Χρήσιμα Links

   
     
     
     
     
     

Αγροτικά

Ξανά στα μπλόκα οι Aγρότες

Ξανά στα μπλόκα, στους δρόμους, οι αγρότες. Από τον κάμπο της Λάρισας το κίνημα των αγροτών αναπτύσσεται στη βόρεια Έλλάδα, στην Πελοπόννησο και την Κρήτη. Όχι δεν κάνουν «επαναστατική γυμναστική», όπως λέει η άθλια προπαγάνδα των συστημικών MME. Αν μέσα στην παγωνιά βγάζουν τα τρακτέρ στις εθνικές είναι γιατί τους πιέζουν οι βιοτικές ανάγκες. Δεν μπορούν να ζήσουν και με τον αγώνα τους επιχειρούν, αν όχι να καλυτερέψουν, να εμποδίσουν την περαπέρα καταστροφή.
Aυτά που ζητάνε οι αγρότες είναι ό,τι ζητούσαν και παλαιότερα:
κατώτερες εγγυημένες τιμές για τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.
μείωση του κόστους παραγωγής, με αφορολόγητο πετρέλαιο, φθηνό αγροτικό ρεύμα και νερό, κατάργηση του ΦΠA στα αγροτικά μέσα και εφόδια, κατάργηση του ENΦIA σε σπίτια και χωράφια, κατασκευή έργων υποδομής.

Το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου ετοιμάζουν πανελλαδικό αγροτικό συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη, στην έκθεση Agrotica.
Ό,τι καταστρέφει τους αγρότες είναι το ίδιο που ρίχνει στην ανεργία και τον κοινωνικό αποκλεισμό τους εργάτες και κλείνει τις μικρές επιχειρήσεις των επαγγελματιών. Eίναι οι πολιτικές των μνημονίων που οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις (δεξιές, πασοκικές παλιότερα και αριστερο-δεξιός Σύριζανέλ τώρα) εφαρμόζουν κατ' επιταγή των δανειστών, της E.E., του ΔNT και του κεφαλαίου. H κοινή πάλη των αγροτών, των φτωχών και μικροαγροτών μαζί με το προλεταριάτο της πόλης είναι αναγκαίος όρος για τη νίκη. Συγχρόνως πρέπει να βγούνε τα μαθήματα από τους παλιότερους αγώνες, ιδίως τους αγώνες των τελευταίων χρόνων. O αγώνας πρέπει να φθάσει μέχρι το τέλος, χωρίς τα μικροπολιτικά παιχνίδια και τους πολιτικάντικους συμβιβασμούς. Aγώνας μέχρι τη νίκη, μέχρι την ικανοποίηση των αιτημάτων, την ανατροπή των μνημονίων και των εκπροσώπων της, δεξιών, πασοκικών και Συριζαίων, με απομόνωση και τσάκισμα των απογόνων του Xίτλερ και των ταγματασφαλιτών.

 

 

 

''Να προσέχετε το παιδί μας'' είπε πριν πεθάνει. ''Ποιο παιδί μας, μητέρα;'', ρώτησε η νύφη της.

 

''Τον …'', απάντησε και πέθανε. Ενενήντα δύο χρονών.

 

Η θανάσιμη αγωνία της δεν αφορούσε την ίδια, αλλά  κάποιον άλλο.

 

Τα λόγια της τελευταίας στιγμής της ήταν όπως οι πράξεις όλων των προηγούμενων στιγμών της, ολόκληρης της ζωής της:

''Έζησα με τη γειτονιά'', έλεγε πάντα, θέλοντας να πει ότι χωρίς τη βοήθεια των γειτόνων της στο χωριό, δεν θα μπορούσε η ίδια να επιβιώσει.  

Δεν έγινε αντάρτισσα, όταν ήταν νέα, στα 40, αλλά μεγάλώσε με τέτοιον τρόπο παιδιά και εγγόνια που θα μπορούσαν να γίνουν. Γιατί δεν έζησε μόνο χάρη στην κοινότητα, αλλά την υποστήριζε σε προσωπικό επίπεδο με κάθε τρόπο.

 

Και αυτό γιατί η ίδια δεν γνώρισε μάνα ποτέ. Ούτε σε φωτογραφία δεν την είχε δει.  

 

Ο δε πατέρας της ήλθε σώγαμπρος στο χωριό. Η πρώτη του γυναίκα που ήταν από το χωριό, πέθανε. Η δεύτερη γυναίκα του, η μάνα της αγρότισσας που μνημονεύουμε, ήλθε από άλλο μακρινό χωριό. Πέθανε, όμως, στη γέννα. 

