Γεώργιος Σκληρός, ο τρυφερός σύντροφος

Γεώργιος Σκληρός, ο τρυφερός σύντροφος

Aλεξάνδρα Δεληγιώργη, Tρυφερός σύντροφος, μυθιστορία, εκδόσεις Άγρα, Aθήνα 2011, σελ. 292

Ο Μιχαλάκης (Μιχάλης Αυγερινός) φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού του Ηλία Κωνσταντινίδη, μαθαίνει το τραγικό συμβάν. «Χάσαμε την Αθηνά» ψέλλισε ο Ηλίας και ο Μιχαλάκης ένοιωσε ότι το βλέμμα του χάθηκε μαζί με την αδερφή του. Πέθανε πάνω στη γέννα των δίδυμων παιδιών της, που αργότερα θα ονομαστούν Γιώργος και Όλγα. Τα παιδιά μεγαλώνοντας, δεν περνάει μέρα που να μην έχουν τη χαμένη μητέρα τους στο μυαλό τους. Μάλιστα, όταν ο Γιωργάκης τη θυμάται και κλαίει, η Όλγα τον παροτρύνει να γίνει σκληρός και να πάψει να κλαίει.

Αυτό είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο ξετυλίχθηκε όλο το δράμα της ζωής του Γιώργου Κωνσταντινίδη, το οποίο τον καθόρισε μέχρι τέλους. Ο θάνατος της Αθηνάς που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, η αγάπη και το στενό δέσιμο με την δίδυμη αδελφή του την Όλγα, το όνειρο να πάει στην Αθήνα την πόλη της μαμάς Αθηνάς και η παρότρυνση της Όλγας «γίνε σκληρός».

Όπως λέει ο ίδιος, «το αποφάσισα, το σκληρός ως ψευδώνυμο μου ταιριάζει, εκφράζει όσα πιστεύω και αισθάνομαι.»

Ο Γ. Σκληρός γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου το 1878. Είχε άλλα 8 αδέλφια που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διασκορπίστηκαν ανά την υφήλιο. Ο πατέρας του Ηλίας, ονειρευόταν τον εαυτό του λόγιο. Και ήθελε να περνιέται για λόγιος. Οι φιλολογικές σπουδές του στην Αθήνα σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή του. Αυτό του το μεράκι βέβαια ήταν διατεθειμένος, αντί να το μεταβιβάσει στους γιους του, να το μοιραστεί με τις κόρες του. Αυτούς τους προόριζε για εμπόρους. Αλλά ενώ οι δυο μεγαλύτεροι Κώστας και Νίκος υπάκουσαν τον πατέρα, ο μικρός Γιωργάκης δεν ήταν εύκολος. Το εμπόριο και οι παράδες δεν του έλεγαν το παραμικρό. Το κυνήγι της ανάπτυξης του πνεύματος τον έκαιγε. Από τον πατέρα του κρατούσε μόνο δύο πράγματα: α) ότι η φύση είναι το καθαρτήριο του πνεύματος. Δεν υπήρχε μέρα που δείχνοντάς του μια σαύρα ή ένα φυτό, να μην του εξηγήσει ένα από τα ατέλειωτα φυσικά φαινόμενα του γύρω κόσμου, του εξωτερικού, παράλληλα με τα ανθρώπινα δράματα που ξετυλίγονται στον εσωτερικό κόσμο του καθένα. β) Πίστευε ότι για να καταφέρουν να σκέφτονται ορθά, έπρεπε να μάθουν να χειρίζονται τον λόγο σωστά και με χάρη. Το ίδιο κι όταν έγραφαν. Ο Γιωργάκης αυτά τα κρατούσε.

Είχε φτάσει πια, 20 χρονών. Με τα πολλά, τον στείλανε στην Οδησσό στο εμπορικό του γαμπρού του και της Βασώς, της μεγάλης του αδερφής. Αλλά από τη μια τα ρωσικά δύσκολα, από την άλλη οι λογαριασμοί και οι παράδες, οι δοσοληψίες και οι δανεισμοί δεν χωρούσαν στο δικό του ζωτικό χώρο. Άλλα ονειρευόταν. Προτιμούσε τον εαυτό του γιατρό. Αν και αυτό που κατά βάθος τον ενδιέφερε ήταν η κατάσταση που επικρατούσε παγκόσμια.

Στην Ελλάδα τα πράγματα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο. Ο πόλεμος είχε χαθεί, το κράτος είχε χρεοκοπήσει.

