ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ 13ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΕΕΚ, ΜΕΡΟΣ 2ο

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
    
Η ταξική πάλη και η κρίση εξουσίας

Η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού

Στην πρώτη φάση της κρίσης η Ελλάδα συγκλονίστηκε το 2010-12 από πρωτοφανείς μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις. Αλλεπάλληλες Γενικές Απεργίες, μαζικές διαδηλώσεις, καταλήψεις υπουργείων και δημόσιων χώρων, το κίνημα των πλατειών και της πλατείας Συντάγματος, ο λαϊκός ξεσηκωμός στην Κερατέα και αργότερα στην Χαλκιδική, η λαϊκή απαξίωση και κατακραυγή κατά των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων των κομμάτων που συνδέθηκαν με την επιβολή των μέτρων κοινωνικού κανιβαλισμού, η ανάδυση πρωτόλειων μορφών λαϊκής αυτο-οργάνωσης καταρχήν ως συλλογικών οργάνων πάλης, αλληλεγγύης κι αντίστασης, ανέτρεψαν δυο κυβερνήσεις, την κυβέρνηση Παπανδρέου και την μη εκλεγμένη κι επιβεβλημένη από την ΕΕ “τεχνοκρατική” κυβέρνηση Παπαδήμου-ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ που ήθελε να διαιωνιστεί “μέχρι να ολοκληρώσει το έργο της”. Πάνω από όλα σάρωσαν το αστικό πολιτικό δικομματικό σύστημα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 αποκαλύπτοντας μια χωρίς προηγούμενο κρίση της αστικής εξουσίας και διακυβέρνησης.

Η σαρωτική αλλαγή της πολιτικής σκηνής και η κοινωνική πόλωση καταγράφηκαν στις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου 2012, με τον καταποντισμό των πρώην “κομμάτων εξουσίας”, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, την στροφή των μαζών προς τα αριστερά με την θεαματική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ που έφτασε ξαφνικά στην πόρτα της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και με την είσοδο της ναζιστικής “Χρυσής Αυγής” στο Κοινοβούλιο.

Η νέα φάση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, δεν θα αλληλεπιδράσει με το παλιό πολιτικό σύστημα αλλά με τα αποτελέσματα της ήδη συντελεσμένης διάλυσής του.

Το κράτος σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης κι ο φασισμός

Η τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και στη συνέχεια η δικομματική Σαμαρά-Βενιζέλου σαν συγκόλληση ερειπίων και φόβων ήταν, εξ αρχής η πρώτη και παραμένει η δεύτερη, εξαιρετικά αδύναμες κυβερνήσεις. Το ίδιο το ισχύον πολιτικό καθεστώς και το κράτος μπήκαν σε φάση παρατεταμένης κρίσης. Ο κοινοβουλευτισμός χωρίς να καταργηθεί έγινε σκιώδης, με τα μέτρα της τρόικας να επιβάλλονται με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, με άλλα λόγια με τα μέσα μιας Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης, ανοίγοντας “μαύρες τρύπες” στην συνταγματική-νομική τάξη πραγμάτων χωρίς την κατάλυση της τελευταίας, με την ταυτόχρονη γιγάντωση της κρατικής και παρακρατικής καταστολής. Η προετοιμασμένη από το 2002 τρομο-νομοθεσία μπαίνει σε εφαρμογή, η “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” από εξαίρεση γίνεται κανόνας ενώ συστηματικές καμπάνιες τρομο-υστερίας εξαπολύονται από το κατασταλτικό σύμπλεγμα Κράτους-ΜΜΕ, με ιδιαίτερη κλιμάκωση στις μέρες μας.

Η απουσία κοινωνικής συναίνεσης συνοδεύεται από την πανταχού παρουσία του αστυνομικού κράτους, συνεπικουρούμενου από τα ολοένα πιο αποθρασυμένα τάγματα εφόδου των φασιστών της “Χρυσής Αυγής”. Τα τελευταία γίνονται τα εξωθεσμικά κι εκτός νόμου όργανα των θεσμών του κράτους “του νόμου και της τάξης”.