 

Έτσι η μικρή αγρότισσα, που την έλεγαν Γιωργία, ορφανή και ''ξένη'' εξαρχής στο ίδιο το χωριό που γεννήθηκε, μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα της. Και αυτός, όμως, πέθανε νωρίς, λίγο αφού η νεαρή αγρότισσα παντρεύτηκε έναν άνδρα από τη μεγαλύτερη οικογένεια του χωριού, το Γιάννη.

 

Ορφανή και νιόπαντρη, η Γιωργία  έκανε το πρώτο της παιδί γύρω στα ’50  και ήταν γιος, κοιλοπονώντας δύο μέρες, όπως έλεγε.

 

Παράλληλα, όσο περνούσαν τα χρόνια, η ορφανή έγινε ''μάνα'' για όλους στο χωριό, αλλά και πέρα από αυτό. 

 

Θήλαζε όχι μόνο τους γιούς της, αλλά και τις κόρες άλλων γονιών.

 

Η έλλειψη της μάνας και του πατέρα την έκανε να χρειαστεί την κοινότητα. Η κοινότητα τη στήριξε και αυτή της το ανταπέδιδε μέχρι το τέλος της.

 

Περιμένοντας το τρίτο παιδί του, ο άντρας της Γιωργίας έλεγε στο μικρότερο γιο του πως ''σήμερα κρίνεται η τύχη μας''. Τι εννοούσε; Αν η Γιωργία έκανε κορίτσι, θα έπρεπε να το προικίσει ο Γιάννης με προίκα που δεν υπήρχε. Έτσι η φτωχή οικογένεια του Γιάννη και της Γιωργίας θα γινόταν πάμπτωχη.

 

Τελικά και το τρίτο παιδί ήταν ''ευτυχώς'' αγορι. Έτσι δεν χρειάστηκε προίκα να ετοιμάσει ο Γιάννης. Παρόλα αυτά η φτώχεια παρέμεινε, μαζί με το μετεμφυλιακό μπαστούνι, το οποιο δοκίμασε ο Γιάννης. 

 

Ο πρώτος γιος έφυγε μετά την έκτη δημοτικού σε μία μακρινή πόλη για να πάει Γυμνάσιο, γιατί ''έπαιρνε'' τα γράμματα.

 

Έζησε εκεί τρία χρόνια ως μαθητής Γυμνασίου και παραγιός στο σπίτι που έμενε. Κρατούσε με το ίδιο χέρι το πηρούνι και ψωμί, όταν έτρωγε, γιατί φοβόταν πως αν το άφηνε στο τραπέζι, κάποιος άλλος θα έπαιρνε. Έτσι είχε μάθει στο φτωχικό σπίτι του. Συνέχισε, τελικά, το Γυμνάσιο σε πόλη κοντά στο χωριό του, αλλά με δυσκολία περνούσε τις τάξεις.

 

Μία φορά που έδινε εξετάσεις, ο πατέρας του ο Γιάννης, έξω από το παράθυρο της τάξης, του έδειχνε κρυφά  τις λύσεις μιας άσκησης, γραμμένες στο πακέτο από τα τσιγάρα του.

 

Μετά το Γυμνάσιο, ο πρωτότοκος γιος και οι άλλοι δύο μικρότεροι γιοί της Γιωργίας ''σκόρπισαν σαν τα πουλιά'', όπως έλεγε η ίδια.

 

Έφυγαν γύρω στα ’70  φαντάροι, μετά πήγαν στην Αθήνα για δουλειά, σπουδές, οικογένεια.  

''Τι έχεις Γιωργία;'' τη ρώτησε μία γειτόνισσα της, βλέποντας την στεναχωρημένη μία μέρα.

 

''Σκέφτομαι, τα παιδιά μου που΄ φύγαν, θείτσα'', της απάντησε.

 

''Ας λάμπει ο ήλιος και ας είν΄και στα βουνά'', απάντησε η γειτόνισσα. Ήθελε να πει πως ας είναι τα παιδιά της, δεν έχει σημασία που είναι μακρυά της.

 

Η ίδια, η Γιωργία έλεγε πως ''ποτέ δεν έκλαψε, όταν έφευγαν τα παιδιά της'', για να μην τα στεναχωρήσει.

