Χρήσιμα Links

   
     
     
     
     
     

Προσφυγικό - Μεταναστευτικό

Μιλώντας για τις ΜΚΟ
Οι κακές εργασιακές συνθήκες, οι απολύσεις εγκύων, οι καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων είναι μερικά από τα ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι οποίες απασχολούν την επικαιρότητα ολοένα και συχνότερα, όχι με το δηλωθέν ανθρωπιστικό τους έργο, αλλά με τις συνήθεις κακές εργοδοτικές πρακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της καθιερωμένης, πλέον πρακτικής υπήρξε η απόλυση μιας νέας μητέρας, εργαζόμενης σε μεγάλη ανθρωπιστική οργάνωση. Η εκδίκαση της αγωγής της απολυμένης, νέας μητέρας εναντίον της ΜΚΟ κατέληξε στο να αναγνωρίζεται από τη δικαστική έδρα το εξαρτημένο της εργασίας της, να κρίνει ως άκυρη την απόλυση και να υποχρεώνει την οργάνωση να τηρεί εφεξής τις εργοδοτικές της υποχρεώσεις απέναντι στους εργαζόμενους της.
Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η μοναδική. Είναι γνωστή η τακτική των ΜΚΟ, ως προς το εργασιακό καθεστώς. Ο εργαζόμενος αποκτά τον τίτλο «συνεργάτης» και αυτό εξασφαλίζεται πρωτίστως, με τη σύναψη σύμβασης έργου με την οποία θεωρητικά ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να ακολουθεί συγκεκριμένο ωράριο. Στις ΜΚΟ όμως, αντί για το (αυτονόητο για τον ελεύθερο επαγγελματία) ελεύθερο ωράριο, χωρίς άλλη συμβατική υποχρέωση προς τον εργοδότη πέραν αυτής του παραδοτέου έργου, υπάρχει πλήρες ωράριο, εικοσιτετράωρες βάρδιες, αναφορές προς τους «συντονιστές» (νέος όρος για τον προϊστάμενο), εργασία σε Σαββατοκύριακα και αργίες. Κι αυτό συνδέεται άμεσα με το αντικείμενο εργασίας. Σε κάθε δομή (ξενώνας ασυνόδευτων ανηλίκων, προστατευμένα διαμερίσματα διαβίωσης προσφυγικών οικογενειών, κλπ) αναρτάται εβδομαδιαίο πρόγραμμα βαρδιών, ώστε ανά πάσα στιγμή να υπάρχει εκεί προσωπικό. Πως γίνεται άλλωστε, αν δεν υπάρχει ωράριο και, επομένως να μην παραβρίσκεται απαραίτητα εργαζόμενος σε έναν ξενώνα, να πραγματοποιηθούν π.χ. συνοδείες ανηλίκων ή ενηλίκων σε υπηρεσίες για διεκπεραίωση των όποιων ζητημάτων τους; Πως γίνεται να λειτουργήσει ένα Ιατρείο, ένα Κέντρο Ημέρας και άλλες υπηρεσίες οι οποίες λειτουργούν με συγκεκριμένο ωράριο, γνωστό στο κοινό και στους πληθυσμούς που εξυπηρετούν, καθώς και σε κάθε επαγγελματία του χώρου;
Αυτή η κατάσταση δεν είναι ανεξάρτητη από τους όρους της διεθνούς αγοράς, βάση των οποίων υπάρχει η επιδίωξη να προσαρμοστεί διεθνώς το εργατικό δυναμικό στις ευέλικτες μορφές εργασίας, ιδιαίτερα στον τριτογενή τομέα της οικονομίας στον οποίον συμπεριλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών. Διαφαίνεται και στους κόλπους των ΜΚΟ ο σκοπός της μαζικής παραγωγής υποκειμένων-εργαζομένων με διαρκώς αναβαθμισμένες γνώσεις, για να επιτευχθεί η προσαρμογή τους στις ολοένα μεταβαλλόμενες συνθήκες, με τη συνεχή μετακίνηση μεταξύ επαγγελματικών χώρων και γεωγραφικών προσδιορισμών. Η ζητούμενη αυτή ευελιξία επιθυμεί να μεταθέσει την ευθύνη της εργασιακής μονιμότητας στα ίδια τα άτομα-εργαζόμενους και να απαλλάξει με αυτόν τον τρόπο την εκάστοτε εργοδοσία από την ευθύνη για κοινωνικού τύπου αποζημιώσεις, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να λειτουργούν ελεύθερα, έως και ασύδοτα σε ορισμένες περιπτώσεις.
Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, με τον «ανθρωπιστικό» χαρακτήρα τους, την «αλληλεγγύη» και τη «φιλανθρωπική» διάθεση απέναντι σε εκείνους που πλήττονται από εξαθλίωση, πείνα, ακραία φτώχεια, αστεγία, κακοποίηση, κ.λπ. προσφέρουν σε αυτούς προσωρινές «λύσεις» στα προβλήματά τους, βασιζόμενες στη ροή των χρηματοδοτήσεων. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1970 το ποσοστό των δημοσίων πόρων που δινόταν στις ΜΚΟ κυμαίνονταν στο 1,5%, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το ποσοστό έφτασε να αγγίζει το 40% με προφανείς συνέπειες για την ανεξαρτησία των τελευταίων. Τα ίδια τα κράτη, παραδίδουν την ανθρωπιστική σκυτάλη στις ΜΚΟ, αξιολογώντας αρχικά την κατάσταση και τις ανάγκες των πληθυσμών που πλήττονται με δικούς τους, ειδικούς απεσταλμένους - παρατηρητές στο πεδίο και στη συνέχεια ζητούν από τις οργανώσεις να κάνουν τις προτάσεις τους για την υλοποίηση προγραμμάτων ανακούφισης των πληθυσμών αυτών.