Ήταν ήδη 24 χρονών όταν άφηνε την Οδησσό για να πάει στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας για να γίνει γιατρός. Παρέκαμψε όλες τις αντιρρήσεις της οικογένειας και έφυγε, ενώ ο Ηλίας έτριζε τα δόντια του σκεπτόμενος αν άξιζε να χάσει την Αθηνά γι’ αυτόν τον άχρηστο.

Η είσοδος στην αίθουσα ανατομίας μετά από αναβολή 2 ημερών, ήταν δύσκολο έργο. Θεώρησε ότι πέρασε το Ρουβίκωνα. Θα έφευγε αν ο σπουδαστής Μιχαϊλωφ, τεταρτοετής της ιατρικής δεν του συμπαραστεκόταν. Ταυτόχρονα δεν παρέλειψε να του τονίσει τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της ιατρικής: -Σώζει ζωές ο γιατρός αλλά ο κόσμος μέσα στον οποίο ζουν αυτοί που σώζει δεν είναι ανθρώπινος. Φυσικά συμφωνούσε. Καταλάβαινε ότι μαζί με την ιατρική όφειλε να σπουδάσει πολλά σχετικά με τον άνθρωπο. Έτσι άκουγε με προσοχή τον καθηγητή που εξηγούσε πως ο άνθρωπος αποκόπηκε από την προϊστορία του φτιάχνοντας το πρώτο εργαλείο, εγκαινιάζοντας την είσοδο του στην ιστορία.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα με κουβέντες, διαμάχες για θετικιστές επιστήμονες, για λογοτέχνες, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, για υλιστές, ιδεαλιστές, μαρξιστές, μπολσεβίκους, μενσεβίκους, η γνώση γινόταν ένα μαχαίρι που χάραζε στο κρανίο χαραμάδες για να μεταμορφωθεί ως δια μαγείας σε εστία φωτός που τρυπώνει στο εσωτερικό του. Η Γνώση ήταν το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα για το Γ. Σκληρό.

Τα γεγονότα της ματωμένης Κυριακής στην Πετρούπολη λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 1905, έδειχναν ότι το ποτήρι ξεχείλισε. Κάτι σιγόβραζε από κάτω. Ήταν η αιώνια στέρηση. Δεν ήταν το φαΐ που μονίμως έλειπε, ήταν το μέλλον που μονίμως υποθήκευαν τόσο πετυχημένα, ώστε να αμφιβάλει κανείς σοβαρά αν όντως υπήρχε μέλλον γι’ αυτούς τους στερημένους κι απόκληρους. Η δική τους αιωνιότητα ήταν κόλαση. Με κάθε τρόπο έπρεπε να απονεμηθεί δικαιοσύνη.

Φεύγει για την Εσθονία όπου γνωρίζει τη Γκρέτα. Μια γερμανορωσίδα με την οποία αποκτά ερωτικές σχέσεις και έπειτα πηγαίνει στην Ιένα όπου άφραγκος προσπαθεί με δανεικά να τα βγάλει πέρα. Το χτικιό ήδη προχωράει. Η φθίση τού κατατρώει τα σωθικά. Ευτυχώς υπάρχουν κάποιοι ρωμιοί διανοούμενοι, όπως ο Κ. Χατζόπουλος και ο Φώτος Πολίτης, με τους οποίους συνδέεται φιλικά. Εκεί γράφει «Το Κοινωνικό μας Ζήτημα», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1907 ταράζοντας τα νερά και τα πνεύματα μιας κοινωνίας τραυματισμένης από οικονομικούς, κοινωνικούς και εθνικούς κλυδωνισμούς, καθώς κι από τις αντιθέσεις και τις βίαιες συγκρούσεις γύρω από το γλωσσικό ζήτημα.

Αργότερα, αναγκάζεται να πάει στο σανατόριο Ταταρίνο της Ρωσίας, όπου απομονώνεται.

Με το τέλος του Χειμώνα του 1913, ο Σκληρός εγκαταλείπει το Ταταρίνο για την Κωνσταντινούπολη. Από ‘κει το Μάρτη πάει στην Αίγυπτο και στο Σανατόριο του Ζεϊτούν. Εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί με συνοικέσιο την Ευτέρπη, κάτοικο του Χελουάν.

