H Iστορία του Περιστεριώνα μου

Iσαάκ Mπάμπελ

H Iστορία του Περιστεριώνα μου

 

[O Iσαάκ Mπάμπελ, γεννήθηκε το 1894 στην Oδησσό και εκτελέστηκε στη Mόσχα το 1940 από τη σταλινική δολοφονική μηχανή, ως τροτσκιστής. Έλαβε μέρος στην Oκτωβριανή επανάσταση και στον εμφύλιο πόλεμο, που τον αποτύπωσε στη συλλογή διηγημάτων το Kόκκινο Iππικό. Tο κείμενο που δημοσιεύουμε είναι απόσπασμα από το διήγημα H Iστορία του Περιστεριώνα μου, από τη συλλογή διηγημάτων Στο Yπόγειο, εκδ. Στιγμή, μετάφραση Σπύρος Tσακνιάς. H ιστορία διαδραματίζεται τον Oκτώβρη του 1905, στη διάρκεια της πρώτης Pωσικής επανάστασης. Ο συγγραφέας, εβραϊκής καταγωγής, αναδεικνύεται ως ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της δεκαετίας του 20 και 30, αλλά θα έχει την τύχη χιλιάδων άλλων διανοουμένων, που χαρακτηρίζονται ως «εχθροί του λαού».

Στην Ιστορία του Περιστεριώνα αποτυπώνεται το κλίμα της επανάστασης, αλλά και, συγχρόνως, των  αντισημιτικών πογκρόμ, που υποδαυλίζονται από την τσαρική μηχανή και την πρωτο-φασιστική της οργάνωση Μαύροι Εκατονταρχίτες.]

 […] Τα γεγονότα που διηγούμαι, το πώς δηλαδή έγινα δεκτός στην πρώτη τάξη του γυμνασίου, συνέβησαν το φθινόπωρο του 1905. Την ίδια εποχή, ο Τσάρος Νικόλαος παραχωρούσε σύνταγμα στο ρωσικό λαό. Ρήτορες με τριμμένα παλτά ανέβαιναν πάνω σε μεγάλες πέτρες, μπροστά στο κτήριο της Δημαρχίας, κι έβγαζαν λόγους. Τη νύχτα ακούγονταν πυροβολισμοί στους δρόμους κι η μάνα δεν ήθελε να μ’ αφήσει να πάω στην αγορά. Από νωρίς το πρωί της 20ής Οκτωβρίου κάτι γειτονόπουλα πετούσαν χαρταετό μπροστά στο αστυνομικό τμήμα κι ο νεροκουβαλητής μας, εγκαταλείποντας τους κουβάδες του, τριγύριζε στους δρόμους με κόκκινο πρόσωπο και τα μαλλιά παστωμένα μπριγιαντίνη. Τότε είδαμε τους γιους τού φούρναρη Καλίστοβ να σέρνουν έξω στο δρόμο ένα δερμάτινο εφαλτήριο και να κάνουν γυμναστικές ασκήσεις στη μέση του δρόμου. Κανείς δεν τους σταμάτησε, κι ο Σεμέρνικοβ, ο αστυνομικός, τους παρακινούσε από πάνω να πηδήσουν ακόμα πιο ψηλά. Ο Σεμέρνικοβ φορούσε μια μεταξωτή ζώνη που του ‘χε φτιάξει η γυναίκα του, και οι μπότες του εκείνη την ημέρα ήσαν τόσο καλογυαλισμένες όσο ποτέ πριν. Χωρίς την συνηθισμένη του στολή, ο αστυνομικός τρόμαζε τη μητέρα μου περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, κι εξαιτίας του δεν ήθελε να βγω έξω, αλλά γλίστρησα από την πίσω πόρτα κι έτρεξα στην πτηναγορά, που βρισκόταν πίσω απ’ το σταθμό.