Φυσικά, αυτές οι χρηματοδοτήσεις προέρχονται, κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση και «ευαγή» ιδρύματα, όπως το ίδρυμα Σόρος. Η πηγή των χρημάτων δεν απασχόλησε ποτέ τις οργανώσεις (ματωμένα χρήματα, εξασφαλισμένα από εγκλήματα σε βάρος ανθρώπων), ούτε οι λόγοι που ώθησαν τους ιδρυτές αυτών των ιδρυμάτων να χρηματοδοτούν κοινωφελείς και ανθρωπιστικούς σκοπούς, με στόχο την εξασφάλιση της προσωπικής τους υστεροφημίας. Ξέπλυμα χρημάτων και εκμετάλλευση ανθρώπων στο βωμό του ξεπλύματος ατομικών αμαρτιών. Η εξασφάλιση της χρηματοδότησης είναι αυτοσκοπός. Τα προγράμματα προσαρμόζονται στις νόρμες των χρηματοδοτών (από την εποχή των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης ακόμα), δεν σχεδιάζονται ούτε υλοποιούνται στηριζόμενα στις ανάγκες των πληθυσμών. Η κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες των αγορών, επομένως και η παροχή υπηρεσιών προσαρμόζεται στην επιταγή τους, ενώ παράλληλα απομακρύνει την παροχή των υπηρεσιών από το δημόσιο χαρακτήρα της και της προσδίδει τη μορφή ιδιωτικοποίησης με τη σταδιακή μεταβίβαση της λεγόμενης κοινωνικής πρόνοιας από τις δημόσιες υπηρεσίες στις ΜΚΟ.
Κι ενώ τυπικά, δεν πρέπει να έχουν καμία εμπλοκή με τις κυβερνήσεις και τις εξουσίες, επί της ουσίας αποδεικνύεται ότι οι επιταγές του κεφαλαίου και της διαπλοκής καθορίζουν το σχεδιασμό και τη δράση τους. Είναι πλέον ολοφάνερο ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας πολιτικής κατάστασης, ασκούν δημόσιες εξουσίες. Οι ΜΚΟ από αποκλειστικά ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν πολιτικοποιήσει την ατζέντα τους, ακολουθώντας τις επιταγές των διεθνοπολιτικών συγκυριών. Η κρίση και η παρακμή του καπιταλιστικού συστήματος επιφέρει πρωτίστως ανθρωπιστικές συνέπειες.
Η μαζική εισροή των προσφύγων στις αρχές του 2016 στη χώρα ανέδειξε ακριβώς αυτή τη σχέση εξάρτησης μεταξύ κυβερνήσεων και ΜΚΟ. Η ελληνική, αστική, «αριστερή» κυβέρνηση δεν θέλησε να διαχειριστεί το ζήτημα και να αναγκαστεί να έρθει σε ρήξη με τους δανειστές της και το κεφάλαιο και μετέθεσε τις ευθύνες για τη διαχείριση του προσφυγικού στις ΜΚΟ. Εκείνες, εκμεταλλευόμενες την ανάγκη της εξουσίας να απεγκλωβιστεί από τη μέγγενη του προσφυγικού, πρόταξαν την εμπειρία που είχαν με ειδικούς πληθυσμούς, έλαβαν ως οικονομική και διαχειριστική ανακούφιση για τις ίδιες και τη λειτουργία τους τη χρηματοδότηση που τους δόθηκε και υπό την εποπτεία της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων διεθνών οργανισμών, βγήκαν μπροστά αναλαμβάνοντας την υποδοχή, εγκατάσταση και διαχείριση των προσφύγων. Την οργάνωση των καταυλισμών και των στρατοπέδων, μέσα στα οποία στοιβάξανε, με τις ευλογίες κυβέρνησης και ΕΕ, ανθρώπινες ψυχές. Όμως, η αποστολή φαρμάκων, τροφίμων ή σκηνών αποτελούν «ανακουφιστικά» μέτρα για τις πληγείσες ομάδες σε κάθε μέρος της γης, αλλά δεν επιλύουν ριζικά κανένα πρόβλημα. Η συνέχεια είναι λίγο - πολύ γνωστή τοις πάσι.
Η έκτακτη ανάγκη του προσφυγικού ζητήματος έπρεπε να καλυφθεί άμεσα από τις ΜΚΟ και από έκτακτο προσωπικό. Η λέξη έκτακτο αναδεικνύει, εκτός όλων των άλλων και τον τρόπο αντιμετώπισης της εργοδοσίας προς τους εργαζόμενους: δηλαδή, ξεκάθαρη παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας με την επικράτηση ευέλικτων και άρα αναλώσιμων εργαζομένων, τους οποίους μπορούν να απασχολούν χωρίς άδειες και επιδόματα και έπειτα να απολύουν, χωρίς αποζημίωση απόλυσης ή άλλες εργοδοτικές υποχρεώσεις, επιδιώκοντας μάλιστα, να εξαιρεθούν και από την απαγόρευση ομαδικών απολύσεων, στο όνομα του σημαντικού ανθρωπιστικού τους έργου.
Οι εργαζόμενοι στις ΜΚΟ δεν διαφέρουμε από κάθε άλλο εργαζόμενο. Γι' αυτό και διεκδικούμε τα εργασιακά μας δικαιώματα και εναντιωνόμαστε σε κάθε προσπάθεια καταστρατήγησής τους από ανθρωπιστικές και μη Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Δεν συνθηκολογούμε με κανέναν εργοδότη, δεν συναινούμε στην διεύρυνση τρόπων εκμετάλλευσης του κάθε εργαζόμενου. Μπορεί η δική μας εργοδοσία να αποκαλείται διοίκηση και να αποτελείται στις πλείστες των περιπτώσεων από εθελοντές, αλλά εμείς δεν είμαστε εθελοντές, είμαστε εργαζόμενοι και εκείνοι είναι οι εργοδότες μας. Εάν θέλουν να αλλάξουν τον χάρτη των εργασιακών κεκτημένων θα μας βρίσκουν διαρκώς απέναντί τους.
Σ. Ι.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ Μέρος Δεύτερο
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΥ ΜΑΧΜΟΥΤ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΛΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

(Eξιστορήσεις από την καθημερινότητα των εγκλωβισμένων προσφύγων από το προσωπικό ημερολόγιο μιας αλληλέγγυας).

