Χρήσιμα Links

   
     
     
     
     
     

Ι) Εν όψει των γενικευμένων αγροτικών κινητοποιήσεων αυτών των ημερών και της ανακοινωθείσας συγκέντρωσης των αγροτών στο κέντρο της Αθήνας, η κυβερνητική εκπρόσωπος έσπευσε, στις 9-ΙΙ-2016, να υπομνήσει πως υπάρχουν «νόμοι και κανόνες σ’ αυτήν την χώρα» οι οποίοι, εκτός των άλλων, καθιστούν απαγορευτική την είσοδο των τρακτέρ στην Αθήνα με συνέπεια, αν παρ’ ελπίδα, εισέλθουν τελικά, να αντιμετωπισθούν δεόντως από την αστυνομία. (βλ. δηλώσεις της στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο). Έτσι, ήρθε η ώρα για να αισθανθούν, ακόμη μια φορά, οι αγρότες την επαπειληθείσα κρατική καταστολή με «αριστερό» πρόσημο. Ας ρίξουμε, έστω επί τροχάδην, μια διαχρονική ματιά στους αγρότες γενικά και στους Έλληνες αγρότες, ειδικότερα.


Οι γάμοι ανάμεσα σε ανθρώπους της πόλης και σε αγρότες πρέπει να ήσαν ασυνήθιστοι σ’ όλα τα μέρη του (αρχαίου) ελληνικού κόσμου. Μάλιστα οι γάμοι καλοαναθρεμμένων κοριτσιών με χωρικούς (αγροίκους) πρέπει να ήσαν εξαιρετικά σπάνιοι. Στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη ο γάμος της πριγκίπισσας Ηλέκτρας μ’ έναν φτωχό χωρικό που δεν του δίνεται καν ένα όνομα στο έργο -είναι απλώς ένας αυτουργός (ένας άνθρωπος που δουλεύει το χωράφι του με τα δικά του χέρια)- θεωρείται ακόμη και από τον ίδιο τον σύζυγο ως μια βαριά και εσκεμμένη προσβολή προς το κορίτσι, και στην πρώτη κιόλας ομιλία του λέει με υπερηφάνεια ότι ποτέ δεν πήρε την κοπέλα στο κρεβάτι του και ότι αυτή είναι ακόμη παρθένα, (σε υπερένταση και νευρωτική, όπως ανακαλύπτουμε). Η αντίθεση ανάμεσα στον ανώτερο κάτοικο της πόλης και στον ανεπιτήδευτο άνθρωπο της υπαίθρου θα μπορούσε ακόμη να προβληθεί και στην θεϊκή σφαίρα. Από τους Αισώπειους Μύθους μαθαίνουμε ότι, σύμφωνα με μια δοξασία, οι ευήθεις (δηλαδή οι αφελείς) από τους θεούς είναι εκείνοι που κατοικούν στην ύπαιθρο, ενώ οι θεότητες που μένουν μέσα στα τείχη της πόλης είναι αλάνθαστες και έχουν τα πάντα υπό την εποπτεία τους. Ο κάτοικος της πόλης δεν είδε ποτέ, στο κύλισμα των αιώνων, την μοίρα του αγρότη αξιοζήλευτη. Ο μεγάλος Βρετανός ιστορικός Edward Gibbon, που στην αυτοβιογραφία του λέει ότι θεωρεί τον εαυτό του ευτυχή που γεννήθηκε σε «μιαν οικογένεια έντιμης κοινωνικής σειράς και προικισμένη αρκετά καλά με τα δώρα της τύχης», έφριττε αναλογιζόμενος κάποιες δυσάρεστες εναλλακτικές καταστάσεις: να είναι δηλαδή «δούλος, άγριος ή ΑΓΡΟΤΗΣ» (τα κεφαλαία δικά μας) (βλ. το μνημειώδες έργο του G.E.M. DE SAINTE CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο, από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση. Εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, σελ. 41-42, 272). Στην Ύστερη Ρωμαϊκή Δημοκρατία παρατηρήθηκε μια ατμόσφαιρα «αγροτολατρείας», μόνο που, όπως ορθώς παρατήρησε ο Peter Garnsey «Η εξιδανίκευση του αγρότη πατριάρχη ήταν, τότε, όπως στον 20ο αιώνα, πριν απ’ όλα έκφραση της εθνικιστικής ιδεολογίας της άρχουσας τάξης ενός μιλιταριστικού κράτους». Ο γερμανικός ναζισμός, ο ιταλικός φασισμός, η δικτατορία του Μεταξά και η φασιστική Χούντα του 1967, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω διαπίστωση. Ποιους «αγρότες» λάτρευαν οι Ρωμαίοι; Πολλοί Λατίνοι συγγραφείς μιλάνε συχνά για ορισμένες ηγετικές προσωπικότητες στην πρώιμη Ρωμαϊκή Δημοκρατία οι οποίες, υποτίθεται, ότι έπασχαν απ’ αυτό που ο Οράτιος αποκαλούσε «saeva paupertas» (άγρια φτώχεια) σαν τον Κιγκινάτο (δικτάτορας το 458 π.Χ.) και τον Κούριο Δεντάτο (ύπατος το 290, 275 και 274 π.Χ.).


