ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ 13ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Πού βρισκόμαστε; Πού πάμε; Τι να κάνουμε;

 

Τα κρίσιμα αυτά ερωτήματα μπαίνουν μπροστά σε εκατομμύρια εργαζόμενους και άνεργους, νεολαίους και συνταξιούχους, ντόπιους και μετανάστες, όλους τους καταπιεσμένους, όλους της γης τους κολασμένους στην Ελλάδα, την περιοχή μας, την Ευρώπη, σ’ όλο τον κόσμο.

 Πού βρισκόμαστε; Η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού έχει μπει στην έβδομη χρονιά της. Οι διακηρύξεις των κρατούντων και των “παπαγάλων” τους στα ΜΜΕ ότι “τα χειρότερα πέρασαν”, τα “πρώτα βήματα για έξοδο από τα Μνημόνια και την κρίση έγιναν”, ότι “ η ανάκαμψη, έστω κι ασθενική αρχίζει” ή, στην πιο γελοία, την πιο εξοργιστική και πιο αναξιόπιστη μορφή, το... “success story” του Σαμαρά, είναι συνειδητές απάτες, φενάκες, ξόρκια και στάχτη στα μάτια. Στην καλύτερη περίπτωση, θυμίζουν αυτούς που σφυρίζουν κάποιο τραγούδι για να διασκεδάσουν τον τρόμο τους καθώς περνάνε μέσα από νεκροταφείο μια σκοτεινή και θυελλώδη νύχτα.

 Για την συνεχιζόμενη κι επιδεινούμενη κρίση που μας κλέβει και συντρίβει την ζωή μαρτυρούν η τραγωδία της μαζικής ανεργίας, προπαντός των νέων, οι συνθήκες σκλαβιάς, “μαύρης” κι ανασφάλιστης εργασίας όσων βρίσκουν ένα προσωρινό μεροκάματο του τρόμου, ο άγριος αυταρχισμός της Ευρώπης-Φρούριο, του Κράτους του Δένδια και του Βαρβιτσιώτη, της Αμυγδαλέζας και του Φαρμακονησιού, μαζί και του παρακράτους των συμμοριών της “Χρυσής Αυγής” με κοινό στόχο την πάταξη και την χαλιναγώγηση, την τρομοκράτηση, τον έλεγχο της κοινωνικής αναταραχής που γεννά η κρίση.

 Ο παρατεταμένος χαρακτήρας της κρίσης, το αδιέξοδο, το αόρατο μέλλον της, κάνει κάποιους να λένε ότι η η κρίση έχει μετατραπεί σε “κατάσταση”, περίπου σε status quo. Ο συντηρητισμός που καλλιεργείται με έναν τέτοιο ρηχό ισχυρισμό δεν είναι δύσκολο να φανερωθεί: όπως μαθαίνουμε στις σεισμοπαθείς περιοχές να ζούμε με τους σεισμούς, θα πρέπει τάχα να μάθουμε να ζούμε μέσα σε μια φρίκη δίχως τέλος εάν δεν θέλουμε να έχουμε φρικτό τέλος.

 Η κρίση, όμως, δεν είναι ποτέ στασιμότητα, “κατάσταση”, αλλά αντιφατική διαδικασία, κίνηση μέσα από αντιφάσεις, μέσα από το ξεδίπλωμά τους, την έκρηξή τους, με απροσδόκητη έκβαση, στην οποία παίζει καθοριστικό ρόλο η σύγκρουση ζωντανών κοινωνικών δυνάμεων σε εθνική και διεθνή κλίμακα.

 Από το 2007, την χρονιά έναρξης της κρίσης στις HΠΑ και παγκόσμια και, προπαντός, μετά την κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς το 2008, και την άμεση απειλή διάλυσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος μέχρι σήμερα, έχουν μεσολαβήσει αλλαγές όχι μόνο στις φτωχοποιημένες μάζες αλλά και στην ίδια την κρίση. Η εντόπιση κι η αναγνώριση αυτών των αλλαγών έχουν μεγάλη σημασία για να απαντηθούν σωστά τα καίρια ερωτήματα πού βρισκόμαστε; πού πάμε; και προπαντός ποια είναι η διέξοδος από την κρίση, τί πρέπει να κάνουμε και πώς να το κάνουμε;

 Δεν μπορεί να υπάρξει σωστός πολιτικός προσανατολισμός της δράσης χωρίς σωστή, διαρκώς αναπτυσσόμενη, ανανεωμένη, βαθύτερη ανάλυση της ίδιας της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και των τάσεών της, χωρίς το επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα να κρατάει πάντα τον σφυγμό των ιστορικών εξελίξεων.

 

 

Παγκόσμια κρίση

 

 Μετά το 2008, για να συγκρατηθεί η διάλυση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, διοχετεύτηκαν χωρίς προηγούμενο ποταμοί ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των HΠΑ, με την τεχνική της “ποσοτικής χαλάρωσης”, ουσιαστικά τυπώνοντας δολάρια για να αγοράζει αμερικανικά κρατικά χρεώγραφα, διοχέτευσε πάνω από 3 τρισεκατομμύρια δολάρια στις ετοιμόρροπες μεγάλες τράπεζες και την παγκόσμια αγορά. Ανάλογα ποσά διοχετεύτηκαν και στην Βρετανία, την Ευρώπη, την Ιαπωνία, την Κίνα.

 Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν η συντριπτική μάζα αυτής της ρευστότητας να κατευθυνθεί στην χρηματιστική κερδοσκοπία και ελάχιστα ή και καθόλου στην λεγόμενη “πραγματική οικονομία”, την παραγωγική σφαίρα, δημιουργώντας νέες, ακόμα πιο επικίνδυνες, “φούσκες”. Η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου στάθηκε ο αξεπέραστος φραγμός στην ανάκαμψη. Για να ξεπεραστεί απαιτείται μια κολοσσιαία καταστροφή πλεοναζόντων κεφαλαίων, ολόκληρων οικονομιών και χωρών. Δεν αρκεί η καταστροφή που πλήρωσαν οι λαοί του κόσμου τα τελευταία χρόνια.

 Η πιστωτική ρίκνωση έγινε ασφυξία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενώ οι μεγάλες εταιρείες προτίμησαν, για να αποφύγουν τους κινδύνους των επενδύσεων και για βραχυπρόθεσμα κέρδη στην χρηματιστική σφαίρα, την “αποθησαύριση” (hoarding) τεράστιων ποσών. Το ένα τρίτο των μεγαλύτερων εταιρειών του κόσμου κάθονται πάνω σε ένα βουνό περίπου 2,8 τρις δολαρίων χωρίς να διακινδυνεύουν σε παραγωγικές επενδύσεις. Σ' αυτές τις συνθήκες, φυσικά, η ύφεση και το βάλτωμα των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών συνεχίζεται, κι η μαζική ανεργία παραμένει ή φουντώνει, μαζί κι ο αριθμός εκείνων που εγκαταλείπουν οριστικά την αγορά εργασίας.

 Ταυτόχρονα, όπως επεσήμανε και η Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ , “ο δράκος του αποπληθωρισμού” απειλεί τον Βορρά, την Αμερική και την Ευρώπη, ανοίγοντας και την σπείρα αποπληθωρισμού - ύφεσης, ξυπνώντας με νέα μορφή και ένταση τους εφιάλτες της Μεγάλης 'Ύφεσης της δεκαετίας του '30.

 Σ’ αυτές τις συνθήκες, επιχειρείται μια νέα στροφή, με την απόφαση του Μπερνάνκε και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των HΠΑ (Fed) τον Μάιο -Ιούνιο 2013 να αρχίσουν να κλείνουν την στρόφιγγα της ρευστότητας καθώς απέτυχε να δώσει βιώσιμη διέξοδο κι αντίθετα δημιούργησε νέα τεράστια προβλήματα. Ήδη αυτά τα μέτρα άρχισαν να εφαρμόζονται με καταστροφικές συνέπειες στις χώρες του Νότου, μετατρέποντας τις χώρες που υμνούνταν σαν ανερχόμενες υπερδυνάμεις που θα βγάζανε την παγκόσμια οικονομία από την κρίση, τις λεγόμενες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική) στις “5 ή 8 Εύθραυστες Χώρες” (“Fragile 5 ή 8” ή και παραπάνω, εάν προστεθούν η Τουρκία, Αργεντινή, Χιλή, Ινδονησία, Ουγγαρία, Πολωνία κ.ά.). Τα νομίσματα της Τουρκίας, Ινδίας, Νότιας Αφρικής, Ρωσίας, Αργεντινής, Βραζιλίας καταρρέουν, τα επιτόκια υψώνονται κατακόρυφα, παρατηρείται ήδη μαζική φυγή κεφαλαίων από το Νότο στον Βορρά.

 Οι πολιτικές συνέπειες μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης, κοινωνικής αναταραχής και νέων μαζικών κινητοποιήσεων είναι ορατές (Τουρκία, Βραζιλία, Αργεντινή κ.α). Πριν καν χαρούν οι ιμπεριαλιστές ότι αναχαιτίστηκε η Αραβική επανάσταση του 2011-13 και σταθεροποιείται η αντίδραση με το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο, την ιμπεριαλιστική εισβολή στην Λιβύη, την σαουδαραβική καταστολή στο Μπαχρέιν, την ιμπεριαλιστική -σαουδαραβική παρέμβαση στην Υεμένη, την χειραγώγηση του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, τις ιμπεριαλιστικές μανούβρες σε Συρία και Ιράν κλπ., η χώρα-κλειδί για τις μεσανατολικές εξελίξεις κι ορμητήριο της Δύσης, η Τουρκία του Ερντογάν αποσταθεροποιείται πολιτικά και οικονομικά. Την ίδια στιγμή και πριν κοπάσει το επαναστατικό κύμα στη Μέση Ανατολή, ξεκινάει ένα νέο κύμα κοινωνικής αναταραχής στη Λατινική Αμερική, τα Βαλκάνια κι όλο τον Νότο.