Ο Μαχμούτ, 39 ετών, γεννήθηκε στο Χαλέπι της Συρίας, και είναι Παλαιστίνιος πρόσφυγας τρίτης γενιάς. Πέρασε στην Ελλάδα, στη Χίο, στις 20 Μαρτίου 2016 και εγκλωβίστηκε μαζί με άλλους στην αρχή στην ΒΙΑΛ και μετά από λίγο καιρό στη Σούδα.

Ο παππούς του γεννήθηκε στην Μπερσεβά της Παλαιστίνης (σήμερα τμήμα του Ισραήλ) και αναγκάστηκε να φύγει μετά το 1948 για την Τζενίν της Παλαιστίνης που τότε ήταν τμήμα της Ιορδανίας. Μετά τον πόλεμο των 6 ημερών, το 1967, έφυγε μαζί με τον πατέρα του Μαχμούτ για τη Συρία. Η Τζενίν στις μέρες μας είναι τμήμα της Δυτικής Όχθης.
Η οικογένειά του λοιπόν είχε ήδη πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς δύο φορές πριν τον τωρινό πόλεμο.

Σημειώνουμε ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ήταν "stateless", δηλαδή «ανιθαγενής» καθώς το Συριακό κράτος, όπως και όλα τα «αδερφά» αραβικά κράτη, δεν απέδιδε υπηκοότητα Σύρου πολίτη, ή έστω διπλή υπηκοότητα στον μεγάλο Παλαιστινιακό προσφυγικό πληθυσμό. Επισήμως ο λόγος που αυτό γίνονταν ήταν για λόγους «μη αναγνώρισης των τετελεσμένων της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ». Στην πράξη αυτό οδηγούσε σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας με πολλά προβλήματα στην καθημερινότητά τους, και μια νέα γκετοποίηση που οδηγούσε και σε ρατσιστική αντιμετώπιση.

Ο Μαχμούτ μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με κοσμικές πολιτικές παραδόσεις καθώς ο πατέρας ήταν αριστερός αγωνιστής και δραστηριοποιούνταν μέσα στις τάξεις των αριστερών οργανώσεων της PLO στη Συρία. Στη μεγάλη εξέγερση των φανατικών Ισλαμιστών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας μάλιστα μεταξύ 1979-1982 ο πατέρας του δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του, από αγνώστους, κατά πάσα πιθανότητα από σαλαφιστές.
Ο Μαχμούτ μεγάλωσε με αυτές τις μνήμες, αλλά ταυτόχρονα ήθελε και να χαράξει έναν δικό του δρόμο και να ζήσει την ζωή του όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία και ταυτόχρονα στον ελεύθερο χρόνο του έκανε μαθήματα latin χορού, μένοντας έξω από την οργανωμένη πολιτική ζωή των Παλαιστινιακών κοινοτήτων.
Κατάφερε να βρει μια δουλειά στο πανεπιστήμιο του Χαλεπίου στην έδρα Αγγλικής φιλολογίας, αλλά καθώς είναι Παλαιστίνιος δεν μπορούσε να διδάξει και έτσι εργάζονταν ως διοικητικό/βοηθητικό προσωπικό.
Παντρεύτηκε μάλιστα και έκανε και δύο κόρες με την σύζυγο του, αλλά σύντομα βρέθηκε σε διάσταση μαζί της, καθώς εκείνη κατάγεται από μια συντηρητική και βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και αρκετά παρεμβατική καθώς δεν ενέκρινε το life style του.

Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος και ειδικά όταν αυτός μεταφέρθηκε μέσα στις συνοικίες του Χαλεπίου, το μεν σπίτι του, του αδερφού του και της μητέρας του, βρέθηκε στην ελεγχόμενη από τους τζιχαντιστές της Αλ Νούσρα περιοχή, το δε πανεπιστήμιο, η εργασία του, βρέθηκε στα χέρια των δυνάμεων του Άσσαντ. Για ένα μεγάλο διάστημα που ο πόλεμος ήταν ακόμη «χαμηλής έντασης», μπορούσε να διασχίζει με το ποδήλατό του, τα οδοφράγματα για να πάει από την μία περιοχή στην άλλη. Στους μεν, έπρεπε να πει ότι «διαφωνεί με τον χασάπη Άσσαντ και τους αποστάτες αλεβίτες» και στους δε, έπρεπε να πει ότι «οι ισλαμιστές σαλαφιστές είναι καθάρματα και μας κρατάνε ομήρους».
Αλλά ακόμη διατηρούσε μια ισορροπία που του επέτρεπε να επιβιώνει. Αυτά άλλαξαν όμως σιγά-σιγά.

Πρώτα, οι τζιχαντιστές ήρθαν στο σπίτι της χήρας μητέρας του και της ζήτησαν να τους παραδώσει την μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα, με βιβλία του Μαρξ, του Λένιν, του Τσε, του Αραφάτ κ.λπ. για να τα κάψουν δημόσια σε πλατεία της γειτονιάς μαζί με άλλα βιβλία «αθεϊστικής προπαγάνδας του Σατανά».
Εκείνη ζήτησε περιθώριο για να παραδώσουν τα βιβλία οι γιοί της, ο Μαχμούτ και ο αδερφός του. Αυτοί, πήγαν και έσκαψαν έναν βαθύ λάκκο σε τοποθεσία που μόνο εκείνοι ξέρουν και έθαψαν σε ένα μπαούλο, όλα τα πολύτιμα βιβλία μαζί με άλλα κειμήλια του πατέρα τους. Κατόπιν, παρέδωσαν στους τζιχαντιστές μόνο κάτι βιβλία μαγειρικής και χορού ξεγελώντας τους. Παράλληλα φυγάδευσαν την μητέρα μακριά από την γειτονιά σε άλλη πόλη, ασφαλή. Η μητέρα είναι πλέον ασφαλής, και το ίδιο και τα βιβλία που κάποια στιγμή θα ξεθαφτούν και θα ξαναγυρίσουν σε κάποιο ράφι βιβλιοθήκης.