Στην πραγματικότητα, το μεν εξιδανικεύονταν και παρουσιάζονταν ως απλοί γεωργοί (βλ. Ρόμπιν Λέιν Φοξ, Ο κλασικός κόσμος, εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 386) το δε παρίσταναν τον αγρότη, ψυχαγωγούνταν! Με το ίδιο πνεύμα, μια πραγματεία του Τούλλιου Κικέρωνα (εκείνου του ανεξάντλητου υπερασπιστή τοκογλύφων και καταχραστών), συνέβαλε σημαντικά στην αγωγή του Άγγλου τζέντλεμαν του 18ου αιώνα· είναι γνωστή με την ονομασία «τα καθήκοντα του Τούλλιου» (Tully’s Offices). Εκεί ο Κικέρων επαινεί θερμά τον έμπορο που «ικανοποιημένος με τα κέρδη του, αποσύρεται απ’ το λιμάνι στους αγρούς… αλλά και πάλι», καταλήγει ο Κικέρων, «απ’ όλα τα μέσα για την απόκτηση πλούτου, δεν υπάρχει καλύτερο, ωφελιμότερο, γλυκύτερο, πιο άξιο ενός ελεύθερου ανθρώπου, από την αγροτοκαλλιέργεια» - που εδώ βέβαια δεν σημαίνει να καλλιεργείς ένα χωράφι, αλλά να έχεις δικό σου ένα χωράφι το οποίο θα καλλιεργούν άλλοι για λογαριασμό σου. Με ακριβή και γλαφυρή συμπύκνωση γράφτηκε: «Στην αρχαιότητα η γαιοκτησία σε επαρκή έκταση χαρακτηρίζει ΄΄την απουσία οποιασδήποτε απασχόλησης΄΄» (βλ. SAINTE CROIX, ό.π. σελ. 165, 166 όπου και περαιτέρω ακριβείς παραπομπές). Η προαναφερθείσα «αγροτολατρεία» δεν αναφερότανε σ’ εκείνους τους αγρότες που εξασφάλιζαν την συντήρησή τους, την αναπαραγωγή τους, κι ένα μικρό πλεόνασμα με τις δικές τους παραγωγικές προσπάθειες. Αυτοί οι αγρότες είχαν το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στην παραγωγή του Ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αυτοί, είναι εκείνοι οι βουβοί άνθρωποι του μόχθου, η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού του Ελληνικού και Ρωμαϊκού κόσμου. Πάνω τους χτίστηκε ένας μεγάλος πολιτισμός που τους περιφρόνησε κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τους ξεχάσει. Όταν η εκμεταλλεύτρια ιδιοκτήτρια τάξη εντατικοποίησε, σε καταστροφικό βαθμό, την οικονομική εκμετάλλευση της μεγάλης μάζας του λαού, πρωτίστως των αγροτών, για δικό της όφελος, τότε αποστράγγισε την ζωτική φλέβα από τον κόσμο τους και ρήμαξε τελικά τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Αυτός είναι ο κύριος λόγος της παρακμής του κλασικού πολιτισμού. «Το καταπληκτικό οικοδόμημα υπέκυψε στην πίεση του ίδιου του βάρους του». Κάπως έτσι ενωρίτερα οι εύπορες τάξεις στην Ελλάδα, με την βοήθεια, στην αρχή των Μακεδόνων επικυρίαρχων και, κατόπιν, των Ρωμαίων κυρίων τους, υπέσκαψαν βαθμιαία και τελικά κατέστρεψαν ολότελα την Ελληνική Δημοκρατία, η οποία πριν από το τέλος της Ρωμαϊκής Ηγεμονίας είχε σβήσει. Βεβαίως η κατάλυση της Ελληνικής Δημοκρατίας εξυπηρετούσε τους Ρωμαίους αλλά είναι φανερό ότι οι ελληνικές εύπορες τάξεις δεν συγκατατέθηκαν απλώς σ’ αυτήν την εξέλιξη: συνέβαλαν σ’ αυτήν! (βλ. SAINTE CROIX, ό.π. σελ. 272, 273, 618 και 389).