Στην αγορά, ο Ιβάν Νικοντίμιτς, ο έμπορος περιστεριών, καθόταν στη συνηθισμένη του θέση. Εκτός από περιστέρια, είχε για πούλημα κουνέλια κι ένα παγόνι. Το παγόνι, με απλωμένη την ουρά, καθόταν σε μια κούρνια και γύριζε με απάθεια το κεφάλι του από δω κι από κει. Στο πόδι του ήταν δεμένο ένα σκοινί, και η άλλη άκρη του σκοινιού ήταν πιασμένη κάτω απ’ το πόδι της καρέκλας του Ιβάν Νικοντίμιτς. Μόλις έφτασα αγόρασα απ’ το γέρο ένα ζευγάρι κερασόχρωμα περιστέρια μ’ αισθησιακές, αναμαλλιασμένες ουρές, κι ένα ζευγάρι λοφιοφόρα – και τα ‘χωσα στον κόρφο μου, κάτω απ’ το πουκάμισό μου, μέσα σε μια σακούλα. Ύστερ’ απ’ αυτές τις αγορές μού είχαν απομείνει σαράντα καπίκια μόνο κι ο γέρος δεν ήταν διατεθειμένος να μου δώσει ένα ζευγάρι περιστέρια ράτσας Κριούκοβ. Αυτό που μ’ άρεσε στα περιστέρια Κριούκοβ ήσαν τα κοντά, σπυρωτά, καλόβολα ράμφη τους. Σαράντα καπίκια ήταν καλή τιμή, αλλά ο έμπορος επέμενε να παζαρεύει, γυρνώντας αλλού την  κιτρινιάρικη φάτσα του, την καψαλισμένη από τα μοναχικά πάθη ενός ορνιθοθήρα. Πάνω που τελείωναν τα παζαρέματα, βλέποντας ότι δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες, ο Ιβάν Νικοντίμιτς μου ‘γνεψε να πλησιάσω. Όλα ήρθαν καταπώς το ευχόμουν, κι όλα ήρθαν στραβά.

Κατά τις δώδεκα, μπορεί και λίγο αργότερα, ένας άντρας με τσόχινες μπότες διέσχισε την πλατεία. Περπατούσε ανάλαφρα με τα πρησμένα πόδια του και στο σπασμένο του πρόσωπο έλαμπαν δυο ζωηρά μάτια.

«Ιβάν Νικοντίμιτς», είπε καθώς περνούσε από το μαγαζί, «μάζεψε τα πραματά σου. Κάτω στην πόλη, οι αριστοκράτες της Ιερουσαλήμ απέκτησαν το σύνταγμά τους. Στο δρόμο με τα ψαράδικα σκότωσαν τον παππού Μπάμπελ…».

Καθώς τα ‘λεγε αυτά περπατούσε απαλά ανάμεσα στα κλουβιά, όπως ένας ξυπόλυτος ζευγάς στην άκρη ενός αγρού.