Η όλη εμπειρία της πάλης κατά της “Χρυσής Αυγής” και των άλλων φασιστικών συμμοριών δείχνει πρώτα-πρώτα ότι κράτος και παρακράτος δουλεύουνε μαζί και δεν μπορεί να επαφίενται η εργατική τάξη, οι πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της, οι μετανάστες, οι διάφορες μειονότητες, σε κρατικές, νομοθετικές ή αστυνομικές, παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν οι φασιστικές συμμορίες.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους Ναζί μπροστά στα μάτια των αστυνομικών ή και η επανεμφάνισή τους στον τόπο του εγκλήματος κι η επίθεση στο στέκι “Ρεσάλτο” με την προκλητική κάλυψη των αρχών δεν αφήνουν περιθώρια επανάπαυσης. Ίσα-ίσα αποδεικνύουν ότι η προφυλάκιση πέντε-έξη φασιστών για να κατευναστεί η κατακραυγή στη χώρα και διεθνώς καθόλου δεν αρκεί για να ξεριζώσει τον φασισμό.

Δεν μπορούμε να παλεύουμε τον φασισμό χωρίς να αντιπαλεύουμε το αστυνομικό αστικό κράτος, χωρίς το Ενιαίο Μέτωπο των εργατικών, αριστερών κι αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, την εργατική-λαϊκή αυτοοργάνωση και ομάδες αυτοάμυνας, χωρίς αλληλεγγύη με τα θύματα του κρατικού αυταρχισμού. Κι αντίστροφα: δεν μπορούμε να παλεύουμε την κυβέρνηση των τροϊκανών και τον κρατικό αυταρχισμό χωρίς την ιδιαίτερη αντιμετώπιση και πάλη κατά του φασισμού και των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου.

Ο φασισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί και να νικηθεί με την πολιτική της ταξικής συνεργασίας στο όνομα του “συνταγματικού τόξου” ή κάποιου “λαϊκού μετώπου” με  τους αστούς πολιτικάντηδες που υπηρετούν το σύστημα που γεννά τον φασισμό ούτε στο όνομα της αστικής δημοκρατίας που, βουλιαγμένη στην παρακμή και την κρίση, στραγγαλίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Η φασιστική δημαγωγία ψαρεύει στα θολά νερά της διάλυσης του κοινωνικού ιστού και της κοινωνικής απόγνωσης των λαϊκών, ιδιαίτερα των μικροαστικών στρωμάτων που καταστρέφονται και λιμοκτονούν. Είναι ζωτική ανάγκη κι όχι φτηνή φιλανθρωπία η πλατιά ανάπτυξη δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης και στήριξης, κοινωνικών ιατρείων, συλλογικής κουζίνας κλπ., όλων των μορφών λαϊκής αυτοοργάνωσης. Πάνω απ’ όλα, δεν ξεχνούμε ότι τον φασισμό τον σπέρνει, τον καλλιεργεί και τον φουντώνει ο καπιταλισμός στην προσπάθειά του να κάνει τα θύματά του να πληρώσουν την χρεοκοπία του σάπιου συστήματός του. Δεν μπορούμε να παλέψουμε τον φασισμό κι όλες τις αρρώστιες που κουβαλάει, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, την ξενοφοβία, την ομοφοβία, την καταπίεση των γυναικών, χωρίς να παλεύουμε την πηγή τους, το ίδιο το σύστημα, χωρίς να παλεύουμε για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Η εμπειρία μας από την δίωξη/δίκη του ΕΕΚ και της ηγεσίας του το 2013 από την σύμπραξη ναζιστικής Χρυσής Αυγής και αστικού “δημοκρατικού” κράτους κι η αποτυχία τους να μας καταδικάσουν δημιουργώντας δικαστικό προηγούμενο απαγόρευσης του αντιφασιστικού λόγου, της αντιφασιστικής δράσης και της ίδιας της Αριστεράς σαν οργανωμένης πολιτικής δύναμης, έδειξε όχι μόνο την δύναμη που έχει η ενιαιομετωπική αλληλεγγύη του κινήματος και του λαού στην χώρα μας αλλά προπαντός τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε και παίζει η διεθνιστική συμπαράσταση σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα. Δεν μπορούμε να παλέψουμε τον φασισμό κλεισμένοι στα εθνικά όρια ή με συμβιβασμούς με τον εθνικισμό αλλά πάνω στη βάση του αδιάλλακτου μαχητικού διεθνισμού στην πράξη.
    