Κατόπιν, μια μέρα που ο Μαχμούτ γύριζε από την δουλειά, υποχρεώθηκε από τους τζιχαντιστές, να παρακολουθήσει μαζί με όλη την γειτονιά έναν δημόσιο αποκεφαλισμό κάποιου «άθεου» που ήταν παλιός συμμαθητής του. Το πλήθος ήταν υποχρεωμένο να κρατιέται χέρι χέρι και οι ηγέτες της ομάδας των τζιχαντιστών τους παρακινούσαν να φωνάζουν διάφορα συνθήματα από την «Τάκβα», ένα είδος θρησκευτικής ομολογίας των φανατικών ισλαμιστών, ενώ παράλληλα τους βιντεοσκοπούσαν.
Αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αφού βεβαιώθηκε ότι οι κόρες του ήταν ασφαλείς μαζί με την εν διαστάσει σύζυγο, πήρε την απόφαση να φύγει και αυτός πρόσφυγας, ακολουθώντας την μοίρα του πατέρα του και του παππού του.

Είχε την τύχη μέσα στην ατυχία του, ως "stateless" να ανήκει στις λεγόμενες «ιδιαίτερα ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες». Με άριστη γνώση της Αγγλικής και αρκετά κοινωνικός ως χαρακτήρας, θα βοηθηθεί τόσο από εθελοντές, όσο και από εργαζόμενους σε ΜΚΟ αλλά ακόμη και ανθρώπους μέσα από την Ελληνική υπηρεσία ασύλου, έτσι ώστε να καταφέρει να πάρει σύντομα ΑΦΜ, άδεια εργασίας και άσυλο και να βρει δουλειά σε κάποια πολυεθνική ΜΚΟ ως «πολιτιστικός διαμεσολαβητής».
Με αυτή την ιδιότητα τελικά βρέθηκε στην Ισπανία, όπου συνεχίζει να ζει κα να εργάζεται εκεί. Εκεί μάλιστα τελειοποιεί και τις γνώσεις του στους latin χορούς.

Ο ίδιος έλεγε ότι οι δύο μεγάλοι στόχοι της ζωής του είναι, πρώτον να φέρει στην Ευρώπη τις δύο κόρες του όταν μεγαλώσουν και δεύτερον, όταν τελειώσει ο πόλεμος να πάει πίσω και να ξεθάψει τα βιβλία του πατέρα του, του Μαρξ και να τα διαβάσει ως ελάχιστο τρόπο να τιμήσει την μνήμη του.

Χ & Γ

Με τους πρόσφυγες παλεύουμε μαζί ενάντια σε κυβέρνηση-ΕΕ-Κεφάλαιο

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας έχει μετατρέψει τη χώρα σε μια τεράστια αποθήκη ανθρώπων, για να διατηρηθεί αλώβητη η Ευρώπη-Φρούριο, με κλειστά σύνορα και φράχτες, με χιλιάδες ανθρώπους αποκλεισμένους και φυλακισμένους χωρίς κανένα δικαίωμα. Στη πόλη μας εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ τους και παιδιά, είναι αναγκασμένοι να ζουν στους εγκαταλελειμμένους χώρους των παλιών εργοστασίων στο νέο λιμάνι, δίχως πρόσβαση στα βασικά(σίτιση,στέγη, περίθαλψη) και χωρίς να υπάρχουν οι παραμικρές υποδομές υγιεινής. Μόνη κρατική μέριμνααποτελεί ηβίαιηκαταστολή των σωμάτων ασφαλείας απέναντι σε όσους προσπαθούν καθημερινά να διαφύγουν μέσω του λιμανιού.

Τα αίτια αυτής της κατάστασης δεν εντοπίζονται στο πρόσωπο των προσφύγων αλλά πρώτα και κύρια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ που γεννούν πολέμους φτώχεια προσφυγιά. Ταυτόχρονα η απάνθρωπη πολιτική κυβέρνησης-ΕΕ έχει εγκλωβίσει τους πρόσφυγες στα κέντρα κράτησης ύπο άθλιες συνθήκες,χωρίς να τους παρέχεται άσυλο και το δικαίωμα μετεγκαταστασης στις χώρες που επιθυμούν. Οι πρόσφυγες δεν είναι πρόβλημα, είναι άνθρωποι με κοινά προβλήματα με τους ντόπιους, την ανεργία, τη φτώχεια και την πείνα.