ΙΙ) Η ελληνική αστική τάξη πάντα περιφρονούσε και καταπίεζε αδίστακτα τους Έλληνες αγρότες. Ήσαν γι’ αυτήν τα συνήθη υποζύγια των άνομων συμφερόντων της. Ούτε η Αριστερά επεφύλαξε καλύτερη αντιμετώπιση των αγροτών. Επεδείκνυε απέναντί τους περιφρόνηση, όχι πάντα συγκεκαλυμμένη, και προκατάληψη. Πίστευε, πως η αγροτιά σαν τάξη ήταν κοινωνικό φαινόμενο χαρακτηριστικό του φεουδαλικού συστήματος, ότι δεν ανήκε ούτε στον κόσμο του καπιταλισμού, ούτε σ’ εκείνον του σοσιαλισμού. Μ’ άλλα λόγια, οι αγρότες συνιστούσαν μια τάξη η οποία δεν αποτελούσε χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλισμού αλλά επιβίωση μιας κοινωνικής τάξης πραγμάτων που είχε ήδη ξεπεραστεί ή έτεινε προς την εξαφάνισή της. Βασικό στοιχείο αυτής της άποψης ήταν ότι η αγροτιά, φέρνοντας το στίγμα της προέλευσής της από το φεουδαρχικό σύστημα, αποτελούσε καθυστερημένο στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας, καθυστερημένο όχι μόνο σε σχέση με την αστική τάξη αλλά, πολλώ δε μάλλον, σε σχέση με το προλεταριάτο. Η διάγνωση για το συντηρητικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της αγροτιάς δεν ανατράπηκε ούτε απ’ την εμπειρία του Ε.Λ.Α.Σ και του Δ.Σ.Ε το ενενήντα τοις εκατό των οποίων αποτελούσαν αγρότες. Αλλά και στην Ρωσία του 1918 προβλεπόταν, για το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, ένας (1) αντιπρόσωπος για κάθε 25.000 εκλογείς των πόλεων, ενώ για την ύπαιθρο, ένας (1) αντιπρόσωπος για κάθε 125.000 κατοίκους. Επρόκειτο για θεσμική (νομική) αντανάκλαση του «ηγετικού ρόλου του προλεταριάτου των πόλεων στην Επανάσταση» προτιμώντας το βιομηχανικό προλεταριάτο «σε σύγκριση με τις πιο διάσπαρτες μικροαστικές μάζες της υπαίθρου». (βλ. Ε.Χ. ΚΑΡΡ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, τόμ. 1, εκδόσεις Υποδομή, σελ. 195-196). Μόνο που εκείνες οι «μικροαστικές μάζες της υπαίθρου» αποτελούσαν την μεγάλη πλειοψηφία του «Ερυθρού Στρατού των Εργατών και Αγροτών» (Κράσναγια Άρμιγια Ραμπότσι υ Κριστιάνι) που τσάκισε την ξένη επέμβαση και την ένοπλη αντεπανάσταση. Ενδεχόμενη υλοποίηση σήμερα του «αριστερού» κυβερνητικού σχεδίου για την εξουθενωτική αύξηση των αγροτικών ασφαλιστικών εισφορών και της φορολογίας, σε συνδυασμό με το μελετώμενο διαβόητο «Μητρώο Αγροτών», θα σημάνει το ξεκλήρισμα άνω των 300.000 μικροκαλλιεργητών, την αισθητή περαιτέρω μείωση του αριθμού των αγροτικών νοικοκυριών με την αντίστοιχη περαιτέρω μεγέθυνση της οικονομικής επιφάνειας αυτών που θα εναπομείνουν. Θα δημιουργηθούν νέοι «τσιφλικάδες» οι οποίοι θα έχουν χαρακτηριστικά «αγροτικού καπιταλιστή», θα συναποτελούν την αστική τάξη του χωριού, η δε ύπαιθρος θα μετατραπεί σ’ ένα τόπο όχι τόσο πρωτογενούς παραγωγικής δραστηριότητας όσο σ’ ένα σκηνικό μιας vie rurale!