Το ξάφνιασμα του Στέφανου Πάργα, εκδότη του περιοδικού Γράμματα, για το ότι ο Σκληρός ήταν ακόμη ζωντανός και μάλιστα όχι στη Ρωσία αλλά στην Αίγυπτο, ήταν χαρακτηριστικό. Δεν πίστευε στα μάτια του, ούτε στ’ αυτιά του. Και ήταν ο ίδιος που λίγα χρόνια αργότερα το 1917, θα γινόταν ο οργανωτής εκδήλωσης στα γραφεία των Γραμμάτων όπου θα παρευρισκόταν εκτός του Σκληρού και ο Κ. Καβάφης.

Στον Τρυφερό σύντροφο, ένα μυθιστόρημα βασισμένο στη ζωή και το θάνατο του Γ. Σκληρού, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη σκαλίζει και φωτίζει τον ψυχισμό του και τον αγώνα του με τα εξωτερικά και εσωτερικά εμπόδια που οδήγησαν στη διαμόρφωση των θέσεών του για την κοινωνία και τη γλώσσα.

Ο ίδιος, περιπλανώμενος διαρκώς, διασκορπιζόμενος θα ‘λεγε κανείς, όπως όλη η ελληνική διασπορά, ζει μέσα στη φωτιά των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την τύχη της χώρας του και όχι μόνο.

Από την Οδησσό στη Μόσχα και την Πετρούπολη του 1905, όπου μυείται στις επαναστατικές ιδέες, έπειτα Εσθονία με κατάληξη την Ιένα. Το μεγάλο του όνειρο παρέμενε η εγκατάσταση του στην Αθήνα, το μεγάλο κέντρο των ιδεών.

Ήταν υπέρμαχος της αληθινής Δημοκρατίας, της γνώσης και της Δικαιοσύνης. Τα ‘βαλε με όσους θεωρούσε εγωιστές ή φιλόδοξους για ατομικά οφέλη. Τον Ψυχάρη και το σινάφι του που έλεγαν ότι η έννοια προλεταριάτο ήταν για σκουπίδια μέχρι τον Ίδα (Ίωνα Δραγούμη) που θεωρούσε ότι ο Ένας, ο Δυνατός, μπορούσε να λύσει τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας. Δε λιποψύχησε ούτε μια στιγμή.

Δε χρειάζεται να βάλει κανείς ταμπέλες στον Γ. Σκληρό. Αν ήταν επαναστάτης ή επαναστατημένος, μαρξιστής, μπολσεβίκος ή σοσιαλδημοκράτης. Η ζωή του είναι σε συνάφεια με το σπαραγμό όλης της ελληνικής κοινωνίας. Οι ιδέες του, πρωτοποριακές για την εποχή του, παλεύτηκαν απ’ αυτόν μέχρι τέλους. Σίγουρα ήταν ένα από τα πλέον ριζοσπαστικά μυαλά που εμφανίστηκαν ποτέ. Αγαπούσε το Διαφωτισμό τις Επιστήμες και την Ποίηση, μισούσε το Δεσποτισμό και τη μεταφυσική εκείνη που θολώνει τις κεραίες της Ιστορίας και όσους δεν πάλευαν για το κοινό καλό της ανθρωπότητας.

Η συγγραφέας σε κάποιο σημείο παραθέτει δίπλα στο Σκληρό τον Τόμας Μαν που συνόδευε το 1912 τη γυναίκα του Κάτια σε ένα σανατόριο του Νταβός. Εκεί αναφέρει ότι ο Τόμας Μαν εξακολουθούσε να πιστεύει στο Stirb und werde (Πέθανε και Ξαναγεννήσου) του Γκαίτε.

Έτσι ήταν η ζωή του Γ. Σκληρού, ιδιαίτερα την περίοδο της επιδεινούμενης αρρώστιας του. Πέθαινε και μαζί σηκωνόταν και ζούσε, με μόνο σκοπό να μην αφήσει ποτέ τους ανθρώπους απροστάτευτους μπροστά στο αναχρονιστικό τέρας της αμάθειας και της άγνοιας που κατατρώει τα σωθικά της κοινωνίας όπως η φθίση τα σπλάχνα του κορμιού του. Όλη η εσωτερική του διαπάλη, όλη του η αγωνία, μέχρι το θάνατό του, το 1919 στην Aλεξάνδρεια, ήταν η εκπλήρωση των ονείρων του που ταυτίζονταν με τις ανάγκες της ανάπτυξης του ανθρώπου. Ένας συνεχής αγώνας μέχρις ότου τον πήρε μαζί του ο θάνατος, ο τρυφερός του σύντροφος.-

Γιάννης Αντίκυρας

 

Νέα Προοπτική τεύχος#543# Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013