Κυβέρνηση και ταξική πάλη  

Ούτε οι αξιοθρήνητοι λεονταρισμοί και τα success stories της κυβέρνησης Σαμαρά ούτε τα μικροαστικά κλαψουρίσματα όσων κατηγορούν τον “αδρανή λαό” ότι “κάθεται στο καναπέ του”  -την στιγμή που ο κάθε “καναπές”, εάν υπάρχει ακόμα, καίγεται και κινδυνεύει ο καθένας να χάσει το σπίτι του- δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παραμονή στην εξουσία μιας αντιλαϊκής ακροδεξιάς κυβέρνησης σε διαρκή φθορά και με κυβερνητικό εταίρο ένα πασοκικό ρετάλι υπό αφανισμό.

Μετά τις εκλογές του 2012 υπήρξε μια σχετική υποχώρηση της πλημμυρίδας που είχε προηγηθεί. Δεν έπαψαν, όμως, πεισματικοί και μακρόχρονοι αγώνες εργατών κι άλλων εργαζομένων, από τους χαλυβουργούς και τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, τις συγκοινωνίες, την εκπαίδευση και μέχρι, τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών, την ηρωική απεργία των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων και των γιατρών του ΕΟΠΥΥ.

Όλοι οι επιμέρους αγώνες είχαν την τάση της γενίκευσης, της σύνδεσης με άλλους αγώνες - το είδαμε και στη μετατροπή της κατειλημμένης για ένα εξάμηνο ΕΡΤ σε κέντρο αγώνα πολλών άλλων κλάδων. Είχαν και έχουν εξ αρχής πολιτικό χαρακτήρα καθώς αιτήματα και οργή στρέφονταν κατευθείαν ενάντια στην μνημονιακή κυβέρνηση που απάντησε και απαντά όχι μόνο με την αστυνομική καταστολή, τα δικαστήρια, την επιστράτευση αλλά και με την εσωτερική υπονόμευση από εργατοπατέρες γραφειοκράτες (ακόμα κι από μερικούς που παριστάνουν τον “μαχητικό” συνδικαλιστή).

Η επιβίωση της κυβέρνησης δεν οφείλεται στη δική της δύναμη ή στην συντριβή του δυναμικού του κινήματος, στην αδράνεια της εργατικής τάξης και των άλλων πληττόμενων κλάδων αλλά κυρίως στους εξής λόγους:

Πρώτο, στην απατηλή “σταθεροποίηση” που επέφερε το 2012/13 η εξαγγελία του Ντράγκι ότι η ΕΚΤ θα διασώσει οποιαδήποτε χώρα κινδυνεύει από το χρέος με “οτιδήποτε κι αν χρειαστεί” και το ανορθόδοξο πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων (ΟΜΤ).

Δεύτερο, στον αντιδραστικό ρόλο των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών που παίζουν τρία χρόνια τώρα ανασχετικό ρόλο στους αγώνες με τις αδιέξοδες τακτικές τους και τις 24ωρες ή 48ωρες “γενικές απεργίες”- “τουφεκιές” και την ριζική τους αντίθεση στην διαρκώς πιο έντονη απαίτηση των ταξικών συνδικαλιστών για Γενική Απεργία διαρκείας.

Τρίτο, στην ανασφάλεια μεσοστρωμάτων που δεν έχουν ξεπεράσει την δυσπιστία τους απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, όχι τόσο λόγω της (αναξιόπιστης) κυβερνητικής προπαγάνδας όσο λόγω των ταλαντεύσεων της ίδιας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, των διαβεβαιώσεων που διαρκώς δίνει στην ΕΕ και την άρχουσα τάξη με την ψευδαίσθηση ότι έτσι κερδίζει τους μικροαστούς, την στιγμή που η ίδια η μικροαστική μάζα, απελπισμένη, ριζοσπαστικοποιείται, καθώς και με την ορατή διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ στην ανάληψη ενός συστημικού ρόλου, την στιγμή που το αντισυστημικό αίσθημα φουντώνει μέσα στην κρίση και την σύγχυση.