Οι εργαζόμενοι,τα λαικά στρώματα και η νεολαία ήταν,είναι και θα είναι αλληλέγγυα στους πρόσφυγες παλεύοντας για τον τερματισμό των πολέμων και της νεοφιλελεύθερης επίθεσης που δεχόμαστε καθημερινά στις ζωές μας.Η ιστορία με τους « αγανακτισμένους» πολίτες που διαμαρτύρονται για το πρόβλημα που δημιουργούν οι πρόσφυγες στην πόλη δεν είναι καινούρια. Αυτές οι πρακτικέςανά τα χρόνια έχουν νομιμοποιήσει επιχειρήσεις σκούπα, μέχρι και ρατσιστικά πογκρόμ έχουν συγκαλυφθεί κάτω από αυτή την αφήγηση. Δεν ξεχνάμε ότι τέτοιες λογικές οδήγησαν στο πογκρόμ του 2012 που έγινε καπηλεύοντας τη μνήμη του συμπολίτη μας. Δεν θα αφήσουμε κανέναν να χύσει το δηλητήριο του ρατσισμού και του φασισμού κρύβοντας κάτω από το χαλί τις ευθύνες που φέρουν κυβέρνηση-ΕΕ.Η ρητορική του φόβου, της «ασφάλειας», της εγκληματικότητας και των δήθεν οικονομικών επιπτώσεων που καλλιεργεί το ρατσισμό και το μίσοςγια τους πρόσφυγες και μετανάστες θα μας βρει απέναντί της. Καλούμε τους εργαζομένους, το λαό της πόλης να γυρίσει τη πλάτη σε επικίνδυνεςλογικές που ζητούν «λύση» των ζητημάτων που έχουν προκύψει σε Λαδόπουλο-ΑΒΕΞ σε βάρος των προσφύγων.Να παλέψουμε μαζί για τα κοινά μας προβλήματα, ενάντια στο ρατσισμό και σε όσους προσπαθούν να διοχετεύσουν την οργή του λαού όχι στους «από πάνω», αλλά στους κοινωνικά πιο αδύναμους.

Απαιτούμε:

-Αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για τους πρόσφυγες, μέσα στον ιστό των πόλεων.Καμία σκέψη για επιχειρήσεις-σκούπα.

-Άμεση νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και των προσφύγων.Να τους δοθεί άσυλο και να μετεγκατασταθούν άμεσα στις χώρες που επιθυμούν. Ανοιχτά σύνορα για όλους και όλες

-Να καταργηθεί η επαίσχυντη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας.

-Να σταματήσουν οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που έχουν μετατρέψει τις χώρες προέλευσης των προσφύγων σε κόλαση πολέμου, πείνας και θανάτου.

-Έξοδος της Ελλάδας από ΝΑΤΟ-ΕΕ, κλείσιμο όλων των βάσεων, καμία συμμετοχή του ελληνικού στρατού σε αποστολές στο εξωτερικό, καμία διάθεση ελληνικού εδάφους, αέρος και εξοπλισμού για επεμβάσεις.

-Διεθνιστική αλληλεγγύη-Ειρήνη στου λαούς. Κοινή δράση εργαζομένων και νεολαίας για το γκρέμισμα της Ευρώπης-Φρούριο-φυλακής για τους λαούς

 

ΟΛΟΙ-ΕΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 29/03 ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ (ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ & ΑΚΤΗΣ ΔΥΜΑΙΩΝ) ΣΤΙΣ 14:30.

 

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ ΟΝΡΑ, Α.Ρ.Κ, ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α Πάτρας, ΔΕΑ, ΕΕΚ, Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό, ΛΑΕ, ΟΕΝ

 

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ  Mέρος Πρώτο

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΡΔΙΣΑΣ ΖΑΧΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΦΡΙΝ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

[Iστορίες από την καθημερινότητα των εγκλωβισμένων προσφύγων - από το προσωπικό ημερολόγιο μιας αλληλέγγυας]

Η 35χρονη Κούρδισα Ζάχρα με την 11χρονη κόρη της, την Φατιμέ, κατάγονται από ένα χωριό της επαρχίας του Εφρίν κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Η πρώτη φάση του πολέμου στη Συρία δεν άγγιξε την περιοχή τους καθώς το καθεστώς του Άσαντ, όταν  ζορίστηκε αρκετά παρέδωσε αναίμακτα σχεδόν την περιοχή και τον έλεγχο των συνόρων στις λαϊκές πολιτοφυλακές των Κούρδων του YPG-SDF.

Ωστόσο, για την πολυμελή οικογένεια της Ζάχρα, δεν υπήρχε ζωή στον μικρό,  περικυκλωμένο και  αποκλεισμένο από την Τουρκία και τους τζιχαντιστές θύλακα. Πέρασαν λοιπόν ήδη από τις αρχές του 2015 τα σύνορα και βρέθηκαν στην Τουρκία η Ζάχρα, ο σύζυγος της και τα τρία συνολικά κορίτσια τους. Μαζί τους έφυγαν:

- Οι αδερφές της Ζάχρα με τις οικογένειες τους, τους συζύγους και τα παιδιά.

- Η ηλικιωμένη και άρρωστη μητέρα της.

- Ο ηλικιωμένος και πάσχων από ζάχαρο και στα πρώτα στάδια της άνοιας, πεθερός της Γιουσέφ.

- Η κουνιάδα της -αδερφή του άντρα της- με την δική της οικογένεια.

Εκεί ξεκίνησαν τα προβλήματα μέσα στις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Τουρκίας. Αποφασίστηκε να φύγουν όλοι μαζί για την Δυτική Ευρώπη. Νέα προβλήματα προέκυψαν σε αυτό το σχέδιο καθώς τα οικονομικά δεν έφτασαν για να φύγουν ταυτόχρονα.

Πρώτα λοιπόν έφυγαν οι οικογένειες των δύο αδερφών της Ζάχρα, με τους συζύγους τα παιδιά και την μητέρα της. Βρέθηκαν το φθινόπωρο του 2015 στην Αθήνα με τα οικονομικά τους να μην τους επιτρέπουν να συνεχίσουν παραπέρα. Εκεί, στάθηκαν για πρώτη και μοναδική μέχρι στιγμής φορά τυχεροί ως οικογένεια καθώς επιλέχθηκαν μαζί με άλλους 200 πρόσφυγες από την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και τους δόθηκε άσυλο στο μεγάλο δουκάτο. Ήταν η εποχή που ο Γιούνκερ έκανε μια επικοινωνιακή κίνηση αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και μάλιστα παραβρέθηκε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» μαζί με τον Τσίπρα όταν δύο ναυλωμένα αεροπλάνα της Luxair πήραν τους πρόσφυγες και μέσα σε αυτούς τις αδερφές και την μητέρα της Ζάχρα στην πτήση προς την ελπίδα, παρουσία των τηλεοπτικών καναλιών.