III) Υπάρχουν νόμοι και κανόνες σ’ αυτήν την χώρα, δήλωσε περιχαρής και ανυποψίαστη η κυβερνητική εκπρόσωπος. Άθελά της μας υπέμνησε τον γνωστό στίχο του Πίνδαρου – όχι όμως αποκομμένο στο «νόμος ο πάντων βασιλεύς, θνατών τε και αθανάτων», αλλά ολόκληρο: «άγει δικαιών το βιαιότατον υπερτάτα χειρί». (Ο νόμος, ο βασιλεύς όλων, θνητών και αθανάτων τους οδηγεί με το κυρίαρχο χέρι του και δικαιώνει την έσχατη βία). Έτσι ο ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ εμφανίζεται συνυφασμένος με τον νόμο εν γένει, δηλαδή με τον κανόνα δικαίου. Το ζήτημα του καταναγκασμού, ως βασικού γνωρίσματος των νομικών κανόνων, επανέρχεται συχνά στην αρχαία ελληνική σκέψη. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, τον υποστηρικτή της απόλυτης κρατικής κυριαρχίας, «εξόν δυοίν χρήσθαι προς τας νομοθεσίας, πειθοί και βία» (Νόμοι, 722b), «ξυναρμόττειν τους πολίτας πειθοί τε και ανάγκη» (Πολιτεία, 519e).


Επομένως, πρόδηλον είναι ότι ο νόμος συνυφαίνεται με την Εξουσία και αποτελεί μια συστηματική έκφραση της οργανωμένης κρατικής βίας. Το δίκαιο δεν εκλαμβάνεται ως απόλυτη αξία, ως φαίνεται να υπολαμβάνει η κυβερνητική εκπρόσωπος με την προσποιητή βρεφικήν αμεριμνησία της, αφού παλαιόθεν ταυτίζεται με το «νόμιμο». Έτσι, ο μεν Σωκράτης είπε «φημί γαρ εγώ το νόμιμον δίκαιον είναι» (Ξενοφώντας, Απομνημονεύματα ΙV, 4,12-13,18), ο δε Αριστοτέλης έγραψε (Ηθικά Νικομάχεια, Ε. 1129b, 22) πως «πάντα τα νόμιμα εστίν πως δίκαια» ως και πως «ο γαρ νόμος δίκαιόν τι» (Πολιτικά, Α. 1255 α, 26). Μόνο που οι προαναφερθείσες αντιλήψεις φαίνεται να έχουν διαχρονικό χαρακτήρα. Η προεκτεθείσα εκδοχή διευκολύνει την συμμόρφωση των υπηκόων προς τους θεσπιζόμενους νόμους· γι’ αυτό, άλλωστε, και καλλιεργείται εντατικά από τους εκάστοτε κρατούντες μέχρι του σημείου να εκφραστεί με το αξίωμα «jus est quod jussum est» ! (δίκαιον είναι το επιτασσόμενον από τους νόμους). Tέλος, ο Θρασύμαχος, εκείνος ο οξύνους Χαλκηδόνιος σοφιστής, (τον οποίο ο Πλάτων παρουσιάζει σκόπιμα ως άξεστο και αυταρχικό, ως ένοχο πνευματικής ανεντιμότητας, προσπαθώντας να μας κάνει να τον αντιπαθήσουμε), εκφράζει επαναστατική κριτική εναντίον του νόμου λέγοντας ξεκάθαρα ότι «εν απάσαις ταις πόλεσιν ταυτόν είναι δίκαιον το της καθεστηκυίας αρχής συμφέρον», επειδή δε η καθεστηκυία αρχή διαθέτει την δύναμη «είναι το δίκαιον ουκ άλλο ή το του κρείττονος συμφέρον» (Πλάτωνος Πολιτεία, α, 338c 338e, 339 a).