 Η συνένωση αυτού του κύματος με τις εργατικές-λαϊκές κινητοποιήσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο αποκτά έτσι ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Είναι φανερό και ήδη οι αναλυτές του κεφαλαίου προειδοποιούν ότι η έκρηξη της νέας κρίσης στις λεγόμενες “αναδυόμενες χώρες” θα πλήξει ιδιαίτερα την Ευρώπη, επιδεινώνοντας και την τραπεζική κρίση της ΕΕ και την κρίση υπερχρέωσης ιδιαίτερα στην ευρωζώνη και την Ελλάδα (Financial Times 3/2/2014). Οι ευρωπαϊκές τράπεζες, λίγο πριν τα κρίσιμα stress tests του 2014, κάθονται σ’ ένα επιπλέον βουνό επισφαλειών, σχεδόν 3 τρις ευρώ, εξαιτίας της έκθεσής τους στα νομίσματα των αναπτυσσόμενων χωρών που υποτιμούνται ραγδαία.

 Την πρώτη εικόνα του νεόυ σκηνικού που διαμορφώνεται τώρα στην ευρωπαϊκή ήπειρο μας την δίνει η προλεταριακή επαναστατική εξέγερση στην Βοσνία, στην καρδιά των Βαλκανίων, από εκεί που άρχισε -με την ανάφλεξη των εθνικισμών, την ιμπεριαλιστική επέμβαση της ΕΕ, της Γερμανίας, των HΠΑ και του ΝΑΤΟ και την κονιορτοποίηση της Γιουγκοσλαβίας- η εκστρατεία του ιμπεριαλισμού να προωθήσει την καπιταλιστική παλινόρθωση και την αποικιοποίηση της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων, της πρώην ΕΣΣΔ, μετά τις καταρρεύσεις του 1989-91. Εκστρατεία αλληλένδετη με την Συνθήκη του Μάαστριχτ και την δημιουργία της ευρωζώνης που τώρα η ίδια απειλείται με κατάρρευση.

 Αυτή είναι και η ιστορική βάση των Διεθνών Συνδιασκέψεων σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή που αποφάσισε η Διεθνής Συνάντηση της Συντονιστικής για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς τον Δεκέμβριο 2013 και που την προετοιμασία τους συζήτησε το 13ο Συνέδριο του ΕΕΚ.

 

 

Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Όσοι κηρύσσουν την εθελούσια δουλεία στην ιμπεριαλιστική ΕΕ, αλλά κι εκείνοι που την δαιμονοποιούν θεωρώντας την “παντοδύναμη”, κρύβουν το βάθος της κρίσης που απειλεί με διάλυση ΕΕ κι ευρωζώνη.

 

Η ΕΕ αντιμετωπίζει:

Πρώτον, την διαλυτική πίεση του βάρους της συνεχιζόμενης υπερχρέωσης των κρατών της ευρωζώνης και την αλληλένδετη τραπεζική κρίση που θα ενταθεί ενόψει της τραπεζικής ενοποίησης και των stress tests του Νοεμβρίου 2014,

 Δεύτερο, η ευρωπαϊκή οικονομία χαροπαλεύει στο όριο της ύφεσης κι η μαζική ανεργία διαιωνίζεται. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη Οικονομική Σύνοδο Κορυφής στο Νταβός “εάν η Ευρώπη δεν πάρει ριζικά μέτρα τούς επόμενους δώδεκα-είκοσι μήνες, δεν θα έχουμε απλώς 5-6 χρόνια αναπτυξιακής ατονίας αλλά 20-25 χρόνια!” (Le Monde 24/1/2014). Με άλλα λόγια, δεν καταδικάζεται μόνον η παρούσα νέα γενιά στην επ' αόριστον ανεργία, να είναι όπως λένε κυνικά τα αστικά ΜΜΕ μια “χαμένη γενιά”, αλλά και οι επόμενες γενιές!

 Για την εργατική τάξη, όμως, όλους τους καταπιεσμένους και αποκλεισμένους, όλους τους κοινωνικούς αγωνιστές και τους επαναστάτες, μαζί και για το ΕΕΚ, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό· δεν μπορούν να υπάρχουν “χαμένες γενιές”. Είναι το ίδιο το χρεοκοπημένο καπιταλιστικό σύστημα που πρέπει να χαθεί στον πάτο του σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας!

 Τρίτο, και σε άμεση αλληλοσύνδεση κι αλληλεπίδραση με τα παραπάνω, η απειλή του αποπληθωρισμού εγκαθιστά έναν μοιραίο φαύλο κύκλο με την ύφεση αλλά και με την κρίση υπερχρέωσης.

 Οι εσωτερικές ανισορροπίες ενδυναμώνουν τις φυγόκεντρες τάσεις, τους οικονομικούς εθνικισμούς και τους ευρωσκεπτικισμούς αλλά και αντίστροφες, κεντρομόλες τάσεις, με κέντρο την ηγεμονική Γερμανία και τον δορυφόρο της πια, την Γαλλία του Ολάντ, οι οποίες, όμως, τροφοδοτούν και ενισχύουν τις πρώτες. Το ιστορικό πρόβλημα της Γερμανίας αναδεικνύεται πάλι: ενώ είναι η ισχυρότερη καπιταλιστική χώρα της Ευρώπης, δεν έχει την δύναμη να καθυποτάξει την υπόλοιπη Ευρώπη μόνο με οικονομικά μέσα. Από την άλλη, η αιματηρή εμπειρία του 20ου αιώνα δεν δίνει καμιά εγγύηση στην γερμανική αστική τάξη ότι θα μπορούσε να συντρίψει με την βία τους ιμπεριαλιστές ανταγωνιστές της και προπαντός την ευρωπαϊκή εργατική τάξη, μαζί και την γερμανική.

 Η εξωτερική πολιτική είναι συνέχεια της εσωτερικής πολιτικής. Ο κοινωνικός πόλεμος που διεξάγουν οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης ενάντια στους λαούς της συνοδεύεται από την ένταση των ολοένα και πιο συχνών και βίαιων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων της ΕΕ στη Μέση Ανατολή (Λιβύη, Συρία, Λίβανος, Ιράν) και την Αφρική (Μάλι, Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία κ.α.) αλλά και στην Κεντρική/Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, την Ουκρανία και τον πρώην σοβιετικό χώρο για την αποικιοποίησή του.

 

ΕΕ και Αριστερά

 

Η παρατεινόμενη και επιδεινούμενη κρίση, η ογκούμενη ανεργία, τα αντιλαϊκά μέτρα της ΕΕ και των αστικών κυβερνήσεων έχουν προκαλέσει μια οξύτατη κρίση νομιμοποίησης τόσο της ίδιας της ΕΕ όσο και των “κομμάτων εξουσίας”, δεξιών και κεντροαριστερών, συνολικά του αστικού πολιτικού κοινοβουλευτικού συστήματος, μια καθεστωτική κρίση παρούσα σε διαφορετικό βαθμό και ένταση σε κάθε χώρα-μέλος της ΕΕ.

 Το πολιτικό χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στις άρχουσες ελίτ και τις λαϊκές μάζες δεν μπορεί να καλυφτεί απλώς από τα υπαρκτά, ζωντανά κι απαραίτητα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα, από τον μαχητικό κινηματισμό των κάθε είδους αγανακτισμένων. Απαιτείται η ύπαρξη ενός εναλλακτικού πολιτικού πόλου για διέξοδο από την κρίση.

 Παρά τις κατά καιρούς μαζικές εργατικές κινητοποιήσεις και την γενικευόμενη κρίση νομιμοποίησης της ΕΕ και του ευρώ, υπάρχει ένα επικίνδυνο κενό ηγεσίας της εργατικής τάξης. Όπως δείχνει και το παράδειγμα της Γαλλίας, η κατά καιρούς εμφάνιση “πλατειών”, “νέων αντικαπιταλιστικών κομμάτων” ή και “ριζοσπαστικών” “Μετώπων της Αριστεράς” που θολώνουν την διαχωριστική γραμμή με τον “αριστερό” ρεφορμισμό και τον κυβερνητισμό, μετά από μια πρώτη ελπιδοφόρα έναρξη, γρήγορα διαψεύδουν τις ελπίδες των ριζοσπαστικοποιημένων λαϊκών στρωμάτων και αποσυντίθενται πολιτικά. Από την διεθνή και ευρωπαϊκή Αριστερά λείπει το πρόγραμμα, η προοπτική και η πολιτική βούληση για μια αποφασιστική και ριζοσπαστική ρήξη με την ΕΕ και τον καπιταλισμό, γεγονός που την κάνει να βυθίζεται σε μια άλυτη κρίση, αφήνοντας τον κενό χώρο να τον καλύψουν κάθε είδους δεξιοί και ακροδεξιοί λαϊκισμοί.