Τέταρτο, στην απουσία μιας πειστικής εναλλακτικής λύσης και πρότασης εξουσίας από τα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ΚΚΕ περιχαρακώνεται κι απομονώνεται σεχταριστικά στην αυταρέσκεια του ξαναζεσταμένου και πάντα μπαγιάτικου σταλινισμού του, με γενικόλογη αριστερή ρητορική και συντηρητική πράξη, με ομοβροντίες κυρίως ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ και την υπόλοιπη Αριστερά και πολύ λιγότερο ενάντια στους κρατούντες. Μιλάει μεν για “εργατική-λαϊκή εξουσία” αλλά ξαποστέλοντάς την στο ακαθόριστο μέλλον, όταν “λαός βάλει μυαλό, διορθώσει τα λάθη του και ψηφίσει μαζικά το ΚΚΕ”. Με αυτή την λογική, αφού οι εργαζόμενοι δεν είναι τάχα έτοιμοι, η σταλινική ηγεσία του ΠΑΜΕ δεν διστάζει να τορπιλίζει σημαντικούς κοινωνικούς αγώνες, από τους καθηγητές μέχρι τους διοικητικούς, στηρίζοντας την κυβέρνηση. Εξάλλου η άμεση πάλη για την ανατροπή εδώ και τώρα της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου απορρίπτεται μετά βδελυγμίας σαν... άνοιγμα του δρόμου σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Στο ζήτημα της ΕΕ, το ΚΚΕ, μαζί με το σύνθημα της αποδέσμευσης παραπέμπει επίσης, στο ακαθόριστο μέλλον, σε μια “Ενωμένη Ευρώπη του σοσιαλισμού” σαν άθροισμα πολλών εθνικών “σοσιαλισμών σε κάθε χώρα ξεχωριστά” – σοσιαλισμών σαν “αυτούς που γνωρίσαμε”, και που κατέρρευσαν αξιοθρήνητα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δυστυχώς, στο σημείο αυτό βγαίνει από τα δεξιά στο ΚΚΕ όταν το κατηγορεί ότι παραπέμποντας την διέξοδο από την κρίση, μαζί κι από την ΕΕ, στην εργατική εξουσία ξαποστέλνει την λύση... “στο επέκεινα”. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΚΚΕ συνδέει την αποδέσμευση από την ΕΕ με την “εργατική -λαϊκή εξουσία”, την κατάργηση των μονοπωλίων, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και παραπέρα με την “Ενωμένη Ευρώπη του σοσιαλισμού”. Το πρόβλημα είναι ότι αναβάλλει αυτά τα αναγκαία, άμεσα κι επείγοντα σοσιαλιστικά μέτρα στο αόριστο μέλλον, ένα μέλλον που η έλευσή του δεν εξαρτάται από την ιστορική ανάγκη και την σοσιαλιστική επανάσταση αλλά από την (κοινοβουλευτική) ενίσχυση και πλειοψηφία του ΚΚΕ – κατά τα κλασσικά σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα της εποχής του Κάουτσκυ.

Επαναστατική κομμουνιστική αριστερά, προπαντός σήμερα, χωρίς πρόταση εξουσίας είναι καταδικασμένη στην περιθωριοποίηση. Θα γίνεται αποδεκτή σαν δύναμη πίεσης και κρούσης μέσα το κίνημα αλλά όχι σαν εναλλακτική ΠΟΛΙΤΙΚΗ λύση.

Η επαναστατική αριστερά, -συνολικά, μαζί και το ΕΕΚ- παρόλο τον ενεργό και με διαρκώς μεγαλύτερη απήχηση ρόλο της μέσα στο μαζικό κίνημα και τον λαό, βρίσκεται πολύ μακριά από το να έχει αποκτήσει την εμπιστοσύνη και την πολιτική ηγεμονία στην εργατική τάξη και τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Απαιτείται ακόμα πιο σκληρή, συστηματική, υπομονετική αλλά και τολμηρή δουλειά, μετωπική δράση και προπαντός η οικοδόμηση ενός επαναστατικού μαρξιστικού κόμματος μάχης.
     