Δύο μήνες μετά, τον χειμώνα του 2015 προς 2016 και ενώ ήδη στην ΕΕ συζητούσαν και μεθόδευαν το κλείσιμο των συνόρων πριν ακόμη αυτό συμβεί οριστικά, κατάφερε και πέρασε στην Ελλάδα η κουνιάδα της Ζάχρα με την δική της οικογένεια. Βρέθηκε προσωρινά εγκλωβισμένη στον Πειραιά στην «Πέτρινη αποθήκη» και λίγες μέρες μετά στον Ελαιώνα.

Τα περιθώρια στένευαν για την Ζάχρα και την υπόλοιπη οικογένεια που περίμενε στην Τουρκία την σειρά της αμέσως μόλις κατάφερναν να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα ακόμη. Η Ειδομένη, από τον Φεβρουάριο του 2016, είχε ήδη κλείσει από την αστυνομία της Δημ. της Μακεδονίας και έτσι και όσοι είχαν περάσει ήδη στην Ελλάδα δεν ήξεραν αν έπρεπε να πάνε προς τα εκεί ή αν έπρεπε να περιμένουν, και τι ακριβώς να περιμένουν.

Τελικά όταν ανακοινώθηκε στις 15 Μαρτίου 2016 η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας με καταληκτική ημερομηνία την 20η Μαρτίου, η Ζάχρα και η εγκλωβισμένη οικογένεια της στην Τουρκία πήραν την απόφαση να μαζέψουν ότι είχαν και δεν είχαν και να στείλουν στην Χίο όσα περισσότερα μέλη της οικογένειας μπορούσαν να πληρώσουν  για αυτά. Την  νύχτα της 19ης προς 20η Μαρτίου με μια βάρκα βρέθηκε στο Κοντάρι της Χίου, λοιπόν, η Ζάχρα, η κόρη της η Φατιμέ και ο άρρωστος ηλικιωμένος πεθερός της, ο Γιουσέφ. Ο σύζυγος και οι άλλες δύο κόρες της έμειναν πίσω στην Τουρκία.

 Όσοι πέρασαν εκείνο το βράδυ και μέχρι τις 6 τα ξημερώματα της 20ης Μαρτίου τυπικά έπρεπε να καταγραφούν και να απολαύσουν τα «προνόμια» της ταχύτατης διεκπεραίωσης της προ της συμφωνίας κατάστασης . Ωστόσο, στην Χίο βρέθηκαν ενώπιον μιας δυσάρεστης εκπλήξεως. Επί δύο ημέρες τα τερματικά συστήματα καταγραφής της Ελληνικής Αστυνομίας και της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου  ήταν εκτός λειτουργίας, ως δια μαγείας!! Η καταγραφή συνεπώς άρχισε να γίνεται μετά από δύο μέρες για όλους, τόσο όσους ήρθαν πριν τα χαράματα της 20ης Μαρτίου όσο και όσους ήρθαν μετά. Όλοι μαζί εγκλωβίστηκαν στα κολαστήρια της ΒΙΑΛ αρχικά και μετά με την εξέγερση τους στην Σούδα.

Θυμίζουμε λίγο ξανά το στάτους της οικογένειας στις 20 Μαρτίου 2016:

-Η Ζάχρα, η κόρη της η Φατιμέ και ο άρρωστος πεθερός της Γιουσέφ στα καμπ της Χίου.

-Ο σύζυγος της με τις άλλες δύο κόρες πίσω στην Τουρκία.

-Η κουνιάδα της εγκλωβισμένη στην Αθήνα στο καμπ του Ελαιώνα

-Η ηλικιωμένη μητέρα της και οι αδερφές της στο Λουξεμβούργο.

Από εδώ ξεκινάει ένα δεύτερο παράλληλο δράμα που διαλύει την οικογένεια με ευθύνη της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Και αυτό διότι η  συμφωνία αυτή εκτός όλων των άλλων αθλιοτήτων της  διαμορφώνει ένα νέο καταναγκαστικό οικογενειακό και αστικό δίκαιο με ανυπολόγιστες συνέπειες στις σχέσεις των ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα αναγνωρίζει επανένωση χωρισμένων οικογενειών μόνο για τις περιπτώσεις  συγγένειας πρώτου βαθμού, που αφορούν ζευγάρια   και  επανένωση παιδιών με γονείς, μόνο αν τα παιδιά είναι ανήλικα.

Συνεπώς, η Ζάχρα και η κόρη της δεν πήρε το δικαίωμα να ταξιδεύσει προς το Λουξεμβούργο και να βρει την ετοιμοθάνατη πλέον μητέρα της και τις αδερφές της. Η σχέση μητέρας και 35χρονης κόρης δεν αναγνωρίζεται ως πρώτου βαθμού αφού η Ζάχρα δεν είναι ανήλικη  και δεν έχει δικαίωμα ένωσης με την μητέρα και τις αδερφές της.

Η Ζάχρα, αντί αυτού, στην πρώτη συνέντευξή της «συσχετίζεται» από τους υπαλλήλους της υπηρεσίας ασύλου, με τον άρρωστο και υπερήλικα πεθερό της και δεσμεύεται  να τον «προστατεύει» και να τον φροντίζει υποχρεωτικά. Αυτός ζητάει να πάει στην Αθήνα και να συναντήσει την εγκλωβισμένη εκεί κόρη του, την κουνιάδα της Ζάχρα που επίσης είναι ενήλικη. Aλλά, η επιτροπή ασύλου του το αρνείται διότι ανήκει σε νομικά διαφορετική περίπτωση πρόσφυγα από αυτήν της κόρης του, καθώς εκείνη πέρασε πριν την 20η Μαρτίου ενώ εκείνος καταγράφηκε μια μέρα μετά. Και αφού και οι δύο είναι ενήλικοι δεν έχουν δικαίωμα ένωσης. Έτσι, αφού του απαγορεύουν να πάει Αθήνα στην κόρη του, τον εγκλωβίζουν στην Χίο με την νύφη του.