 Σε τέτοιες συνθήκες αποθάρρυνσης και πολιτικής απαισιοδοξίας, δεν είναι τυχαίο ότι φετιχοποιούν την θεαματική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και επιλέγεται ο Αλέξης Τσίπρας σαν υποψήφιος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία του γραφειοκρατικού ιμπεριαλιστικού θεσμού της λαομίσητης Κομισιόν ή σαν περικεφαλαία στην “Λίστα Τσίπρας” των υπολειμμάτων της κατακερματισμένης ιταλικής ρεφορμιστικής Αριστεράς. Αυτή η υποδοχή δεν είναι ένδειξη κάποιας ανύπαρκτης “ριζοσπαστικοποίησης” της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αλλά αντίθετα σημάδι της ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ στον συντηρητισμό της.

 Καθόλου τυχαία, η πλατφόρμα με την οποία ο Αλέξης Τσίπρας κατεβαίνει σαν υποψήφιος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία της Κομισιόν (όπως ο ίδιος την παρουσιάζει στο περιοδικό New Europe) περιορίζεται ασφυκτικά σε “ένα δημοκρατικό και προοδευτικό προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, ένα παρωχημένο νεοκεϋνσιανό πρόγραμμα αυξημένης ρευστότητας, για μια “γνήσια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που θα δρα σαν δανειστής τελευταίας ανάγκης όχι μόνο για τράπεζες αλλά και για κράτη”, για την φορολόγηση (όχι την απαλλοτρίωση) των δραστηριοτήτων του κερδοσκοπικού κεφαλαίου στους off shore παραδείσους κλπ. Προτείνεται μια “Ευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη για το Χρέος στη βάση της Συνδιάσκεψης του 1953 για το χρέος της Γερμανίας” σαν “λύση” για την κρίση υπερχρέωσης των κρατών της Ευρωζώνης, αγνοώντας εντελώς τις τεράστιες αλλαγές στις ιστορικές συνθήκες που έχουν συντελεστεί μετά 60 χρόνια!

 Μια τέτοια ψεύτικη “Realpolitik” στην σημερινή ΕΕ της Άγκελα Μέρκελ και της ΕΚΤ δεν είναι παρά μια αντιδραστική φενάκη.

 

Δεν μπορεί να υπάρξει διέξοδος από την κρίση χωρίς να σπάσουν οι αλυσίδες που βάζει η ΕΕ, η τρόικά της, η ΕΚΤ, το ευρώ. Χωρίς ρήξη με την ΕΕ κι αποδέσμευση από τον κλοιό της. Δεν μπορεί αυτή η ρήξη να γίνει σε “δόσεις” και “φέτες”, “πρώτα με το ευρώ και την ευρωζώνη και ίσως αργότερα με την ΕΕ”, όπως υποστηρίζει το Σχέδιο Β ή το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Eίναι μικροαστική φενάκη ότι “το μικρομάγαζο θα ανοίξει ξανά μόλις το ευρώ αντικατασταθεί με την δραχμή”, όπως διαφημίζει γνωστή αφίσα του αντι-ευρώ Σχεδίου Β.

 Εξάλλου, η ρήξη με την ΕΕ και το ευρώ, η αποδέσμευση από μόνη της είναι αναγκαία αλλά μη ικανή συνθήκη διεξόδου από την κρίση. Σε συνθήκες διεθνοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων και της οικονομικής ζωής στην ιμπεριαλιστική εποχή είναι αντιδραστική ουτοπία ή δυστοπία η “εθνική οικονομική αυτάρκεια”, ο οικονομικός εθνικισμός σε όλες του τις μορφές, μαζί και εκείνη του σταλινικού “σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα”.

 Δεν είναι τυχαίο ότι οι διάφοροι δεξιοί λαϊκισμοί, εθνικισμοί κι ακροδεξιοί-φασιστικοί σχηματισμοί στην Ευρώπη, προσπαθώντας να αξιοποιήσουν την γιγαντούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια κατά της ΕΕ, γίνανε οι σημαιοφόροι της εκστρατείας για επιστροφή στο “εθνικό νόμισμα” και την “εθνική κυριαρχία”. Η αναγκαία πολιτική διαφοροποίηση από τα αντιδραστικά αντι-ΕΕ ρεύματα δεν μπορεί να γίνει με την καταφυγή σε αόριστους επιθετικούς προσδιορισμούς τύπου “αντικαπιταλιστική αποδέσμευση” ή “διεθνιστική προοπτική στην Ευρώπη”, όπως κάνουν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Απαιτείται μια συγκεκριμένη διεθνιστική εναλλακτική προοπτική και λύση.

 Ο “ευρωσκεπτικισμός”, με ακροδεξιό, δεξιό ή “αριστερό” πρόσημο είναι πάντα αστικός και δεν μπορεί να κάνουν συμβιβασμό μαζί του οι επαναστάτες μαρξιστές διεθνιστές, οι τροτσκιστές. Δεν είμαστε “σκεπτικιστές”, αγνωστικιστές απέναντι στην ΕΕ. Δεν έχουμε αμφιβολία για την ιμπεριαλιστική της φύση, για την καταστροφική πολιτική της, για την απάτη ότι μπορεί να “μεταρρυθμιστεί” σε φιλολαϊκή κατεύθυνση ή να μετατραπεί σε “Ευρώπη των εργαζομένων”, “των λαών” κλπ.

 Ο δεξιός κι “αριστερός” εθνικισμός προσκολλάται στο κράτος-έθνος ανάγοντάς το σε ασπίδα απέναντι σε μια παγκοσμιοποίηση που μυθοποιείτα. Οι δεξιοί εθνικιστές την συνδέουν με κάθε είδους σκοτεινές “θεωρίες συνωμοσίας” των “υπερεθνικών” (συνήθως εβραϊκών ή αμερικανοεβραϊκών) κέντρων να καταστρέψουν τα έθνη και τις ιδιορρυθμίες τους. Ο “αριστερός” εθνικισμός, ρεφορμιστικής, σταλινικής ή κεντριστικής καταγωγής, μετατρέπει τις εθνικές ιδιορρυθμίες σε φετίχ και το έθνος-κράτος σε “προνομιακό πεδίο της κοινωνικής πάλης”. Απολυτοποιούν την ανισόμερη ανάπτυξη αγνοοώντας ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή επικρατεί ο συνδυασμένος χαρακτήρας της ιστορικής ανάπτυξης που δένει αξεδιάλυτα τα μέρη ενώ ταυτόχρονα οξύνει τις ανισομέρειες, σε ένα παγκόσμιο όλο που τις ξεπερνάει και τις επικαθορίζει.

 Η παρούσα κρίση είναι κρίση της παγκοσμιοποίησης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων που συγκρούεται με τα ασφυκτικά όρια που θέτουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, στο στάδιο της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, οι ιμπεριαλιστικοί κι εθνικοί ανταγωνισμοί, το ιστορικά παρωχημένο πλέον κράτος -έθνος. Το ζήτημα δεν είναι να παλινδρομήσουμε πίσω στα εθνικά σύνορα και τον οικονομικό εθνικισμό ούτε βέβαια να υπερασπιστούμε την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση αλλά να ανατρέψουμε την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου με την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση συνεχίζοντας κι ολοκληρώνοντας το ανολοκλήρωτο έργο που άρχισε η Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917 στην χώρα των Σοβιέτ.

 Η ανάγκη ενοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου είναι βαθύτατη και επείγουσα αντικειμενική απαίτηση της ίδιας της ιστορικής ανάπτυξης κι όχι αφηρημένο, “αριστερίστικο” σύνθημα και ευχολόγιο. Την ιστορική αυτή αποστολή μπορεί να την εκπληρώσει μόνον η εργατική τάξη επικεφαλής όλων των λαϊκών μαζών και πάνω σε σοσιαλιστικές βάσεις. Είναι αναπόσπαστο μέρος του προτάγματος της καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική απελευθέρωση χωρίς ρήξη με την ΕΕ και δεν μπορεί να υπάρξει ρήξη από τα δεσμά του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού χωρίς ανατροπή της αστικής εξουσίας κι έξοδο από τον καπιταλισμό. Το μέλλον μιας επαναστατικής ανατροπής στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού είναι άρρηκτα δεμένο με την επέκταση της κοινωνικής επανάστασης σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα.

 Τώρα περισσότερο παρά ποτέ, τώρα που η Ευρώπη των εκατομμυρίων ανέργων και των μεταναστών έχει μετατραπεί σε φυλακή των λαών της λόγω της ιστορικής αποτυχίας των αρχουσών τάξεών της να την ενοποιήσουν, είναι επίκαιρη η προοπτική που χαράχτηκε την επαύριο της Οκτωβριανής Επανάστασης και στα πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς : η πάλη για την εγκαθίδρυση των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης.

 

 

Ευρωεκλογές 2014

 

Από τη σκοπιά αυτή βλέπουμε και τις επερχόμενες Ευρωεκλογές του Μαΐου 2014. Διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο πεδίο μάχης ανάμεσα στις αντίπαλες τάξεις και τα αντίθετα σχέδια. Οι ευρωπαϊκές συσπειρώσεις των διάφορων πολιτικών σχηματισμών έχουν αρχίσει ήδη την καμπάνια. Τα κόμματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς εκμεταλλεύονται στο έπακρο την χρεωκοπία των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κυβερνήσεων κι ετοιμάζονται για την έφοδο υψώνοντας, με σημαιοφόρο το λεπενικό Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, την σημαία της “Ευρώπης των εθνών” και των (φονικών) εθνικισμών.