«Κρίμα», ψιθύρισε ο Ιβάν Νικοντίμιτς από πίσω του. «Κρίμα», φώναξε πιο αυστηρά. Άρχισε να μαζεύει το παγόνι και τα κουνέλια του και μου ΄χωσε στα χέρια τα περιστέρια Κριούκοβ για σαράντα καπίκια. Τα ‘κρυψα στο στήθος μου και κοίταζα τους ανθρώπους που έφευγαν απ’ την αγορά τρέχοντας. Το παγόνι, κουρνιασμένο πάνω στον ώμο του Ιβάν Νικοντίμιτς, έφυγε τελευταίο. Καθόταν εκεί πάνω όπως ο ήλιος πάνω σ’ έναν υγρό φθινοπωρινό ουρανό, όπως κάθεται ο Ιούλιος πάνω σε μια ρόδινη όχθη ποταμού, ένας διάπυρος Ιούλιος πάνω στην αχανή δροσερή χλόη. Ακολουθούσα το γέρο με τα μάτια, την καρέκλα του και τ’ ακριβά κλουβιά του τυλιγμένα σε χρωματιστά κουρέλια. Κανείς δεν είχε μείνει στην αγορά και κάπου εκεί γύρω ακούγονταν πυροβολισμοί. Έτρεξα τότε στο σταθμό, διέσχισα μια πλατεία που ‘χε γίνει άνω κάτω, κι όρμησα σ’ ένα άδειο δρομάκι με πατημένο κίτρινο χώμα. Στο τέλος του δρόμου, πάνω σε μια μικρή πολυθρόνα με ρόδες, καθόταν ο ανάπηρος Μακαρένκο. Ο Μακαρένκο τριγυρνούσε στην πόλη πάνω στην πολυθρόνα του και πουλούσε τσιγάρα που ‘χε απλωμένα πάνω σ’ ένα δίσκο. Τ’ αγόρια της γειτονιάς απ’ αυτόν αγόραζαν τσιγάρα, τα παιδιά τον αγαπούσαν, κι εγώ όρμησα πάνω του σ’ εκείνο το δρομάκο.

«Μακαρένκο», είπα ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο, κι άγγιξα τον ανάπηρο στον ώμο. «Μήπως είδες τον παππού μου τον Σόυλ;».

Ο ανάπηρος δεν απάντησε. Ένα φως ξεχυνόταν απ’ το πρόσωπό του, με τα μάγουλα που ‘μοιαζαν με χοντρές, κόκκινες, σφιγμένες γροθιές ή με κομμάτια σίδερο. Θύμα τρομερής ταραχής, στριφογύριζε στην πολυθρόνα του, ενώ η γυναίκα του, η Κατιούσα, με τα πισινά της στραμμένα προς το μέρος μας, ξεδιάλεγε κάτι πράματα σκορπισμένα στο χώμα.

«Πόσα μέτρησες;», ρώτησε ο ανάπηρος και τραβήχτηκε πίσω, θαρρείς και ήξερε από τα πριν πως η απάντηση θα ήταν αβάσταχτη.

«Δεκατέσσερα ζευγάρια γκέτες», είπε η Κατιούσα χωρίς να σηκωθεί, «κι έξι κατωσέντονα, τώρα μετράω τους σκούφους…».

«Σκούφους», φώναξε ο Μακαρένκο, βγάζοντας έναν πνιγμένο ήχο σαν λυγμό. «Είναι ολοφάνερο, Κατερίνα, πως ο Θεός μας έβαλε στο μάτι, ότι πρέπει να πληρώσω για όλο τον κόσμο. Οι άλλοι κουβαλάνε ολόκληρα τόπια ύφασμα, οι άλλοι έχουν ό,τι πρέπει, κι εμείς κολλήσαμε στους σκούφους…».

Πάνω στην ώρα, μια γυναίκα με ξαναμμένο το όμορφο πρόσωπό της διέσχισε το δρόμο. Στο ‘να χέρι κρατούσε μια χούφτα φέσια και στ’ άλλο ένα κομμάτι ύφασμα, με φωνή χαμένη, μαζί κι ευτυχισμένη, φώναζε τα παιδιά της που είχαν χαθεί. Ένα μεταξωτό φουστάνι και μια γαλάζια μπλούζα ανέμιζαν πίσω της καθώς έτρεχε και δεν έδωσε καμία σημασία στον Μακαρένκο που την πήρε στο κατόπι τσουλώντας την πολυθρόνα του. Ο ανάπηρος δεν μπορούσε να τη φτάσει, οι ρόδες της πολυθρόνας του γκριτσάνιζαν, γύριζε τις χειρολαβές όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά δεν προχωρούσε και πολύ.

«Κυρούλα», φώναζε με φωνή που σε ξεκούφαινε, «για την αγάπη του Θεού, καλή μου κυρούλα, από πού το πήρες αυτό το τσίτι;».