Κέντρα Αγώνα

Το ζήτημα δεν είναι μόνο να αντιδρούμε και να απαντούμε στις προκλήσεις της κρίσης, της κυβέρνησης, του κράτους και της ΕΕ. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να παίρνουμε πρωτοβουλίες, να δημιουργούμε γεγονότα, να προχωρούμε σε αλλαγές, να είμαστε σε ετοιμότητα δράσης, να κάνουμε αλλαγές στην ίδια την πράξη μας.

Στις άμεσες προτεραιότητες του ΕΕΚ βρίσκεται η πάλη για την συγκρότηση Κέντρων Αγώνα Εργατών και Ανέργων ανεξάρτητων από αφεντικά, γραφειοκράτες και το κράτος. Δεν πρόκειται για “κόκκινα συνδικάτα” ή για υποκατάστατα των συνδικάτων όπου αυτά είναι μαζικά κι όχι σφραγίδες αλλά, όπως λέει και το όνομά τους, σημεία συσπείρωσης ταξικών συνδικαλιστών και αγωνιστών, εργατών και ανέργων που παλεύουν μαζί, ενάντια στους εκβιασμούς των αφεντικών και την υπονόμευση των εργατοπατέρων, σε πλήρη ανεξαρτησία από τις γραφειοκρατίες και το Κράτος, για την κινητοποίηση για όλα τα άμεσα και μεταβατικά αιτήματα που γεννά η κρίση και προπαντός για την προώθηση κι οργάνωση της Γενικής Πολιτικής Απεργίας διαρκείας.

Πρόκειται για ένα, όχι το μόνο, εργαλείο στην σφυρηλάτηση του αναγκαίου όσο ποτέ ταξικού Ενιαίου Μετώπου των εργατών, για να ανοίξει ο επαναστατικός δρόμος της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής τυραννίας, για την εργατική εξουσία.

Κυβέρνηση της Αριστεράς και εργατική εξουσία

Τα καίρια πολιτικά ζητήματα σήμερα στην Ελλάδα αφορούν την στάση απέναντι στην προοπτική μιας κυβέρνησης της Αριστεράς και το αλληλένδετο ζήτημα της στάσης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση που και τα δύο συνυφαίνονται με το κεντρικό διακύβευμα της εξουσίας. Γι’ αυτό και είναι ζητήματα στρατηγικής, όχι απλώς τακτικής.

Το κάλεσμα από την μεριά του ΣΥΡΙΖΑ για μια κυβέρνηση της Αριστεράς ενάντια στα μνημόνια και την τρόικα ήταν αυτό που γαλβάνιοε τις εργατικές και λαϊκές μάζες στις παραμονές των εκλογών του Μαΐου 2012 κι έφερε απότομα ένα μικρό αριστερό ρεφορμιστικό κόμμα στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Πρόκειται για τομή και άλμα στην πολιτική και την μαζική κοινωνική συνείδηση κι όχι για βαθμιαία εξέλιξη. Έπρεπε και πρέπει να την λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι επαναστατικές δυνάμεις όχι για να προσαρμοστούν καιροσκοπικά αλλά για να την μετασχηματίσουν. Δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν “μια από τα ίδια”, απλώς μια ακόμη  “κοινοβουλευτική αυταπάτη” ή “με τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι το νέο ΠΑΣΟΚ”. Οι συνθήκες έχουν ριζικά αλλάξει από την Μεταπολίτευση και τους όρους που γέννησαν το ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό εξάλλου οι απελπισμένες προσπάθειες του αστικού καθεστώτος να δημιουργήσει νέα “κεντροαριστερά” αναχώματα, με την ΔΗΜΑΡ, τους “58” του Σημιτισμού, ή τους εντελώς δυσφημισμένους Λοβέρδους, ναυαγούν. Δεν μπορεί να υπάρξει κάποια νέα πολιτική σταθεροποίηση, ένας νέος σταθερός δικομματισμός ή και διπολισμός εναλλαγής στην αστική εξουσία όσο η οικονομική αποσταθεροποίηση αποκλείει κάθε πολιτική σταθεροποίηση.