 Το ΕΕΚ, στη βάση των αποφάσεων της τελευταίας Συνόδου της Συντονιστικής Επιτροπής για την επανίδρυση της Τετάρτης Διεθνούς τον Δεκέμβριο 2013, ετοιμάζεται για την 2η Ευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη στην Αθήνα, στις 29-30 Μαρτίου 2014, όπου θα καταθέσουμε την δική μας πρόταση, όπως ψηφίστηκε στο 13ο Συνέδριο του ΕΕΚ και κατατίθεται δημόσια εδώ. Στη Συνδιάσκεψη του Μαρτίου 2014 θα αναπτύξουμε παραπέρα και θα συνδιαμορφώσουμε με άλλες επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις και κοινωνικά κινήματα την πολιτική πλατφόρμα για την διεθνιστική παρέμβασή μας στις Ευρωεκλογές τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 Η πρόταση του ΕΕΚ συνδέει την άμεση ανάγκη του λαού για κατάργηση των Μνημονίων κι όλης της συνοδευτικής λαοκτόνας νομοθεσίας με την κατάργηση όλου του χρέους στους διεθνείς τοκογλύφους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας χωρίς αποζημίωση και κάτω από εργατικό έλεγχο και την αναδιοργάνωση της οικονομίας πάνω σε σοσιαλιστικές βάσεις – μέτρα που δεν μπορούν να παρθούν χωρίς την ανατροπή της αστικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης των εργαζομένων, στηριγμένης σε όργανα εργατικής εξουσίας, σε ρήξη με την ιμπεριαλιστική ΕΕ και το ΝΑΤΟ και με διεθνιστική προοπτική την σοσιαλιστική ενοποίηση στην περιοχή, στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη και τον κόσμο.

 Απευθύνουμε την πρότασή μας στις άλλες δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς, με κριτήριο την ταξική στάση απέναντι στην ΕΕ, την καπιταλιστική κρίση, μαζί και την κρίση της αστικής εξουσίας.

 Δεν κρύβουμε τις ουσιαστικές διαφορές στρατηγικής, όχι απλώς τακτικής ή εκλογικής τακτικής με τις προτάσεις που μέχρι τώρα έχει κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ για “μετωπική συμπόρευση”, μαζί και στο εκλογικό πεδίο, καθώς και στην αλληλένδετη “Πρωτοβουλία 2014 για την έξοδο από την ΕΕ και το ευρώ”. Η τελευταία διακηρύσσει ιδρυτικά ότι “φιλοδοξεί να συσπειρώσει δυνάμεις, συλλογικότητες και αγωνιστές που παλεύουν για τη διπλή έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, εκείνες τις δυνάμεις που προσβλέπουν σε μια στρατηγική συνολικής διάλυσής της, ως αντιδραστικού μορφώματος του κεφαλαίου, αυτές που συμπυκνώνουν κατά προτεραιότητα την πολιτική τους στο ζήτημα της εξόδου από το ευρώ, όπως και σε εκείνες που αντιπαλεύουν τις επιλογές και τις πολιτικές της ΕΕ, μη θεωρώντας ακόμη ώριμο πολιτικά ζήτημα την έξοδο από την ΕΕ”. Με άλλα λόγια απευθύνεται σε ένα ευρύτατο φάσμα αριστερών δυνάμεων με εντελώς διαφορετική πολιτική στάση απέναντι στην ΕΕ. Ξεκινάει από την ίδια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (“για τη διπλή έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση”, περνάει ξώφαλτσα από το ΕΕΚ (“μια στρατηγική συνολικής διάλυσής της, ως αντιδραστικού μορφώματος του κεφαλαίου”), στρέφεται στον προνομιακό εταίρο μεγάλου τμήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τον Αλέκο Αλαβάνο και το Σχέδιο Β (“που συμπυκνώνουν κατά προτεραιότητα την πολιτική τους στο ζήτημα της εξόδου από το ευρώ”) για να καταλήξει στις υπώρειες του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστερής Πλατφόρμας του (“που αντιπαλεύουν τις επιλογές και τις πολιτικές της ΕΕ, μη θεωρώντας ακόμη ώριμο πολιτικά ζήτημα την έξοδο από την ΕΕ”). Μια τέτοια, όμως, απόπειρα συμπόρευσης ετερόκλητων δυνάμεων δεν αφορά απλώς μια μετωπική σύμπραξη αριστερών οργανώσεων που παρά τις διαφορές τους αποφασίζουν κοινή δράση σε επιμέρους ταξικούς στόχους - πράγμα θεμιτό, δυνατό και αναγκαίο. Ζητάει κοινή πορεία και πιθανή κοινή εκλογική κάθοδο δυνάμεων με εντελώς ασύμβατα μεταξύ τους πολιτικά σχέδια και μάλιστα απέναντι στην ΕΕ, σχέδια που αλληλοακυρώνονται, ακυρώνοντας και την όποια ενότητα.

 Μήπως δεν αλληλοαποκλείονται η διεθνιστική ευρωπαϊκή προοπτική του ΕΕΚ και ο “αριστερός πατριωτισμός” του Σχεδίου Β ή ο οικονομικός εθνικισμός άλλων, του πρώην σύμμαχου του σκοταδιστή Παπαθεμελή ΕΠΑΜ, ή των νοσταλγών του σταλινικού λαϊκομετωπισμού και της δραχμής; Μια τέτοια σύμπραξη ενόψει κρίσιμων Ευρωεκλογών δεν θα ήταν αυτοακύρωση των συμβαλλομένων, με δυο λόγια, εκλογικός καιροσκοπισμός;

 Κι ακόμα παραπέρα: μια συμφωνία σε σαθρή βάση θα υπονόμευε δεσμούς συντροφικούς που έχουμε σφυρηλατήσει σε ταξικούς αγώνες μαζί με άλλες οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς, χρόνια τώρα ή και δεκαετίες. Χωρίς καμιά διάθεση αυτοανακήρυξης και σεχταρισμού, το ΕΕΚ επιμένει σε μια ενωτική πρόταση για κοινή πάλη στις στέρεες βάσεις μιας επαναστατικής πολιτικής με σαφή διεθνιστικό ορίζοντα, χωρίς ταλαντεύσεις και συμβιβασμούς με τον αριστερό ρεφορμισμό που είτε με τον “ευρωπαϊσμό” προσαρμόζεται στην ιμπεριαλιστική ΕΕ, είτε με την αυτονομημένη “πατριωτική” του εκδοχή προτείνει σαν πανάκεια την επιστροφή στην δραχμή είτε στην αρτηριοσκληρωτική σταλινική του εκδοχή περιχαρακώνεται στο χρεοκοπημένο εθνοκεντρικό δόγμα του “σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα”.

 Ο επαναστατικός διεθνισμός δεν είναι αφηρημένη ηθική αρχή αλλά η πυξίδα της επαναστατικής πράξης. Προπαντός τώρα, είναι η μόνη διεθνής εναλλακτική στην αδιέξοδη κρίση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, όταν το κλυδωνιζόμενο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα μας καταδικάζει σε ισόβια μιζέρια, πριν καταρρεύσει και πέσει στα κεφάλια μας.

  

 

Η Ελλάδα, ο σπασμένος κρίκος

 

Η Ελλάδα δεν είναι πια απλώς ο πιο εύθραυστος κρίκος της αλυσίδας της ΕΕ. Είναι ο κρίκος που ήδη έχει σπάσει με την επίσημη αναγνώριση του γιγάντιου, μη βιώσιμου χρέους της που φτάνει πια στα 180 % του ΑΕΠ, παρά τα αλλεπάλληλα Μνημόνια και τα μέτρα κοινωνικού κανιβαλισμού που επέβαλε η τρόικα της ΕΕ/ΕΚΤ/ΔΝΤ με την αγαστή συνεργασία των αστικών κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά-Βενιζέλου με ή χωρίς τον Κουβέλη. Η σφαγή του ελληνικού λαού στο βωμό της σωτηρίας των διεθνών τραπεζών, του ευρώ και της ΕΕ δεν έφερε καμιά διέξοδο από την κρίση στην Ελλάδα αλλά και στην ίδια την ΕΕ· αντίθετα έκανε πιο ασφυκτικό το ελληνικό και ευρωπαϊκό αδιέξοδο. Για να παραφράσουμε τα λόγια του Λένιν, η καπιταλιστική κρίση δεν έσπασε απλώς τον ελληνικό κρίκο αλλά την ίδια την ευρωπαϊκή αλυσίδα. Ευρώπη και Ελλάδα ζουν με τις καταστροφικές συνέπειες μιας ήδη συντελεσμένης αλλά και ατέρμονης ιστορικής, δομικής, συστημικής κρίσης που αναπτύσσεται με συνεχή ζιγκ ζαγκ και απροσδόκητες στροφές.

Κανένα “κούρεμα” ενός πελώριου μη βιώσιμου δημόσιου χρέους, που μετά το PSI του 2012 βρίσκεται πια κυρίως στα χέρια κυβερνήσεων και υπερεθνικών θεσμών της ΕΕ, δεν είναι αποδεκτό από τους ευρωπαϊκούς κρατικούς δανειστές αλλά κι ούτε μπορεί να σώσει την κατάσταση όσες “περικοπές του μεγαλύτερου μέρος του χρέους μετά από διαπραγματεύσεις” κι αν φαντασιώνεται ή υπόσχεται προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου ούτε από την αποικιοκρατικού τύπου εποπτεία των τροϊκανών δεν γλυτώνουμε. Οι επίσημες αρχές της ΕΕ δήλωσαν ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί μόνον όταν το χρέος πέσει από το 180% στο... 70% του ΑΕΠ !