Αλλά η γυναίκα με το φόρεμα που ανέμιζε είχε πια χαθεί. Από κει που έστριψε ξεπρόβαλε ένα κάρο που τρανταζόταν ολόκληρο, το οδηγούσε ένα χωριατόπουλο, όρθιο.

«Που τρέχουν όλοι τους;», ρώτησε το παιδί, σηκώνοντας ένα κόκκινο χαλινάρι πάνω απ΄ τα παλιάλογα που τινάζονταν μέσα στις λαιμαριές τους.

«Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε στην οδό Μητροπόλεως», είπε παρακαλεστικά ο Μακαρένκο. «Όλοι πήγαν εκεί, γιέ μου. Ό,τι βάλεις στο χέρι φέρτο σε μένα. Θα σου δώσω καλή τιμή».

Μόλις άκουσε τ’ όνομα της οδού Μητροπόλεως, το παλικάρι δεν έχασε καθόλου καιρό. Έσκυψε πάνω απ’ το μπροστινό παραπέτο του κάρου και μαστίγωσε τ’ ασπρόμαυρα παλιάλογα. Τινάζοντας τα βρώμικα καπούλια τους σαν μοσχαράκια, τ’ άλογα όρμησαν καλπάζοντας. Το κίτρινο δρομάκι έμεινε ξανά κίτρινο και άδειο. Τότε, ο άνθρωπος με τα κομμένα πόδια έστρεψε σ’ εμένα το σβησμένο βλέμμα του.

«Θαρρώ πως ο Θεός με διάλεξε», είπε μελαγχολικά. «Θαρρώ πως είμαι ο Υιός του Ανθρώπου».

Ο Μακαρένκο άπλωσε προς το μέρος μου ένα χέρι με σημάδια λέπρας.

«Τι έχεις στο σάκο σου;», ρώτησε και πήρε το σακούλι που ζέσταινε την καρδιά μου.

Πασπάτεψε τη σακούλα με το χοντρό χέρι του και τράβηξε έξω μια κερασόχρωμη περιστέρα. Μαζεύοντας απότομα τα πόδια του, το πουλί έμεινε ακίνητο στην παλάμη του ανάπηρου.

«Περιστέρια», είπε ο Μακαρένκο, και με τις ρόδες του να σκούζουν ήρθε κατευθείαν πάνω μου. «Καταραμένα περιστέρια», επανέλαβε και με χτύπησε στο μάγουλο.

Μου κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα με το χέρι που ‘σφιγγε το πουλί. Καθώς έπεφτα καταγής, μέσα στ’ ολοκαίνουριο μου παλτό, μου φάνηκε πως τα χοντρά πισινά της Κατιούσα ήρθαν τ’ απάνω κάτω.

«Η φάρα τους πρέπει να σβήσει», είπε η Κατιούσα καθώς σηκωνόταν απ’ τους σκούφους της. Δεν την μπορώ τη φάρα τους, ούτε τους βρωμιάρηδες τους άντρες τους…».