Αυτό που έπραξε εκλογικά και είδε η πλειοψηφία της εργατικής τάξης των προλεταριακών κέντρων κι ένα σημαντικό τμήμα των φτωχοποιημένων μικροαστικών στρωμάτων στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που βλέπει και πράττει η ίδια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αμήχανη μπροστά στην ίδια την απροσδόκητη επιτυχία και την προοπτική ανάληψης της κυβερνητικής ευθύνης δεν έπαψε να αυτοϋπονομεύεται. Η στρατηγική της προσαρμογή στην ιμπεριαλιστική ΕΕ· η άρνηση ρήξης όχι μόνο με την ΕΕ αλλά και με το χρεωκοπημένο καπιταλιστικό σύστημα· η θολή ελπίδα για “επαναδιαπραγμάτευση του χρέους” και την εκμαίευση κεϋνσιανών παραχωρήσεων από την άρχουσα τάξη σε συνδυασμό με την αποδοχή νεοφιλελεύθερων “πολιτικών της προσφοράς (Τσακαλώτος)· η ρητή ρεφορμιστική στάση απέναντι στο αστικό κράτος, τις κατασταλτικές του δυνάμεις, την αστική νομιμότητα, με την οποία “θα ταράξουν” και τους Χρυσαυγίτες φασίστες· η ιδεολογική επίκληση σαν υποδειγμάτων του “κοινοβουλευτικού δρόμου του Αλιέντε και των “Λαϊκών Μετώπων” - τον δρόμο της Βάρκιζας· τα ανοίγματα σε ΔΝΤ κι οι ομιλίες στο Τέξας, οι ανοιχτοί δίαυλοι με τον ΣΕΒ και την “επιχειρηματικότητα” κλπ. κλπ., ναρκοθετούν εκ των προτέρων το όλο εγχείρημα.

Μετά τις εκλογές και με γνώμονα κοινοβουλευτικά και μόνον κριτήρια, ολοένα περισσότερο γίνεται αναφορά όχι σε κυβέρνηση της Αριστεράς αλλά σε “κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ” αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα κυβερνητικών συμμαχιών με εκπροσώπους αστικών δυνάμεων, από τους “επιζώντες” κι “ανανήψαντες” του ΠΑΣΟΚ που ζητούν πολιτικό σωσίβιο και “κολυμβήθρα του Σιλωάμ” να τους καθαρίσει μέχρι τον... Καμμένο του ακροδεξιού “αντιμνημονιακού” εθνικισμού των “Ανεξαρτήτων Ελλήνων” ή και παραπέρα.

Το ΕΕΚ θεωρεί απαράδεκτη, από την σκοπιά των ιστορικών και άμεσων συμφερόντων της εργατικής τάξης, την στήριξη όχι μόνο αυτών των άθλιων κυβερνητικών σχημάτων αλλά ακόμα και μιας κυβέρνησης με αριστερό πρόσημο, δεμένης, όμως, χειροπόδαρα στο άρμα του καπιταλισμού και της ΕΕ.

Η κεντριστική αντίληψη ότι μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να γίνει αφετηρία του κοινωνικού μετασχηματισμού “σε σοσιαλιστική κατεύθυνση” εφόσον υπάρξει ένα εξωκοινοβουλευτικό μαζικό κίνημα με θεσμούς αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης, αυτοδιαχείρισης κλπ, σαν θεσμούς “δυαδικής εξουσίας”, πρέπει να πολεμηθεί αποφασιστικά.

Το κρίσιμο ζήτημα που δεν βλέπει αυτή η άποψη είναι το ίδιο το υπερτροφικό αστικό κράτος με όλους τους κατασταλτικούς και παρακρατικούς του μηχανισμούς που δεν αρκεί να “εκκαθαριστούν”, να “εκδημοκρατιστούν”, να “μεταρρυθμιστούν” ώστε να πάψουν να είναι εμπόδιο στην κοινωνική αλλαγή. Πρέπει να συντριβούν και να αντικατασταθούν από μια Κομμούνα, μια Δημοκρατία των Συμβουλίων των εργατών και των εργαζομένων χωρίς αφεντικά και γραφειοκράτες, την αληθινή επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου ως μετάβαση στην διάλυση κάθε κρατικής εξουσίας στην πανανθρώπινη, αταξική, ανεξουσίαστη κοινωνία, τον ελευθεριακό κομμουνισμό.