 Στο συντριπτικό βάρος του δημόσιου χρέους προστίθεται το εξίσου γιγάντιο ιδιωτικό χρέος. Οι ελληνικές εταιρείες έχουν το υψηλότερο ποσοστό χρέους προς μετοχικό κεφάλαιο από κάθε άλλη σύγχρονη οικονομία, 235%, περίπου το διπλάσιο από τον μέσον όρο των εταιριών της ευρωζώνης. Τα συσσωρευμένα χρέη των νοικοκυριών, μαζί και τα χαράτσια κι η τερατώδης φορομπηχτική πολιτική ξεπερνούν κάθε όριο και όρο επιβίωσης των πολιτών.

 Την ίδια στιγμή όλα τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά ξεπουλιούνται για πενταροδεκάρες και η διάλυση της Υγείας και της Παιδείας, το κλείσιμο των νοσοκομείων και των σχολείων, οι μαζικές απολύσεις νοσηλευτικού προσωπικού, γιατρών και δασκάλων προσμετρώνται σαν... “πρωτογενές πλεόνασμα” για ψηφοθηρία.

 Με σημείο τομής το πραξικοπηματικό κλείσιμο της ΕΡΤ τον Ιούνιο 2013 και την απόλυση χιλιάδων απασχολουμένων στην δημόσια ραδιοτηλεόραση και στη συνέχεια με “διαθεσιμότητα”-απόλυση χιλιάδων εκπαιδευτικών και γιατρών από την διάλυση του ΕΟΠΥΥ, το αστικό κράτος και η κυβέρνησή του, κατ’ εντολήν της τρόϊκας, καταργεί, με χουντικό τρόπο, μαζί με ιστορικά δικαιώματα των εργαζομένων, την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, την διάκριση δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ισοπεδώνοντας και καταποντίζοντας και τους δύο τομείς στα τάρταρα της ανεργίας και των “προσωρινά απασχολήσιμων”, “επωφελούμενων”(΄!) και άλλων μορφών “μαύρης”, πρόσκαιρης, αναφάλιστης εργασίας με μισθούς πείνας.

 Μαζί με τους μισθωτούς, οι αυτοαπασχολούμενοι, η μικροαστική φτωχολογιά των πόλεων και ιδιαίτερα σήμερα η φτωχή αγροτιά εξοντώνονται από τους τερατώδεις κι εντελώς άδικους φόρους, ενώ οι εφοπλιστές, οι καναλάρχες κι όλοι οι μεγιστάνες απολαμβάνουν την πιο σκανδαλώδη ασυδοσία.

 Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, υπάρχουν επίσημα 1.500.000 άνεργοι και 3.000.000 ανασφάλιστοι. Ταυτόχρονα, με κυβερνητική-κρατική ασυλία, τα διαπλεκόμενα με το αστικό κράτος λαμόγια, διεφθαρμένοι πολιτικοί και κεφαλαιοκράτες βγάλανε τα πλούτη τους στους off shore “παραδείσους”, και μια φούχτα κερδοσκόποι κι αρπακτικά συνεχίζουν να πλουτίζουν, ενώ ο εργαζόμενος λαός της Ελλάδας μετατρέπεται σε έθνος αποκλήρων, ανέργων, μισοαπασχολούμενων σκλάβων και κοινωνικά αποκλεισμένων. Έως πότε πια θα μας κλέβουν την ζωή και θα ζούμε μια φρίκη χωρίς τέλος;

 Η απάντησή μας δεν μπορεί παρά να είναι μία, αυτή που βροντοφώναξαν ξανά οι εξεγερμένοι εργάτες της Βοσνίας στην Τούζλα, το Σεράγιεβο και το Μοστάρ: σπέρνουν την μιζέρια, θερίζουν την οργή! Είναι η φωνή του λαού που αντηχεί και συμπληρώνεται στο σύνθημα του ΕΕΚ: σπέρνουν την μιζέρια, θερίζουν την οργή, εμπρός για επανάσταση σε ολόκληρη την γη!

  Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα οικονομικά χρεοκοπημένη, με ένα πελώριο μη βιώσιμο χρέος, βυθισμένη σε μια κοινωνική τραγωδία χωρίς ορατό τέλος, κάτω από την τυραννία της τρόικας ΕΕ/ΕΚΤ/ΔΝΤ και των ντόπιων κυβερνήσεων της άρχουσας τάξης. Είναι μια κοινωνία σε περίοδο προεπαναστατικής κρίσης, όπου το ζήτημα της ίδιας της εξουσίας βρίσκεται από καιρό στο επίκεντρο.

 

 

Η ταξική πάλη και η κρίση εξουσίας

Η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού

 

Στην πρώτη φάση της κρίσης η Ελλάδα συγκλονίστηκε το 2010-12 από πρωτοφανείς μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις. Αλλεπάλληλες Γενικές Απεργίες, μαζικές διαδηλώσεις, καταλήψεις υπουργείων και δημόσιων χώρων, το κίνημα των πλατειών και της πλατείας Συντάγματος, ο λαϊκός ξεσηκωμός στην Κερατέα και αργότερα στην Χαλκιδική, η λαϊκή απαξίωση και κατακραυγή κατά των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων των κομμάτων που συνδέθηκαν με την επιβολή των μέτρων κοινωνικού κανιβαλισμού, η ανάδυση πρωτόλειων μορφών λαϊκής αυτο-οργάνωσης καταρχήν ως συλλογικών οργάνων πάλης, αλληλεγγύης κι αντίστασης, ανέτρεψαν δυο κυβερνήσεις, την κυβέρνηση Παπανδρέου και την μη εκλεγμένη κι επιβεβλημένη από την ΕΕ “τεχνοκρατική” κυβέρνηση Παπαδήμου-ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ που ήθελε να διαιωνιστεί “μέχρι να ολοκληρώσει το έργο της”. Πάνω από όλα σάρωσαν το αστικό πολιτικό δικομματικό σύστημα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 αποκαλύπτοντας μια χωρίς προηγούμενο κρίση της αστικής εξουσίας και διακυβέρνησης.

Η σαρωτική αλλαγή της πολιτικής σκηνής και η κοινωνική πόλωση καταγράφηκαν στις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου 2012, με τον καταποντισμό των πρώην “κομμάτων εξουσίας”, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, την στροφή των μαζών προς τα αριστερά με την θεαματική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ που έφτασε ξαφνικά στην πόρτα της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και με την είσοδο της ναζιστικής “Χρυσής Αυγής” στο Κοινοβούλιο.

 Η νέα φάση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, δεν θα αλληλεπιδράσει με το παλιό πολιτικό σύστημα αλλά με τα αποτελέσματα της ήδη συντελεσμένης διάλυσής του.

 

 

Το κράτος σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης κι ο φασισμός

 

Η τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και στη συνέχεια η δικομματική Σαμαρά-Βενιζέλου σαν συγκόλληση ερειπίων και φόβων ήταν, εξ αρχής η πρώτη και παραμένει η δεύτερη, εξαιρετικά αδύναμες κυβερνήσεις. Το ίδιο το ισχύον πολιτικό καθεστώς και το κράτος μπήκαν σε φάση παρατεταμένης κρίσης. Ο κοινοβουλευτισμός χωρίς να καταργηθεί έγινε σκιώδης, με τα μέτρα της τρόικας να επιβάλλονται με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, με άλλα λόγια με τα μέσα μιας Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης, ανοίγοντας “μαύρες τρύπες” στην συνταγματική-νομική τάξη πραγμάτων χωρίς την κατάλυση της τελευταίας, με την ταυτόχρονη γιγάντωση της κρατικής και παρακρατικής καταστολής. Η προετοιμασμένη από το 2002 τρομο-νομοθεσία μπαίνει σε εφαρμογή, η “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” από εξαίρεση γίνεται κανόνας ενώ συστηματικές καμπάνιες τρομο-υστερίας εξαπολύονται από το κατασταλτικό σύμπλεγμα Κράτους-ΜΜΕ, με ιδιαίτερη κλιμάκωση στις μέρες μας.

 Η απουσία κοινωνικής συναίνεσης συνοδεύεται από την πανταχού παρουσία του αστυνομικού κράτους, συνεπικουρούμενου από τα ολοένα πιο αποθρασυμένα τάγματα εφόδου των φασιστών της “Χρυσής Αυγής”. Τα τελευταία γίνονται τα εξωθεσμικά κι εκτός νόμου όργανα των θεσμών του κράτους “του νόμου και της τάξης”.

 Η όλη εμπειρία της πάλης κατά της “Χρυσής Αυγής” και των άλλων φασιστικών συμμοριών δείχνει πρώτα-πρώτα ότι κράτος και παρακράτος δουλεύουνε μαζί και δεν μπορεί να επαφίενται η εργατική τάξη, οι πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της, οι μετανάστες, οι διάφορες μειονότητες, σε κρατικές, νομοθετικές ή αστυνομικές, παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν οι φασιστικές συμμορίες.

 Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους Ναζί μπροστά στα μάτια των αστυνομικών ή και η επανεμφάνισή τους στον τόπο του εγκλήματος κι η επίθεση στο στέκι “Ρεσάλτο” με την προκλητική κάλυψη των αρχών δεν αφήνουν περιθώρια επανάπαυσης. Ίσα-ίσα αποδεικνύουν ότι η προφυλάκιση πέντε-έξη φασιστών για να κατευναστεί η κατακραυγή στη χώρα και διεθνώς καθόλου δεν αρκεί για να ξεριζώσει τον φασισμό.