Είπε κι άλλα πράματα για τη φάρα μας αλλά δεν άκουσα τίποτα. Ήμουν ξαπλωμένος πάνω στο χώμα και τα άντερα του τσακισμένου πουλιού κυλούσαν απ’ τον κρόταφό μου. Κυλούσαν στο μάγουλό μου, προς τα δω και προς τα κει, με πιτσιλούσαν και με τύφλωναν. Τα τρυφερά περιστερένια εντόσθια γλιστρούσαν πάνω στο μέτωπό μου κι έκλεισα το ξεβούλωτο μάτι μου για να μη βλέπω τον κόσμο που απλωνόταν μπροστά μου. Ήταν ένας κόσμος μικρός και φοβερός. Μια πέτρα βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου, μια πέτρα έτσι σκαμμένη ώστε να μοιάζει με πρόσωπο γριάς με τεράστιο σαγόνι. Λίγο πιο κει ήταν ένα κομμάτι σπάγγος και μια τούφα φτερά που ανάσαιναν ακόμη. Ο κόσμος μου ήταν μικρός και φοβερός. Έκλεισα τα μάτια για να μην τον βλέπω και κόλλησα στο χώμα μέσα σε μια κατευναστική βουβαμάρα. Αυτή η ποδοπατημένη γη δεν έμοιαζε σε τίποτε με την πραγματική ζωή μας, λες και περίμενε να περάσει πρώτα τις εξετάσεις της στην πραγματική ζωή. Κάπου μακριά, η Δυστυχία κάλπαζε πάνω σ’ ένα σφύζον άτι, αλλά ο θόρυβος που κάναν οι οπλές του εξασθενούσε ώσπου έσβησε, και η σιωπή, η πικρή σιωπή που χτυπά καμιά φορά τα παιδιά μέσα στη δυστυχία τους, κατάργησε ξαφνικά το σύνορο ανάμεσα στο φρίττον σώμα μου κι αυτή τη γη που δεν έβγαζε πουθενά. Η γη μου μύριζε υγρά βάθη, τάφο και λουλούδια. Αισθανόμουν αυτό το άρωμα κι άρχισα να κλαίω χωρίς φόβο. Περπατούσα σ’ έναν άγνωστο δρόμο, φραγμένο, από τη μια και την άλλη πλευρά, μ’ άσπρα κουτιά, περπατούσα φορώντας ματοβαμμένα φτερά, μόνος μέσα σε πεζοδρόμια καλοσκουπισμένα όπως την Κυριακή, κλαίγοντας με πίκρα, με πληρότητα, με ευτυχία, όπως δεν έκλαψα ποτέ ξανά στη ζωή μου. Τ’ ασπρισμένα τηλεγραφικά σύρματα βομβούσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, ένα μαντρόσκυλο έτρεχε μπροστά μου, σε μια πάροδο ένα χωριατόπουλο με γιλέκο έσπαγε ένα παραθυρόφυλλο στο σπίτι του Χαρίτωνος Εφρούσι. Το ‘σπαγε μ’ ένα ξύλινο σφυρί, χτυπώντας μ’ όλη του τη δύναμη, κι αναστενάζοντας σκορπούσε γύρω του το ευπροσήγορο μειδίαμα της μέθης, του ιδρώτα, της ηθικής ρώμης. Τριγμοί, κριγμοί, το τραγούδι του ξύλου που σκορπούσε θραύσματα, γέμιζαν το δρόμο. Όλη η ύπαρξη του χωριάτη ήταν συγκεντρωμένη σ’ αυτό που έκανε: να διπλώνεται στα δυο, να ιδρωκοπάει, να φωνάζει παράξενες λέξεις σε κάποιαν άγνωστη γλώσσα που δεν ήταν τα ρωσικά. Τις φώναζε και τις τραγουδούσε, γουρλώνοντας τα γαλανά μάτια του, ώσπου στο δρόμο εμφανίστηκε μια πομπή που ερχόταν από το Δημαρχείο κουβαλώντας το Σταυρό. Γέροι με βαμμένα γένεια κρατούσαν ψηλά το πορτραίτο του καλοχτενισμένου Τσάρου, λάβαρα ανέμιζαν πάνω απ’ τα κεφάλια του πλήθους, γριές γυναίκες, φλεγόμενες από ενθουσιασμό, έτρεχαν μ’ ασυγκράτητη ορμή. Ο χωριάτης με το γιλέκο, βλέποντας την πομπή, έσφιξε το σφυρί στο στήθος του κι όρμησε πίσω απ’ τα λάβαρα· κι εγώ, αφού περίμενα να περάσει και η ουρά της πομπής, γύρισα κλεφτά στο σπίτι. Το σπίτι μας ήταν άδειο. Οι άσπρες πόρτες ήταν ορθάνοιχτες, το χορτάρι δίπλα στον περιστεριώνα ποδοπατημένο. Μόνο ο Κουζμά δεν είχε εγκαταλείψει την αυλή. O Kουζμά, ο θυρωρός, καθόταν στο υπόστεγο και σαβάνωνε τον νεκρό Σόυλ.

