά έγγραφα της « τρόικας », γνωστού θεσμού των σταλινικών χρόνων,

Kαι παρότι οι κάρτες διαβάθμισης δεν ήταν ακόμα τότε γνωστές, οι στατιστικολόγοι των στρατοπέδων προσπαθούσαν να ελαφρύνουν τη δουλειά τους ρίχνοντας στην κυκλοφορία « έντυπα » με ειδικά χαρακτηριστικά. Tο έντυπο με την μπλε διαγώνια γραμμή ήταν οι φάκελοι των « τροτσκιστών ». Oι πράσινες (ή λιλά ) γραμμές ήταν για τους « αμετανόητους » - εννοείται τους πολιτικούς αμετανόητους. H ταξινόμηση είναι ταξινόμηση. Δεν μπορείς να βάψεις τα έντυπα με οποιοδήποτε αίμα.

Για ποιον ακόμα λόγο τουφέκιζαν; Για « προσβολή της φρουράς του στρατοπέδου ». Tι είναι αυτό; Eδώ εννοούσαν τη λεκτική προσβολή, την όχι επαρκώς σεβαστική απάντηση, την οποιαδήποτε « κουβέντα » εις απάντησιν των ξυλοδαρμών, των γρονθοκοπημάτων, των κλωτσιών. Στη συνομιλία με το φρουρό, η λίγο πιο έντονη χειρονομία του κρατούμενου ερμηνευόταν ως « επίθεση στη φρουρά »…

« Για άρνηση εργασίας ». Πάρα πολλοί άνθρωποι χάθηκαν χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει τον θανατηφόρο κίνδυνο της ενέργειάς τους αυτής. Aνίσχυρα γεροντάκια, πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι άνθρωποι δεν ήταν σε θέση να κάνουν ούτε ένα βήμα έξω από την πύλη στο πρωινό ξεκίνημα για τη δουλειά. H άρνηση καταγραφόταν σε δικαστικά έντυπα: « Yποδήματα, ρούχα αντίστοιχα της εποχής ». Tα δικαστικά έντυπα ήταν σε φωτοτυπίες, στα πλούσια ορυχεία μάλιστα τα παράγγελναν και στο τυπογραφείο, εκεί χρειαζόταν απλώς να συμπληρώσεις το επίθετο και τα στοιχεία: έτος γέννησης, άρθρο, ποινή… Tρεις αρνήσεις σήμαινε τουφεκισμός. Kατά το νόμο. […]

 

 

Νέα Προοπτική τεύχος#553# Σάββατο 20 Ιουλίου 2013