Εδώ και τώρα πρέπει να παλέψουμε για την δημιουργία, εδραίωση, επέκταση και δικτυακή σύνδεση κάθε μορφής λαϊκής αυτο-οργάνωσης, κοινωνικής αλληλεγγύης, εργατικής αυτοάμυνας, αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων σαν την ΒΙΟΜΕ, ελεύθερων κοινωνικών χώρων κλπ. Σαν ΕΕΚ, όμως, έχουμε συνείδηση ότι δεν παλεύουμε για “δυαδική εξουσία” για μισή ή μοιρασμένη ή συμπληρωματική στην αριστερή κυβέρνηση εξουσία αλλά για να περάσει ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ σε αυτές τις μορφές αυτοοργάνωσης του προλεταριάτου και των λαϊκών συμμάχων του - την εργατική εξουσία.

Είναι εντελώς αποπροσανατολιστικές, εκτός τόπου και χρόνου οι αναφορές στις εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής κι η απόπειρα αντιγραφής του παραδείγματος των αριστερών αστικών εθνικών κυβερνήσεων της Βενεζουέλας, της Βολιβίας, του Ισημερινού, της Αργεντινής ή της Βραζιλίας και της Ουρουγουάης. Πέραν των διαφορών που έχουν όλες αυτές οι εμπειρίες και κυβερνήσεις μεταξύ τους, ο κύκλος τους τελείωσε μαζί με την όλη διεθνή οικονομική συγκυρία που τις στήριξε. Με τον πιο σαφή τρόπο το τέλος αυτού του κύκλου φαίνεται όχι μόνο στην Βενεζουέλα μετά τον θάνατο του Τσάβες αλλά και στην Βραζιλία της εξέγερσης του Ιουλίου 2013 ή και την Αργεντινή με την εκλογική φθορά του αριστερού περονισμού της Κίρχνερ και τον εκλογικό θρίαμβο του Μετώπου της Αριστεράς των τροτσκιστικών κομμάτων τον Οκτώβριο του 2013.

Η μεταφορά ενός ξαναζεσταμένου “τσαβισμού” ή “κιρχνερισμού” στην Ελλάδα, με τον ΣΥΡΙΖΑ, μόνο με φάρσα μπορεί να μοιάζει και μάλιστα κακόγουστη, υποταγμένη σε επικοινωνιακούς λόγους για να ντυθεί πριν την ώρα της με λατινοαμερικανικά ριζοσπαστικά χρώματα μια αυριανή κυβέρνηση Τσίπρα .

Ως ΕΕΚ, δεν μένουμε αδιάφοροι απέναντι στους εργάτες, τις φτωχές λαϊκές μάζες, τους αγωνιστές του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ που ελπίζουν σε μιαν αριστερή κυβέρνηση-διέξοδο από την μνημονιακή κόλαση. Ούτε μπορεί να τους αντιπαρατάξουμε μιαν Αριστερά που φιλοδοξεί μόνο να είναι μια “μαχητική εργατική -λαϊκή αντιπολίτευση”. Ο λαός που υποφέρει, απελπίζεται συχνά αλλά και μάχεται, έχει κάνει φανερό ότι ζητά, απαιτεί μια “δική του” κυβέρνηση, μια πρόταση εξουσίας που θα κάνει δυνατή τη διέξοδο από το εφιαλτικό αδιέξοδο. Το ΕΕΚ και η επαναστατική αριστερά πρέπει τολμηρά να προβάλλουν την δική τους ταξική λύση στο πρόβλημα της κυβέρνησης και της εξουσίας.

Πρέπει να αναπτύξουμε έναν συντροφικό διάλογο για ένα σχέδιο διεξόδου από την κρίση και την αναγκαία προοπτική εργατικής εξουσίας, μέσα σ’ όλη την Αριστερά: ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, “μ-λ” χώρο κλπ., μαζί και στον αντιεξουσιαστικό χώρο, σ’ όλο το μαχόμενο κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, μέσα σε συνθήκες και όρους ενός Ενιαίου Μετώπου ταξικής κοινωνικής-πολιτικής πάλης όλων των οργανώσεων και κινημάτων της εργατικής τάξη, των μεταναστών, των ανέργων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, της διανόησης, όλων των καταπιεσμένων και κοινωνικά αποκλεισμένων. Πρέπει να κάνουμε ζύμωση και να πείσουμε, όχι να ξορκίσουμε την άλλη άποψη, ότι μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να είναι μόνον μια εργατική κυβέρνηση, χωρίς την συμμετοχή αστικών κομμάτων που θα στηρίζεται όχι στον κρατικό μηχανισμό του κεφαλαίου αλλά σε όργανα εργατικής εξουσίας, λαϊκής αυτοοργάνωσης, λαϊκής αλληλεγγύης κι εργατικής -λαϊκής αυτοάμυνας απέναντι στους εχθρούς του λαού και τους φασίστες.