Η Ζάχρα αντιλαμβάνεται ότι ο μόνος τρόπος για να πάει ο πεθερός της στην κόρη του, και έτσι να απεγκλωβιστεί κι εκείνη από την υποχρέωση να τον φροντίζει εγκλωβισμένη στην Χίο, είναι να φύγει παράτυπα και να τον αφήσει πίσω. Έτσι και κάνει σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια απεγκλωβισμού και έρχεται Αθήνα με την 11χρονη Φατιμέ.

Εκεί συμβαίνουν ταυτόχρονα πολλά τραγικά γεγονότα. Καταρχάς, η κουνιάδα της που είναι ήδη εγκλωβισμένη προ της 20ης Μαρτίου, φεύγει για την Γερμανία όπου έχει εγκριθεί εκεί το άσυλό της αλλά πρέπει να πάει αμέσως για να εγκατασταθεί. Ο πεθερός της, πίσω στη Χίο τα χάνει λόγω έλλειψης κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής και σωστής διατροφής για διαβητικούς. Ο σύζυγος της στην Τουρκία καθημερινά την μαλώνει τηλεφωνικά διότι θεωρεί ότι έφυγε από την Χίο και παράτησε τον πατέρα του. Και το κερασάκι στην τούρτα, πεθαίνει και η μητέρα της στο Λουξεμβούργο πριν προλάβει να την δει. Μόλις λίγους μήνες μετά την 20η Μαρτίου, τον χειμώνα του 2016 η κατάσταση έχει ως εξής:

-Η 36χρονη πλέον Ζάχρα και η 12χρονη Φατιμέ, μένουν σε κατάληψη στέγης προσφύγων περιμένοντας το άσυλο στην Ελλάδα και μετά τα ταξιδιωτικά έγγραφα για να φύγουν στο Λουξεμβούργο.

-Ο πεθερός της αφημένος μόνος πίσω στην Χίο με προβλήματα υγείας και με μια ΜΚΟ να έχει αναλάβει την φαρμακευτική αγωγή του μέχρι να εγκριθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ η προώθησή του στην ενδοχώρα ως εγκαταλελειμμένο ευάλωτο άτομο.

-Ο σύζυγός της με τις άλλες δύο κόρες πίσω στην Τουρκία και έξω φρενών μαζί της.

-H κουνιάδα της στη Γερμανία υποχρεωτικά για την δική της υπόθεση ασύλου.

-Oι αδερφές της παραμένουν μεν στο Λουξεμβούργο με άσυλο αλλά με την μητέρα νεκρή πλέον.

Σε λίγους μήνες, την άνοιξη του 2017, τα πράγματα αλλάζουν πάλι. Καταρχάς, ο πεθερός προωθείται στην Αθήνα αλλά η Ζάχρα για να μην εγκλωβιστεί  πάλι μαζί του και χάσει το δικαίωμα των ταξιδιωτικών εγγράφων τον αποφεύγει και εκείνος βρίσκει στέγη στον Ελαιώνα. Είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει στάτους «ευάλωτου προς επανένωση» καθώς έτσι μόνο έχει κάποιες ισχνές ελπίδες να φύγει από την Ελλάδα και να βρεθεί στη Γερμανία στην κόρη του. Αυτό μπορεί να το ορίζει μεν η κατάπτυστη συμφωνία αλλά όχι το εθιμικό δίκαιο της κοινωνίας των Κούρδων. Ο σύζυγος της διαμηνύει ότι έρχεται Αθήνα θυμωμένος με τις δύο κόρες για να «ξεκαθαρίσει τα πράγματα» με ό,τι κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει.

Η Ζάχρα, θα πάρει λοιπόν την μεγάλη απόφαση και θα κάνει την επόμενη απεγνωσμένη κίνηση. Θα φύγει από την Ελλάδα για να βρεθεί μακριά από τον εξαγριωμένο σύζυγό της και να επισκεφτεί τουλάχιστον τις αδερφές της στο Λουξεμβούργο και ενδεχομένως να μείνει παράτυπα ως φιλοξενούμενη εκεί, καθώς ναι μεν έχει ήδη πάρει άσυλο στην Ελλάδα αλλά δεν έχει πάρει τα ταξιδιωτικά έγγραφα που καθυστερούν επί μήνες. Θα βρεθεί λοιπόν μαζί με την κόρη της στην Ολλανδία αλλά εκεί μια νέα ατυχία θα την βρει. Πριν προλάβει καλά-καλά να πατήσει το πόδι της εκεί και να πάρει το πρώτο τρένο για το Λουξεμβούργο πράγμα που φάνταζε πολύ εύκολο, καθώς τα δύο κράτη δεν έχουν συνοριακούς ελέγχους, θα πέσει θύμα κλοπής και θα χάσει τα νόμιμα έγγραφα της Ελληνικής υπηρεσίας ασύλου.

Αναγκαστικά θα πάει να δηλώσει την κλοπή τους στην Ολλανδική αστυνομία αλλά έτσι θα βρεθεί πάλι εγκλωβισμένη σε καμπ καθώς πρέπει να ξεκινήσει την διαδικασία δήλωσης και ταυτοποίησης από την αρχή. Αντί να βρεθεί λοιπόν στο Λουξεμβούργο βρίσκεται στην Ολλανδία, υπό περιορισμό και με προοπτική διοικητικής απέλασης πίσω στην Ελλάδα καθώς εκεί ήταν η πρώτη χώρα εισόδου και εκεί πήρε άσυλο. Στην Ελλάδα λοιπόν, στην οποία στο μεταξύ ήρθε ο εξαγριωμένος σύζυγός της και την αναζητεί.