 Δεν μπορούμε να παλεύουμε τον φασισμό χωρίς να αντιπαλεύουμε το αστυνομικό αστικό κράτος, χωρίς το Ενιαίο Μέτωπο των εργατικών, αριστερών κι αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, την εργατική-λαϊκή αυτοοργάνωση και ομάδες αυτοάμυνας, χωρίς αλληλεγγύη με τα θύματα του κρατικού αυταρχισμού. Κι αντίστροφα: δεν μπορούμε να παλεύουμε την κυβέρνηση των τροϊκανών και τον κρατικό αυταρχισμό χωρίς την ιδιαίτερη αντιμετώπιση και πάλη κατά του φασισμού και των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου.

 Ο φασισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί και να νικηθεί με την πολιτική της ταξικής συνεργασίας στο όνομα του “συνταγματικού τόξου” ή κάποιου “λαϊκού μετώπου” με τους αστούς πολιτικάντηδες που υπηρετούν το σύστημα που γεννά τον φασισμό ούτε στο όνομα της αστικής δημοκρατίας που, βουλιαγμένη στην παρακμή και την κρίση, στραγγαλίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες.

 Η φασιστική δημαγωγία ψαρεύει στα θολά νερά της διάλυσης του κοινωνικού ιστού και της κοινωνικής απόγνωσης των λαϊκών, ιδιαίτερα των μικροαστικών στρωμάτων που καταστρέφονται και λιμοκτονούν. Είναι ζωτική ανάγκη κι όχι φτηνή φιλανθρωπία η πλατιά ανάπτυξη δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης και στήριξης, κοινωνικών ιατρείων, συλλογικής κουζίνας κλπ., όλων των μορφών λαϊκής αυτοοργάνωσης. Πάνω απ’ όλα, δεν ξεχνούμε ότι τον φασισμό τον σπέρνει, τον καλλιεργεί και τον φουντώνει ο καπιταλισμός στην προσπάθειά του να κάνει τα θύματά του να πληρώσουν την χρεοκοπία του σάπιου συστήματός του. Δεν μπορούμε να παλέψουμε τον φασισμό κι όλες τις αρρώστιες που κουβαλάει, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, την ξενοφοβία, την ομοφοβία, την καταπίεση των γυναικών, χωρίς να παλεύουμε την πηγή τους, το ίδιο το σύστημα, χωρίς να παλεύουμε για την ανατροπή του καπιταλισμού.

 Η εμπειρία μας από την δίωξη/δίκη του ΕΕΚ και της ηγεσίας του το 2013 από την σύμπραξη ναζιστικής Χρυσής Αυγής και αστικού “δημοκρατικού” κράτους κι η αποτυχία τους να μας καταδικάσουν δημιουργώντας δικαστικό προηγούμενο απαγόρευσης του αντιφασιστικού λόγου, της αντιφασιστικής δράσης και της ίδιας της Αριστεράς σαν οργανωμένης πολιτικής δύναμης, έδειξε όχι μόνο την δύναμη που έχει η ενιαιομετωπική αλληλεγγύη του κινήματος και του λαού στην χώρα μας αλλά προπαντός τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε και παίζει η διεθνιστική συμπαράσταση σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα. Δεν μπορούμε να παλέψουμε τον φασισμό κλεισμένοι στα εθνικά όρια ή με συμβιβασμούς με τον εθνικισμό αλλά πάνω στη βάση του αδιάλλακτου μαχητικού διεθνισμού στην πράξη.

 

 

Κυβέρνηση και ταξική πάλη

 

Ούτε οι αξιοθρήνητοι λεονταρισμοί και τα success stories της κυβέρνησης Σαμαρά ούτε τα μικροαστικά κλαψουρίσματα όσων κατηγορούν τον “αδρανή λαό” ότι “κάθεται στο καναπέ του” -την στιγμή που ο κάθε “καναπές”, εάν υπάρχει ακόμα, καίγεται και κινδυνεύει ο καθένας να χάσει το σπίτι του- δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παραμονή στην εξουσία μιας αντιλαϊκής ακροδεξιάς κυβέρνησης σε διαρκή φθορά και με κυβερνητικό εταίρο ένα πασοκικό ρετάλι υπό αφανισμό.

 Μετά τις εκλογές του 2012 υπήρξε μια σχετική υποχώρηση της πλημμυρίδας που είχε προηγηθεί. Δεν έπαψαν, όμως, πεισματικοί και μακρόχρονοι αγώνες εργατών κι άλλων εργαζομένων, από τους χαλυβουργούς και τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, τις συγκοινωνίες, την εκπαίδευση και μέχρι, τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών, την ηρωική απεργία των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων και των γιατρών του ΕΟΠΥΥ.

 Όλοι οι επιμέρους αγώνες είχαν την τάση της γενίκευσης, της σύνδεσης με άλλους αγώνες - το είδαμε και στη μετατροπή της κατειλημμένης για ένα εξάμηνο ΕΡΤ σε κέντρο αγώνα πολλών άλλων κλάδων. Είχαν και έχουν εξ αρχής πολιτικό χαρακτήρα καθώς αιτήματα και οργή στρέφονταν κατευθείαν ενάντια στην μνημονιακή κυβέρνηση που απάντησε και απαντά όχι μόνο με την αστυνομική καταστολή, τα δικαστήρια, την επιστράτευση αλλά και με την εσωτερική υπονόμευση από εργατοπατέρες γραφειοκράτες (ακόμα κι από μερικούς που παριστάνουν τον “μαχητικό” συνδικαλιστή).

 Η επιβίωση της κυβέρνησης δεν οφείλεται στη δική της δύναμη ή στην συντριβή του δυναμικού του κινήματος, στην αδράνεια της εργατικής τάξης και των άλλων πληττόμενων κλάδων αλλά κυρίως στους εξής λόγους:

 Πρώτο, στην απατηλή “σταθεροποίηση” που επέφερε το 2012/13 η εξαγγελία του Ντράγκι ότι η ΕΚΤ θα διασώσει οποιαδήποτε χώρα κινδυνεύει από το χρέος με “οτιδήποτε κι αν χρειαστεί” και το ανορθόδοξο πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων (ΟΜΤ).

 Δεύτερο, στον αντιδραστικό ρόλο των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών που παίζουν τρία χρόνια τώρα ανασχετικό ρόλο στους αγώνες με τις αδιέξοδες τακτικές τους και τις 24ωρες ή 48ωρες “γενικές απεργίες”- “τουφεκιές” και την ριζική τους αντίθεση στην διαρκώς πιο έντονη απαίτηση των ταξικών συνδικαλιστών για Γενική Απεργία διαρκείας.

 Τρίτο, στην ανασφάλεια μεσοστρωμάτων που δεν έχουν ξεπεράσει την δυσπιστία τους απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, όχι τόσο λόγω της (αναξιόπιστης) κυβερνητικής προπαγάνδας όσο λόγω των ταλαντεύσεων της ίδιας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, των διαβεβαιώσεων που διαρκώς δίνει στην ΕΕ και την άρχουσα τάξη με την ψευδαίσθηση ότι έτσι κερδίζει τους μικροαστούς, την στιγμή που η ίδια η μικροαστική μάζα, απελπισμένη, ριζοσπαστικοποιείται, καθώς και με την ορατή διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ στην ανάληψη ενός συστημικού ρόλου, την στιγμή που το αντισυστημικό αίσθημα φουντώνει μέσα στην κρίση και την σύγχυση.

 Τέταρτο, στην απουσία μιας πειστικής εναλλακτικής λύσης και πρότασης εξουσίας από τα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. 

Το ΚΚΕ περιχαρακώνεται κι απομονώνεται σεχταριστικά στην αυταρέσκεια του ξαναζεσταμένου και πάντα μπαγιάτικου σταλινισμού του, με γενικόλογη αριστερή ρητορική και συντηρητική πράξη, με ομοβροντίες κυρίως ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ και την υπόλοιπη Αριστερά και πολύ λιγότερο ενάντια στους κρατούντες. Μιλάει μεν για “εργατική-λαϊκή εξουσία” αλλά ξαποστέλοντάς την στο ακαθόριστο μέλλον, όταν “λαός βάλει μυαλό, διορθώσει τα λάθη του και ψηφίσει μαζικά το ΚΚΕ”. Με αυτή την λογική, αφού οι εργαζόμενοι δεν είναι τάχα έτοιμοι, η σταλινική ηγεσία του ΠΑΜΕ δεν διστάζει να τορπιλίζει σημαντικούς κοινωνικούς αγώνες, από τους καθηγητές μέχρι τους διοικητικούς, στηρίζοντας την κυβέρνηση. Εξάλλου η άμεση πάλη για την ανατροπή εδώ και τώρα της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου απορρίπτεται μετά βδελυγμίας σαν... άνοιγμα του δρόμου σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

 Στο ζήτημα της ΕΕ, το ΚΚΕ, μαζί με το σύνθημα της αποδέσμευσης παραπέμπει επίσης, στο ακαθόριστο μέλλον, σε μια “Ενωμένη Ευρώπη του σοσιαλισμού” σαν άθροισμα πολλών εθνικών “σοσιαλισμών σε κάθε χώρα ξεχωριστά” – σοσιαλισμών σαν “αυτούς που γνωρίσαμε”, και που κατέρρευσαν αξιοθρήνητα.

  Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δυστυχώς, στο σημείο αυτό βγαίνει από τα δεξιά στο ΚΚΕ όταν το κατηγορεί ότι παραπέμποντας την διέξοδο από την κρίση, μαζί κι από την ΕΕ, στην εργατική εξουσία ξαποστέλνει την λύση... “στο επέκεινα”. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΚΚΕ συνδέει την αποδέσμευση από την ΕΕ με την “εργατική -λαϊκή εξουσία”, την κατάργηση των μονοπωλίων, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και παραπέρα με την “Ενωμένη Ευρώπη του σοσιαλισμού”. Το πρόβλημα είναι ότι αναβάλλει αυτά τα αναγκαία, άμεσα κι επείγοντα σοσιαλιστικά μέτρα στο αόριστο μέλλον, ένα μέλλον που η έλευσή του δεν εξαρτάται από την ιστορική ανάγκη και την σοσιαλιστική επανάσταση αλλά από την (κοινοβουλευτική) ενίσχυση και πλειοψηφία του ΚΚΕ – κατά τα κλασσικά σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα της εποχής του Κάουτσκυ.

 Επαναστατική κομμουνιστική αριστερά, προπαντός σήμερα, χωρίς πρόταση εξουσίας είναι καταδικασμένη στην περιθωριοποίηση. Θα γίνεται αποδεκτή σαν δύναμη πίεσης και κρούσης μέσα το κίνημα αλλά όχι σαν εναλλακτική ΠΟΛΙΤΙΚΗ λύση.

 Η επαναστατική αριστερά, -συνολικά, μαζί και το ΕΕΚ- παρόλο τον ενεργό και με διαρκώς μεγαλύτερη απήχηση ρόλο της μέσα στο μαζικό κίνημα και τον λαό, βρίσκεται πολύ μακριά από το να έχει αποκτήσει την εμπιστοσύνη και την πολιτική ηγεμονία στην εργατική τάξη και τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Απαιτείται ακόμα πιο σκληρή, συστηματική, υπομονετική αλλά και τολμηρή δουλειά, μετωπική δράση και προπαντός η οικοδόμηση ενός επαναστατικού μαρξιστικού κόμματος μάχης.

 

 

Κέντρα Αγώνα

 

Το ζήτημα δεν είναι μόνο να αντιδρούμε και να απαντούμε στις προκλήσεις της κρίσης, της κυβέρνησης, του κράτους και της ΕΕ. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να παίρνουμε πρωτοβουλίες, να δημιουργούμε γεγονότα, να προχωρούμε σε αλλαγές, να είμαστε σε ετοιμότητα δράσης, να κάνουμε αλλαγές στην ίδια την πράξη μας.

 Στις άμεσες προτεραιότητες του ΕΕΚ βρίσκεται η πάλη για την συγκρότηση Κέντρων Αγώνα Εργατών και Ανέργων ανεξάρτητων από αφεντικά, γραφειοκράτες και το κράτος. Δεν πρόκειται για “κόκκινα συνδικάτα” ή για υποκατάστατα των συνδικάτων όπου αυτά είναι μαζικά κι όχι σφραγίδες αλλά, όπως λέει και το όνομά τους, σημεία συσπείρωσης ταξικών συνδικαλιστών και αγωνιστών, εργατών και ανέργων που παλεύουν μαζί, ενάντια στους εκβιασμούς των αφεντικών και την υπονόμευση των εργατοπατέρων, σε πλήρη ανεξαρτησία από τις γραφειοκρατίες και το Κράτος, για την κινητοποίηση για όλα τα άμεσα και μεταβατικά αιτήματα που γεννά η κρίση και προπαντός για την προώθηση κι οργάνωση της Γενικής Πολιτικής Απεργίας διαρκείας.

 Πρόκειται για ένα, όχι το μόνο, εργαλείο στην σφυρηλάτηση του αναγκαίου όσο ποτέ ταξικού Ενιαίου Μετώπου των εργατών, για να ανοίξει ο επαναστατικός δρόμος της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής τυραννίας, για την εργατική εξουσία.

 

 

Κυβέρνηση της Αριστεράς και εργατική εξουσία

 

Τα καίρια πολιτικά ζητήματα σήμερα στην Ελλάδα αφορούν την στάση απέναντι στην προοπτική μιας κυβέρνησης της Αριστεράς και το αλληλένδετο ζήτημα της στάσης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση που και τα δύο συνυφαίνονται με το κεντρικό διακύβευμα της εξουσίας. Γι’ αυτό και είναι ζητήματα στρατηγικής, όχι απλώς τακτικής.

 Το κάλεσμα από την μεριά του ΣΥΡΙΖΑ για μια κυβέρνηση της Αριστεράς ενάντια στα μνημόνια και την τρόικα ήταν αυτό που γαλβάνιοε τις εργατικές και λαϊκές μάζες στις παραμονές των εκλογών του Μαΐου 2012 κι έφερε απότομα ένα μικρό αριστερό ρεφορμιστικό κόμμα στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Πρόκειται για τομή και άλμα στην πολιτική και την μαζική κοινωνική συνείδηση κι όχι για βαθμιαία εξέλιξη. Έπρεπε και πρέπει να την λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι επαναστατικές δυνάμεις όχι για να προσαρμοστούν καιροσκοπικά αλλά για να την μετασχηματίσουν. Δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν “μια από τα ίδια”, απλώς μια ακόμη “κοινοβουλευτική αυταπάτη” ή “με τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι το νέο ΠΑΣΟΚ”. Οι συνθήκες έχουν ριζικά αλλάξει από την Μεταπολίτευση και τους όρους που γέννησαν το ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό εξάλλου οι απελπισμένες προσπάθειες του αστικού καθεστώτος να δημιουργήσει νέα “κεντροαριστερά” αναχώματα, με την ΔΗΜΑΡ, τους “58” του Σημιτισμού, ή τους εντελώς δυσφημισμένους Λοβέρδους, ναυαγούν. Δεν μπορεί να υπάρξει κάποια νέα πολιτική σταθεροποίηση, ένας νέος σταθερός δικομματισμός ή και διπολισμός εναλλαγής στην αστική εξουσία όσο η οικονομική αποσταθεροποίηση αποκλείει κάθε πολιτική σταθεροποίηση.

 Αυτό που έπραξε εκλογικά και είδε η πλειοψηφία της εργατικής τάξης των προλεταριακών κέντρων κι ένα σημαντικό τμήμα των φτωχοποιημένων μικροαστικών στρωμάτων στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που βλέπει και πράττει η ίδια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αμήχανη μπροστά στην ίδια την απροσδόκητη επιτυχία και την προοπτική ανάληψης της κυβερνητικής ευθύνης δεν έπαψε να αυτοϋπονομεύεται. Η στρατηγική της προσαρμογή στην ιμπεριαλιστική ΕΕ· η άρνηση ρήξης όχι μόνο με την ΕΕ αλλά και με το χρεωκοπημένο καπιταλιστικό σύστημα· η θολή ελπίδα για “επαναδιαπραγμάτευση του χρέους” και την εκμαίευση κεϋνσιανών παραχωρήσεων από την άρχουσα τάξη σε συνδυασμό με την αποδοχή νεοφιλελεύθερων “πολιτικών της προσφοράς (Τσακαλώτος)· η ρητή ρεφορμιστική στάση απέναντι στο αστικό κράτος, τις κατασταλτικές του δυνάμεις, την αστική νομιμότητα, με την οποία “θα ταράξουν” και τους Χρυσαυγίτες φασίστες· η ιδεολογική επίκληση σαν υποδειγμάτων του “κοινοβουλευτικού δρόμου του Αλιέντε και των “Λαϊκών Μετώπων” - τον δρόμο της Βάρκιζας· τα ανοίγματα σε ΔΝΤ κι οι ομιλίες στο Τέξας, οι ανοιχτοί δίαυλοι με τον ΣΕΒ και την “επιχειρηματικότητα” κλπ. κλπ., ναρκοθετούν εκ των προτέρων το όλο εγχείρημα.

 Μετά τις εκλογές και με γνώμονα κοινοβουλευτικά και μόνον κριτήρια, ολοένα περισσότερο γίνεται αναφορά όχι σε κυβέρνηση της Αριστεράς αλλά σε “κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ” αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα κυβερνητικών συμμαχιών με εκπροσώπους αστικών δυνάμεων, από τους “επιζώντες” κι “ανανήψαντες” του ΠΑΣΟΚ που ζητούν πολιτικό σωσίβιο και “κολυμβήθρα του Σιλωάμ” να τους καθαρίσει μέχρι τον... Καμμένο του ακροδεξιού “αντιμνημονιακού” εθνικισμού των “Ανεξαρτήτων Ελλήνων” ή και παραπέρα.

 Το ΕΕΚ θεωρεί απαράδεκτη, από την σκοπιά των ιστορικών και άμεσων συμφερόντων της εργατικής τάξης, την στήριξη όχι μόνο αυτών των άθλιων κυβερνητικών σχημάτων αλλά ακόμα και μιας κυβέρνησης με αριστερό πρόσημο, δεμένης, όμως, χειροπόδαρα στο άρμα του καπιταλισμού και της ΕΕ.

 Η κεντριστική αντίληψη ότι μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να γίνει αφετηρία του κοινωνικού μετασχηματισμού “σε σοσιαλιστική κατεύθυνση” εφόσον υπάρξει ένα εξωκοινοβουλευτικό μαζικό κίνημα με θεσμούς αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης, αυτοδιαχείρισης κλπ, σαν θεσμούς “δυαδικής εξουσίας”, πρέπει να πολεμηθεί αποφασιστικά.