Μόνο μια τέτοια εργατική κυβέρνηση και εργατική εξουσία θα έχει την πολιτική βούληση, το ταξικό συμφέρον και την οργανωμένη δύναμη να πάρει τα εντελώς αναγκαία και επείγοντα μέτρα για να σωθούμε από την πείνα και την ανεργία: να καταργήσει το χρέος στους διεθνείς τοκογλύφους, τα μνημόνια κι όλη την αντιδραστική νομοθεσία που τα συνοδεύει· να επιβάλει έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων· να εθνικοποιήσει κάτω από εργατικό-λαϊκό έλεγχο το τραπεζικό σύστημα και τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας ώστε να την ανασυγκροτήσει σε νέες κοινωνικές, σοσιαλιστικές βάσεις.

Οι επερχόμενες εκλογές

Οι εκλογές -Ευρωεκλογές, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ή και πρόωρες κοινοβουλευτικές- θα αποτελέσουν κρίσιμο κόμβο στην ταξική αναμέτρηση με τελικό στόχο όχι απλώς ποιο πολιτικό κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων θα κυβερνάει την χώρα αλλά ποια τάξη θα κατέχει την εξουσία. Το ΕΕΚ θα παρέμβει σ’ αυτές τις μάχες με την ανάλογη στην κάθε περίπτωση τακτική όχι γιατί έχουμε αυταπάτες στον χρεοκοπημένο αστικό κοινοβουλευτισμό αλλά για να διευρύνουμε την επιρροή της επαναστατικής πολιτικής και την οργάνωση των επαναστατικών δυνάμεων στην παρούσα συγκυρία. Για τις Ευρωεκλογές έχουμε ήδη παρουσιάσει την θέση μας πιο πάνω. Στις εκλογές αυτοδιοικητικές εκλογές θα καθορίσουμε κατά περίπτωση την στάση μας, στη βάση μιας πολιτικής που με επιτυχία και πάνω σε αρχές ακολουθήσαμε και σε πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην ΤΑ. Σε περίπτωση, τέλος, πρόωρων κοινοβουλευτικών εκλογών θα κληθεί Έκτακτη Συνδιάσκεψη του ΕΕΚ για να καθορίσει την πολιτική του.

Για την διέξοδο από την κρίση με εργατική εξουσία, με μια σοσιαλιστική Ελλάδα των Συμβουλίων σε μια σοσιαλιστική Ευρώπη των Συμβουλίων
Το 13ο Συνέδριο του ΕΕΚ θεωρεί ότι απαραίτητες προϋποθέσεις για την νίκη της εργατικής εξουσίας είναι :
α. Η ολοένα πιο ενεργός κινητοποίησή της εργατικής τάξης πάνω στα άμεσα και τα μεταβατικά της αιτήματα με στόχο την Γενική Πολιτική Απεργία.
β. Η πολιτική της ανεξαρτησία από την αστική τάξη, τα κόμματά της ή και την σκιά της ακόμα.
γ. Η πολιτική ηγεμονία της πάνω στα άλλα λαϊκά στρώματα κι όλους τους καταπιεσμένους. Δεν μπορεί να χειραφετηθεί η ίδια εάν δεν χειραφετήσει όλους τους άλλους καταπιεσμένους.
δ. Η ανάδειξή της σε επαναστατική υποκειμενικότητα μέσα από την δική της εμπειρία στην πολιτική και κοινωνική ταξική πάλη αποτελεί ιστορική διαδικασία που απαιτεί την συσπείρωση/οργάνωση της πρωτοπορίας της σε επαναστατικό κόμμα και επαναστατική Διεθνή, κάτω από την σημαία της διαρκούς επανάστασης και της Τέταρτης Διεθνούς.

Φεβρουάριος 2014