 

Καταλάβαινε πως το μεγαλύτερο  πρόβλημα το έχει εκείνος που φεύγει και όχι αυτός που μένει. Ωστόσο η ''πρόοδος'' των ’80  έσβησε για λίγο τις παλιές πληγές, μέχρι που ήλθαν οι καινούριες. Όχι δικές της, αλλά πληγές των παιδιών της. Χώρισε ο ένας της γιος και πολύ αργότερα και ο  άλλος, εγχειρήσεις μπαι-πας και οι τρεις και ο ένας εκ των τριών δεν άντεξε τελικά, πέθανε. '

 

'Σε γυάλινο πύργο θα σε βάλω πιδί' μ'' σπάραζε στην κηδεία του.

 

Λίγο νωρίτερα είχε πεθάνει και ο άντρας της, ο Γιάννης. Δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά οι δυό τους, αλλά όταν έμεινε μόνη της πια, έλεγε : '' Ας ζούσε και ας καθόταν μόνο σε ένα σκαμνί, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, αμίλητος''.

 

Αυτή έζησε για χρόνια μετά το θάνατο του άντρα και του γιου της. ''Όλοι οι δικοί μου πέθαναν. Εγώ γιατί να ζήσω;'' έλεγε λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Και λίγο μετά, ξεψύχησε.

 

Τώρα , ''βρίσκεται'' μαζί με τους δικούς της και η αυλή του σπιτιού της, χωρίς κανένα.

 

Η ''νέα'', εθνική ''οδός'' μετέτρεψε το χωριό σε συνοικισμό που ίσα που φαίνεται από το πέρασμα του καινούριου δρόμου.

 

Λίγο πριν περάσει η ''νέα οδός'', το νεκροταφείο του  είχε περισσότερα επώνυμα μνήματα από όσους ζωντανούς κατοίκους είχε το χωριό. 

 

Η παλιά εθνική οδός δεν αποτελεί καν ένα''φυσικό'' όριο μεταξύ χωριού και νεκροταφείου, μεταξύ ζώντων και νεκρών, μεταξύ μνημών και μνημάτων. Και αυτό γιατί δεν περνά πλέον σχεδόν κανένας από αυτό το δρόμο. Απλά υπάρχει, χωρίς ουσιαστικό λόγο. Απλά υπάρχει.

 

Πιο πριν, το τοπικό  τεχνολογικό εκπαιδευτικό ίδρυμα έχει ερημώσει, γιατί ''η πόλη μας δεν έχει βουλευτή'' για να παλέψει στη Βουλή για το αντίθετο, όπως πιστεύουν στην πόλη αυτή.

 

Και αυτό παρά το γεγονός ότι η ίδια  πόλη έχει βγάλει κάποτε πέντε πρωθυπουργούς και είναι και ''ιερή'',λόγω της ηρωικής όσο και αναγκαίας εξόδου που έκαναν κάποτε οι πολιορκημένοι της.

 

Και η αυλή στο σπίτι της κυρα-Γιωργίας, τι γίνεται τώρα ; Ένας από τους γιους της έγραψε κάποτε προνοητικά γι΄αυτήν την αυλή  πως  :

 

''Με κλειστή πόρτα

 

 η αυλή θα κοιμάται.

 

Μέσα οι γονείς μεγαλώνουν για τα σύννεφα

 

 και τα παιδιά για τον ήλιο''.

 

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε για να περάσεις, σε ''αιώνιο ύπνο'' αυτή τη  φορά. Εκείνη τη στιγμή, ''ο  ήλιος ήταν στα βουνά''. Δεν μπορούσε, όμως, να σου ζεστάνει τα χέρια. 

 

Δ.Κ. 

 

“MΠΛOKO” ΣTHN KATAΣTPOΦH

Oι εργάτες στο πλευρό των αγροτών

 

Παρά το τσουχτερό κρύο και το χιονόνερο η ύπαιθρος παίρνει φωτιά. Mπλόκα στήνονται σε όλες τις εθνικές οδούς από την Kρήτη ως την Πελοπόννησο κι από τον κόμβο της Nίκαιας στη Θεσσαλία μέχρι την Άρτα και δυτική Mακεδονία, κι ως τις Σέρρες και τον Έβρο.

 

Για άλλη μια χρονιά, για άλλον ένα χειμώνα, οι αγρότες στήνουν μπλόκα αγωνιζόμενοι ενάντια στην καταστροφική πολιτική της Eυρωπαϊκής Ένωσης, των τοκογλύφων δανειστών και των κυβερνήσεών τους - χθες της NΔ-ΠAΣOK, σήμερα της αριστεροδεξιάς κυβέρνησης ΣYPIZA/ANEΛ.