Επομένως: 1) οι νόμοι θεσπίζονται προς το συμφέρον των αρχόντων, 2) δικαιοσύνη είναι, τελικά, αυτό που οι άρχοντες λένε ότι είναι. Εν κατακλείδι: ο λόγος περί δικαιοσύνης είναι λόγος περί ταξικής εξουσίας! Τα υπόλοιπα περί νόμων και δικαιοσύνης, ως τα εννοεί η κυβερνητική εκπρόσωπος, συναποτελούν επιλεκτικές ωραιολογίες άνευ ουδεμιάς διανοητικής έλξης και μηδαμινής πνευματικής ισχύος (βλ. JULIA ANNAS, Εισαγωγή στην ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Πλάτωνα, εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ, σελ. 50, 55, 56, JACQUELINE de ROMILLY, Ο Νόμος στην ελληνική Σκέψη από τις απαρχές στον Αριστοτέλη, με πρόλογο του Αριστόβουλου Ι. Μάνεση, εκδόσεις ΤΟ ΑΣΤΥ, σελ. 9, 10, 88, 89, 90). Tα ελάχιστα προαναφερθέντα συναποτελούν ρεαλιστική διαπίστωση, προϊόν κριτικών παρατηρήσεων της κοινωνικής πραγματικότητας, επαληθευμένη από την ιστορία. Ο Αριστοτέλης εξηγεί στα Πολιτικά του ότι οι νόμοι οφείλουν να προσαρμόζονται προς το πολίτευμα, ότι η φύση του νόμου εξαρτάται από τον τύπο του πολιτεύματος μέσα στο οποίο λειτουργεί (βλ. JACQUELINE de ROMILLY, ό.π., σελ. 216, SAINTE CROIX, ό.π., σελ. 112), ο δε Διόδωρος Σικελιώτης, με εκπλήσσουσα σαφήνεια και εκφραστική δύναμη, γράφει πως «Είναι ανόητο να κάνουμε νόμους με βάση την ισότητα για όλους, ενώ κάνουμε την διανομή της ιδιοκτησίας άνιση» (Εύηθες γαρ είναι νόμους μεν επ’ ίσης τιθέναι πάσι, τας δε ουσίας ανωμάλους κατασκευάζειν). [Ένα εντελώς σαφές απόσπασμα, το οποίο σύγχρονοι εκδότες και σχολιαστές συσκοτίζουν συχνά, διορθώνοντας αδικαιολόγητα το «ουσίας» με το «εξουσίας» ή «συνουσίας». Βλ. SAINTE CROIX, ό.π., σελ. 115, του ιδίου, Τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου, εκδόσεις Οδυσσέας, σελ. 221 και 631].


Αιώνες πολλούς αργότερα ο Γιρονδίνος Λουβέ είπε πως «η πολιτική ισότητα και το Σύνταγμα δεν έχουν κανένα πιο επικίνδυνο εχθρό από την αυξανόμενη ανισότητα της ιδιοκτησίας» (Παρατίθεται στο Ρούντολφ Ρόκερ, Εθνικισμός και Πολιτισμός, εκδόσεις Άρδην, τόμος Β΄ σελ. 40). Η νομιμότητα, λοιπόν, υπέρ της οποίας κόπτεται η κυβερνητική εκπρόσωπος και μπροστά στην οποία αισθάνεται δεισιδαιμονικό σεβασμό, δεν κινδυνεύει από την είσοδο των οργισμένων –και εντός ολίγου εξαθλιωμένων– αγροτών στην Αθήνα, αλλά από την σκανδαλώδη οικονομική ανισότητα που εισηγείται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αυτή η Φιλοδέσποτη Αριστερά, εις βάρος των αγροτών και λοιπών εργαζομένων. Η «οικονομική ελευθερία» που υπερασπίζεται η «αριστερή» κυβέρνησή μας και προσπαθεί να καταστήσει απολύτως ασύδοτη, είναι ο διαχρονικός θανάσιμος εχθρός της πολιτικής ελευθερίας των Ελλήνων εργαζομένων. Το θολό «αριστερό» της επίχρισμα δεν κατορθώνει να αποκρύψει την εσωτερική της αστική σήψη. Οι κινητοποιήσεις των αγροτών εκλαμβάνονται απ’ την φιλοδέσποτη «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, ως βεβήλωση της «λαϊκά» εγκαθιδρυμένης τάξης, της «λαόθεν» διατεταγμένης πραγματικότητας! Αυτοί οι «απατημένοι εξαπατητές», πήραν την ρητορεία τους τοις μετρητοίς και απαιτούν από τους χειμαζόμενους εργαζομένους εν λευκώ πληρεξουσιότητα, πελατειακήν ανάθεση, με το σκεπτικό ότι τώρα «που ‘χουμε αριστερή κυβέρνηση, παρέλκουν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, είναι παράλογες και επικίνδυνες». Εντός ολίγου θα προτάσσεται η ίδια η πείνα ως πατριωτικό και προοδευτικό καθήκον. Ας μην λησμονούν, όμως, τούτο: Την εξέγερση, την σύγκρουση και την επανάσταση την ανασύρει από την λήθη και την ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ η ανάγκη. «Οι ιδέες ξαναγεννιούνται ακριβώς από την δραστηριότητα των αναγκών που τις παρήγαγαν».
11 – ΙΙ – 2016


Πέτρος Πέτκας
[Σημείωση: Αφιερώνεται στην μνήμη της αγρότισσας μάνας μου (της πιο τυραννισμένης μάνας του κόσμου) και του αγρότη μπαμπά μου.]