 Το κρίσιμο ζήτημα που δεν βλέπει αυτή η άποψη είναι το ίδιο το υπερτροφικό αστικό κράτος με όλους τους κατασταλτικούς και παρακρατικούς του μηχανισμούς που δεν αρκεί να “εκκαθαριστούν”, να “εκδημοκρατιστούν”, να “μεταρρυθμιστούν” ώστε να πάψουν να είναι εμπόδιο στην κοινωνική αλλαγή. Πρέπει να συντριβούν και να αντικατασταθούν από μια Κομμούνα, μια Δημοκρατία των Συμβουλίων των εργατών και των εργαζομένων χωρίς αφεντικά και γραφειοκράτες, την αληθινή επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου ως μετάβαση στην διάλυση κάθε κρατικής εξουσίας στην πανανθρώπινη, αταξική, ανεξουσίαστη κοινωνία, τον ελευθεριακό κομμουνισμό.

 Εδώ και τώρα πρέπει να παλέψουμε για την δημιουργία, εδραίωση, επέκταση και δικτυακή σύνδεση κάθε μορφής λαϊκής αυτο-οργάνωσης, κοινωνικής αλληλεγγύης, εργατικής αυτοάμυνας, αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων σαν την ΒΙΟΜΕ, ελεύθερων κοινωνικών χώρων κλπ. Σαν ΕΕΚ, όμως, έχουμε συνείδηση ότι δεν παλεύουμε για “δυαδική εξουσία” για μισή ή μοιρασμένη ή συμπληρωματική στην αριστερή κυβέρνηση εξουσία αλλά για να περάσει ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ σε αυτές τις μορφές αυτοοργάνωσης του προλεταριάτου και των λαϊκών συμμάχων του - την εργατική εξουσία.

 Είναι εντελώς αποπροσανατολιστικές, εκτός τόπου και χρόνου οι αναφορές στις εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής κι η απόπειρα αντιγραφής του παραδείγματος των αριστερών αστικών εθνικών κυβερνήσεων της Βενεζουέλας, της Βολιβίας, του Ισημερινού, της Αργεντινής ή της Βραζιλίας και της Ουρουγουάης. Πέραν των διαφορών που έχουν όλες αυτές οι εμπειρίες και κυβερνήσεις μεταξύ τους, ο κύκλος τους τελείωσε μαζί με την όλη διεθνή οικονομική συγκυρία που τις στήριξε. Με τον πιο σαφή τρόπο το τέλος αυτού του κύκλου φαίνεται όχι μόνο στην Βενεζουέλα μετά τον θάνατο του Τσάβες αλλά και στην Βραζιλία της εξέγερσης του Ιουλίου 2013 ή και την Αργεντινή με την εκλογική φθορά του αριστερού περονισμού της Κίρχνερ και τον εκλογικό θρίαμβο του Μετώπου της Αριστεράς των τροτσκιστικών κομμάτων τον Οκτώβριο του 2013.

 Η μεταφορά ενός ξαναζεσταμένου “τσαβισμού” ή “κιρχνερισμού” στην Ελλάδα, με τον ΣΥΡΙΖΑ, μόνο με φάρσα μπορεί να μοιάζει και μάλιστα κακόγουστη, υποταγμένη σε επικοινωνιακούς λόγους για να ντυθεί πριν την ώρα της με λατινοαμερικανικά ριζοσπαστικά χρώματα μια αυριανή κυβέρνηση Τσίπρα .

 Ως ΕΕΚ, δεν μένουμε αδιάφοροι απέναντι στους εργάτες, τις φτωχές λαϊκές μάζες, τους αγωνιστές του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ που ελπίζουν σε μιαν αριστερή κυβέρνηση-διέξοδο από την μνημονιακή κόλαση. Ούτε μπορεί να τους αντιπαρατάξουμε μιαν Αριστερά που φιλοδοξεί μόνο να είναι μια “μαχητική εργατική -λαϊκή αντιπολίτευση”. Ο λαός που υποφέρει, απελπίζεται συχνά αλλά και μάχεται, έχει κάνει φανερό ότι ζητά, απαιτεί μια “δική του” κυβέρνηση, μια πρόταση εξουσίας που θα κάνει δυνατή τη διέξοδο από το εφιαλτικό αδιέξοδο. Το ΕΕΚ και η επαναστατική αριστερά πρέπει τολμηρά να προβάλλουν την δική τους ταξική λύση στο πρόβλημα της κυβέρνησης και της εξουσίας.

 Πρέπει να αναπτύξουμε έναν συντροφικό διάλογο για ένα σχέδιο διεξόδου από την κρίση και την αναγκαία προοπτική εργατικής εξουσίας, μέσα σ’ όλη την Αριστερά: ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, “μ-λ” χώρο κλπ., μαζί και στον αντιεξουσιαστικό χώρο, σ’ όλο το μαχόμενο κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, μέσα σε συνθήκες και όρους ενός Ενιαίου Μετώπου ταξικής κοινωνικής-πολιτικής πάλης όλων των οργανώσεων και κινημάτων της εργατικής τάξη, των μεταναστών, των ανέργων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, της διανόησης, όλων των καταπιεσμένων και κοινωνικά αποκλεισμένων. Πρέπει να κάνουμε ζύμωση και να πείσουμε, όχι να ξορκίσουμε την άλλη άποψη, ότι μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να είναι μόνον μια εργατική κυβέρνηση, χωρίς την συμμετοχή αστικών κομμάτων που θα στηρίζεται όχι στον κρατικό μηχανισμό του κεφαλαίου αλλά σε όργανα εργατικής εξουσίας, λαϊκής αυτοοργάνωσης, λαϊκής αλληλεγγύης κι εργατικής -λαϊκής αυτοάμυνας απέναντι στους εχθρούς του λαού και τους φασίστες.

 Μόνο μια τέτοια εργατική κυβέρνηση και εργατική εξουσία θα έχει την πολιτική βούληση, το ταξικό συμφέρον και την οργανωμένη δύναμη να πάρει τα εντελώς αναγκαία και επείγοντα μέτρα για να σωθούμε από την πείνα και την ανεργία: να καταργήσει το χρέος στους διεθνείς τοκογλύφους, τα μνημόνια κι όλη την αντιδραστική νομοθεσία που τα συνοδεύει· να επιβάλει έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων· να εθνικοποιήσει κάτω από εργατικό-λαϊκό έλεγχο το τραπεζικό σύστημα και τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας ώστε να την ανασυγκροτήσει σε νέες κοινωνικές, σοσιαλιστικές βάσεις.

  

 

Οι επερχόμενες εκλογές

 

Οι εκλογές -Ευρωεκλογές, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ή και πρόωρες κοινοβουλευτικές- θα αποτελέσουν κρίσιμο κόμβο στην ταξική αναμέτρηση με τελικό στόχο όχι απλώς ποιο πολιτικό κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων θα κυβερνάει την χώρα αλλά ποια τάξη θα κατέχει την εξουσία. Το ΕΕΚ θα παρέμβει σ’ αυτές τις μάχες με την ανάλογη στην κάθε περίπτωση τακτική όχι γιατί έχουμε αυταπάτες στον χρεοκοπημένο αστικό κοινοβουλευτισμό αλλά για να διευρύνουμε την επιρροή της επαναστατικής πολιτικής και την οργάνωση των επαναστατικών δυνάμεων στην παρούσα συγκυρία. Για τις Ευρωεκλογές έχουμε ήδη παρουσιάσει την θέση μας πιο πάνω. Στις εκλογές αυτοδιοικητικές εκλογές θα καθορίσουμε κατά περίπτωση την στάση μας, στη βάση μιας πολιτικής που με επιτυχία και πάνω σε αρχές ακολουθήσαμε και σε πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην ΤΑ. Σε περίπτωση, τέλος, πρόωρων κοινοβουλευτικών εκλογών θα κληθεί Έκτακτη Συνδιάσκεψη του ΕΕΚ για να καθορίσει την πολιτική του.

 

Για την διέξοδο από την κρίση με εργατική εξουσία, με μια σοσιαλιστική Ελλάδα των Συμβουλίων σε μια σοσιαλιστική Ευρώπη των Συμβουλίων

 

 Το 13ο Συνέδριο του ΕΕΚ θεωρεί ότι απαραίτητες προϋποθέσεις για την νίκη της εργατικής εξουσίας είναι :

 

α. Η ολοένα πιο ενεργός κινητοποίησή της εργατικής τάξης πάνω στα άμεσα και τα μεταβατικά της αιτήματα με στόχο την Γενική Πολιτική Απεργία.

 β. Η πολιτική της ανεξαρτησία από την αστική τάξη, τα κόμματά της ή και την σκιά της ακόμα.

 γ. Η πολιτική ηγεμονία της πάνω στα άλλα λαϊκά στρώματα κι όλους τους καταπιεσμένους. Δεν μπορεί να χειραφετηθεί η ίδια εάν δεν χειραφετήσει όλους τους άλλους καταπιεσμένους.

 δ. Η ανάδειξή της σε επαναστατική υποκειμενικότητα μέσα από την δική της εμπειρία στην πολιτική και κοινωνική ταξική πάλη αποτελεί ιστορική διαδικασία που απαιτεί την συσπείρωση/οργάνωση της πρωτοπορίας της σε επαναστατικό κόμμα και επαναστατική Διεθνή, κάτω από την σημαία της διαρκούς επανάστασης και της Τέταρτης Διεθνούς.

 

 

 Φεβρουάριος 2014