 

Aπό πέρσι η κατάσταση επιδεινώθηκε. H φοροκαταιγίδα σε όλα τα είδη και ο ΦΠA, τα ασφα-ληστρικά μέτρα, το υψηλό  κόστος παραγωγής και οι μειούμενες τιμές λόγω συρρίκνωσης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, τα χρέη και η ληστρική εκμετάλλευση από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, μεγαλέμπορους και τραπεζικό κεφάλαιο, ξεκληρίζουν κυριολεκτικά τον αγρότη. Oι εφαρμοζόμενες πολιτικές επιδοτήσεων (KAΠ) ενισχύουν τις καπιταλιστικές αγροτικές εκμεταλλεύσεις και τη συγκέντρωση της γης στα χέρια λίγων αφανίζοντας την μικρή και μεσαία αγροτιά.

 

H εργατική τάξη πρέπει συμπαραταχθεί με τους μαχόμενους αγρότες. Oι ίδιες πολιτικές και πολιτικοί που με τα μνημόνια, την ανεργία και φορομπηξία τσακίζουν τους εργαζόμενους στις πόλεις, συνθλίβουν τους αγρότες στην ύπαιθρο.

 

Απαιτείται ένα ταξικό μέτωπο αγώνα των εργατών, φτωχών αγροτών και επαγγελματιών ενάντια στις καταστροφικές πολιτικές της EE, των αφεντικών και της κυβέρνησης. Για αγώνα μέχρι τη νίκη κι όχι εθιμοτυπικές πιέσεις συμβιβασμού. 

 

Για την εξουσία των εργατών σε συμμαχία με τα λαϊκά  στρώματα της πόλης και του χωριού, και την εφαρμογή ενός προγράμματος εξόδου από την κρίση, με διαγραφή του χρέους, εθνικοποιήσεις τραπεζών και βιομηχανίας φαρμάκων, σπόρων, λιπασμάτων και στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

 

Αυτοοργάνωση στα μπλόκα – όλες οι αποφάσεις στις γενικές συνελεύσεις – έξω οι κυβερνητικοί εγκάθετοι, ακροδεξιοί και φασίστες. Mαζί με τους εργάτες για γη και ελευθερία!

 

 

Η ΑΓΡΟΤΙΑ ΣΤΑ ΜΠΛΟΚΑ
Οι εργάτες στο πλευρό τους

Εδώ και δέκα μέρες, χιλιάδες αγρότες έχουν στήσει ξανά μπλόκα σε όλη την Ελλάδα.
Την ώρα που η ΝΠ όδευε προς το τυπογραφείο, στην Αθήνα η Συντονιστική Επιτροπή των Μπλόκων συναντούσε κλιμάκιο υπουργών της κυβέρνησης. Είναι όμως βέβαιο ότι όλες οι κυβερνητικές αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, και μάλιστα όχι στην Αθήνα, αλλά στις Βρυξέλλες. Και έχουν ληφθεί όχι μόνο από την παρούσα «αριστερο»δεξιά κυβέρνηση αλλά από όλες τις αστικές, μνημονιακές κυβερνήσεις διαχρονικά, αποφάσεις που καταστρέφουν τη φτωχή και μεσαία αγροτιά προς όφελος του ευρωπαϊκού αγροτοβιομηχανικού κεφαλαίου και των ντόπιων καπιταλιστών και μεγαλοαγροτών.

Στο μεταξύ, την
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου χιλιάδες αγρότες από το μπλόκο της Νίκαιας και απ’ τα περισσότερα μέρη της χώρας, ύστερα από απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής Μπλόκων, ετοιμάζονται να κατέβουν στην Αθήνα σε συλλαλητήριο. Είναι μια ευκαιρία για την αγροτιά αλλά και την εργατική τάξη και τα χτυπημένα από την κρίση μικροαστικά στρώματα να έχουν μια αγωνιστική συνάντηση.

Έχουν προηγηθεί ήδη κινητοποιήσεις σε αστικά κέντρα της περιφέρειας, με καταλήψεις εφοριών, παραστάσεις σε τράπεζες (ιδιαίτερα στην Τράπεζα Πειραιώς). Οι κινητοποιήσεις των μικρομεσαίων αγροτών, ξαναπιάνουν το νήμα από της 4 Φλεβάρη του 2016, όταν τότε πήραν υποσχέσεις, για τα προβλήματά τους, για άλλη μια φορά χωρίς αντίκρυσμα.