«Ο άνεμος σε παρασέρνει σαν κακό πελεκούδι», είπε ο γέρος όταν με είδε. «Αιώνες λείπεις… Κοίτα τι κάναν στον παππού…».

Ο Κουζμά ρουθούνισε, αποτραβήχτηκε από μένα και βάλθηκε να τραβάει ένα ψάρι από μια σχισμή στο παντελόνι του παππού. Δυό πέρκες είχαν χωθεί στον παππού: η μια στη σχισμή του παντελονιού του και η άλλη στο στόμα του. Κι ενώ ο παππούς ήταν νεκρός, το ένα ψάρι ήταν ζωντανό και σπαρταρούσε.

«Τον φάγανε τον παππού, αλλά κανέναν άλλο…», είπε ο Κουζμά πετώντας τα ψάρια στη γάτα. «Τους τα ‘ψαλε, όμως, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, διαολόστελμα και γαμοσταυρίδι να φχαριστηθεί η ψυχή σου! Άντε να φέρεις δυο δεκάρες να τις βάλουμε στα μάτια του».

Αλλά τότε, δέκα χρονώ παιδί, δεν ήξερα σε τι χρειάζονταν οι νεκροί τις δεκάρες.

«Κουζμά», ψιθύρισα, «σώσε μας».

Πήγα κοντά του, αγκάλιασα την κυρτή ράχη του –με τον έναν ώμο ψηλότερο απ’ τον άλλο– και πάνω από κείνη τη ράχη είδα τον παππού. Ο Σόυλ ήταν ακουμπισμένος πάνω σε πριονίδι, το στήθος του τραβηγμένο μέσα, το γένι του ανορθωμένο, τα χοντροπάπουτσά του στα γυμνά πόδια του. Τα ορθάνοιχτα πόδια του ήσαν βρώμικα, μελανιασμένα, νεκρά. Ο Κουζμά ασχολιόταν μ’ αυτά, μετά ένωσε τα σαγόνια του νεκρού και παρατηρούσε προσεκτικά το πτώμα να δει τι άλλο μπορούσε να κάνει. Τον φρόντιζε σαν να ‘ταν φρεσκοαγορασμένο ρούχο και δεν ηρέμησε παρά σαν καλοχτένισε το γένι του πεθαμένου.

«Τους καταράστηκε όλους, δεξά ζερβά», είπε χαμογελώντας, κι έριξε μια τρυφερή ματιά στο πτώμα. «Αν ήσαν Τάρταροι αυτοί που βρέθηκαν στο δρόμο του θα τους είχε ξαποστείλει, αλλά ήσαν Ρώσοι, μαζί με τις γυναίκες τους, Ρούσες γυναίκες. Οι Ρώσοι δεν μπορούν να συγχωρήσουν, τους ξέρω καλά τους Ρώσους…».

Ο βοηθός σκόρπισε λίγο ακόμα πριονίδι κάτω απ’ το νεκρό, έβγαλε την ποδιά του, την ποδιά του ξυλουργού, και μ’ έπιασε απ’ το χέρι.

«Πάμε στον πατέρα σου», μουρμούρισε, σφίγγοντας το χέρι μου όλο και πιο πολύ. «Ο πατέρας σου σε ψάχνει απ’ το πρωί, σίγουρος πως θα σε βρει νεκρό».

Κι έτσι, μαζί με τον Κουζμά, πήγα στο σπίτι του επιθεωρητή των φόρων, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς μου για να γλιτώσουν απ’ το πογκρόμ.

Νέα Προοπτική τεύχος#536# Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012