Μετά από λίγους μήνες εγκλωβισμού στην Ολλανδία, θα σταλθεί πάλι πίσω στην Αθήνα. Αυτήν την φορά στα τέλη του 2017 η κατάσταση έχει ως εξής:

-Η 37χρονη πλέον Ζάχρα με την 13χρονη πλέον Φατιμέ ξανά σε κατάληψη της Αθήνας αναμένουν τη νέα ταυτότητα ασύλου και αφού αυτή βγει, άγνωστο πότε, μετά από 10 μήνες με ένα χρόνο επιπλέον θα περιμένουν και το νέο διαβατήριο

-Ο σύζυγος και οι άλλες δύο κόρες στη Θεσσαλονίκη σε καμπ όπου τους μετέφεραν τελικά,  μετά από δύο χρόνια, και τον βαριά άρρωστο Γιουσέφ, τον πεθερό της Ζάχρα χωρίς να θέλει να τους δει

-η κουνιάδα της στη Γερμανία χωρίς να μπορεί ή και να θέλει να την δει

-οι αδερφές της στο Λουξεμβούργο χωρίς να μπορεί εκείνη να τις επισκεφτεί αν και αυτές μπόρεσαν να ταξιδέψουν και κατάφεραν να την δουν σε επισκεπτήρια στην Ολλανδία.

Το χειρότερο από όλα; Δεν ξέρει αν μπορεί και αν θέλει να πάει μπρος. Δεν ξέρει αν μπορεί και αν θέλει να κάτσει εκεί που είναι. Δεν μπορεί και δεν θέλει σίγουρα να γυρίσει πίσω.

Απλά περιμένει.... Στο μεταξύ το Εφρίν, το χωριό της και οι παιδικές και νεανικές αναμνήσεις της εδώ και 50 μέρες φλέγεται από τον πόλεμο και την γενοκτονία κατά των αμάχων συμπολιτών, γειτόνων, παιδικών φίλων και μακρινότερων συγγενών της…

X.-Γ.

 

Την περασμένη Τρίτη, 13/5, το  απόγευμα, μια ομάδα επτά μελών του Συντονισμού για το Προσφυγικό επιχείρησε να μοιράσει ένα κάλεσμα για την διαδήλωση του Σαββάτου, 17/3 (ενάντια στον ρατσισμό, τον φασισμό, τον πόλεμο και τη φτώχεια) στους πρόσφυγες που διαμένουν στο καμπ του Ελαιώνα. Ηταν, μέχρι σχετικά πρόσφατα, το μόνο καμπ στο οποίο  επιτρεπόταν ελεύθερα η είσοδος. Όχι, όμως, πλέον.

Μια πολυάριθμη φρουρά σεκιουριτάδων και άλλων υπαλλήλων εμπόδισε το μοίρασμα του καλέσματος, επικαλούμενη  το γεγονός ότι δεν είχε ζητηθεί άδεια - παρόλο που υπήρχε  κάποιος υπεύθυνος εκεί, ο οποίος ρωτήθηκε και έδωσε, φυσικά, την εντολή να μην μπούμε. Επικρεμάμενη ήταν και η απειλή να κληθεί να παρέμβει η αστυνομία, που ήταν εκεί δίπλα. Οι πρόσφυγες εξακολουθούν μπαίνουν και να βγαίνουν ελεύθερα  απ’ αυτό και άλλα  καμπ της ηπειρωτικής  χώρας, αλλά δεν επιτρέπεται η είσοδος άλλων, πόσο μάλλον αλληλέγγυων. Πρόκειται, δηλαδή, για μια ελεγχόμενη διαβίωση, στρατοπεδικού χαρακτήρα, που ανάλογα με την συγκυρία μπορεί να ρυθμίζεται ο βαθμός επικοινωνίας με το έξω, που ενίοτε, μπορεί να κλείνει και τελείως. Ενας «ειδικός χώρος», μια συνθήκη «κατάστασης εξαίρεσης» που προβάλλεται ως η κανονικότητα της διαχείρισης του προσφυγικού (και όχι μόνο).

Μας λέχθηκε, μάλιστα, ότι την ίδια μέρα είχαν προηγηθεί «καυγάδες και μαχαιρώματα» μεταξύ κάποιων εκ των διαμενόντων εκεί προσφύγων. Το ερώτημα, φυσικά, είναι - αν και στο βαθμό που είχαν υπάρξει αυτά: οι συνθήκες  της στρατοπεδικής διαμονής τους είναι άμοιρες ως αιτίες που πυροδοτούν τέτοιες εντάσεις και συγκρούσεις; Ξέρουμε πολύ καλά ότι η ευθύνη για την τραγωδία που εξακολουθούν να βιώνουν οι εγκλωβισμένοι πρόσφυγες, και  σ’ αυτή  τη χώρα, βαρύνει εξ ολοκλήρου αυτήν την κυβέρνηση, που εφαρμόζει πειθήνια την κατάπτυστη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας και υλοποιεί τις εντολές και τις σχετικές, απάνθρωπες και ρατσιστικές,  πολιτικές των Βρυξελλών για το προσφυγικό.

Κάποιοι από τους «φρουρούς» της πύλης εισόδου, που κατάφεραν να διαβάσουν κάποιες από τις προκηρύξεις που άρπαξαν από πρόσφυγες, στους οποίους είχαν δοθεί τη στιγμή που έμπαιναν στο καμπ, έκαναν, και μάλιστα επαναλαμβανόμενα, το εξής σχόλιο : «Τι περιμένατε… ότι μ’ αυτά που λέτε στο κείμενο για ‘σύνορα ανοιχτά’, θα σας επιτρεπόταν ποτέ να μπείτε μέσα»;

Πολλοί από αυτούς/ες, που εκτελούσαν τις εντολές που τους είχαν δοθεί για απαγόρευση της εισόδου μας, ήταν συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, αρκετών εκ των οποίων οι συμβάσεις έληγαν σε δυο-τρεις μήνες…

14/3/18

Θ. Μεγαλοοικονόμου