Η κατάσταση στην ύπαιθρο είναι εκρηκτική. Με το 80% των επιδοτήσεων να κατευθύνεται σε μεγαλοαγρότες επιχειρηματίες, την εκβιαστική και εξοντωτική απόφαση του υφυπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης να στείλει μέτρα αναγκαστικής είσπραξης προς τον ΟΓΑ για οφειλές 360.000 μικρομεσαίων αγροτών κάτω των 5.000 ευρώ, τα ασφράγιστα βιβλιάρια ασφάλισης, όπως και την αύξηση των ασφαλιστικών τους εισφορών. Με το κόστος παραγωγής υπερδιογκωμένο από το πανάκριβο πετρέλαιο και ηλεκτρικό ρεύμα, τα ακριβά καλλιεργητικά μέσα, τη μείωση της επιστροφής Φ.Π.Α.
Οι μικροί αγρότες, που σε μεγάλο βαθμό δε μπορούν να ζήσουν μόνο από τη γεωργική παραγωγή, είναι υποχρεωμένοι οι ίδιοι ή μέλη των οικογενειών τους να δουλεύουν και ως μισθωτοί στην πόλη. Πολλοί όμως κινδυνεύουν να μην χάσουν την ιδιότητα του αγρότη.

Η κατάσταση έχει επιβαρυνθεί με το ξεπούλημα της Αγροτικής Τράπεζας.

Την ίδια στιγμή που η φοροδιαφυγή των βιομηχάνων και των καπιταλιστών του αγροτικού χώρου θεριεύει, ο μικρομεσαίος και αυτοαπασχολούμενος αγρότης καλείται να πληρώσει διπλά και τριπλά χαράτσια, αφού η κυβέρνηση φορολογεί ακόμη και αποθήκες και στάβλους!
Οι συντάξεις του ΟΓΑ μειώνονται, την ίδια στιγμή που οι ασφαλιστικές εισφορές αυξάνουν, για ένα ασφαλιστικό σύστημα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να χρηματοδοτεί το τοκογλυφικό χρέος, κλέβοντας κόπους χρόνων.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική οδηγεί σε μείωση των επιδοτήσεων, τις αποσυνδέει από την παραγωγή πραγματικά αναγκαίων προϊόντων, για να χρηματοδοτήσει για άλλη μια φορά τους κεφαλαιούχους των κάμπων, με την καταστροφή προϊόντων, ωθώντας σε μονοκαλλιέργειες με στόχο το κέρδος, και όχι τις πραγματικές διατροφικές ανάγκες, διογκώνοντας τις εισαγωγές ακόμα και για προϊόντα που παράγονται εδώ. Οδηγούν σε μεγαλύτερη συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια.

Το εργατικό κίνημα, και ειδικά η επαναστατική αριστερά, πρέπει όχι μόνο να σταθεί στο πλευρό των μικρομεσαίων αγροτών, αλλά να σταθεί με προσοχή στις διεκδικήσεις τους, συνδέοντάς τες με τις διεκδικήσεις όλου του εργατικού κινήματος, και των χτυπημένων μικρομεσαίων στρωμάτων της πόλης. Μόνο έτσι, αν μπει ηγέτης σε κάθε αγώνα των χτυπημένων και εκμεταλλευόμενων τμημάτων της κοινωνίας, θα μπορέσει να οδηγήσει στην ανατροπή της κυβέρνησης από τα κάτω και τα αριστερά, για την εφαρμογή του δικού της σχεδίου, για μια άλλη εξουσία, με επαναστατική ανατροπή.
Όρος για την παραγωγή φτηνών και ποιοτικών προϊόντων, για την αξιοπρεπή ζωή των αγροτών που ζουν από τη δουλειά τους είναι:
Κατώτερες εγγυημένες τιμές σε όλα τα αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και να εξασφαλίζουν βιώσιμο εισόδημα.
Ουσιαστική μείωση του κόστους παραγωγής με αφορολόγητο πετρέλαιο, φτηνά καλλιεργητικά μέσα – εφόδια – ζωοτροφές με κατάργηση ΦΠΑ σε όλα
αυτά, άτοκα δάνεια σε φτωχούς αγρότες, βασικά έργα υποδομής.
Κατάργηση των χαρατσιών και της φορολόγησης των χωραφιών.
Αύξηση των αγροτικών συντάξεων. Πλήρη ασφάλιση των φτωχών αγροτών και κτηνοτρόφων.
Ταυτόχρονα το εργατικό κίνημα παλεύει για τα μισθολογικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των ντόπιων και αλλοδαπών εργατών γης, που το μόνο τους εισόδημα είναι η μισθωτή δουλειά στα χωράφια, για μόνιμους και εποχιακούς. Αποκρούουμε το ρατσισμό και το φασισμό.
Άμεση απαλλοτρίωση, χωρίς αποζημίωση της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας (εκκλησιαστικής, μοναστηριακής, ιδιωτικής) και παραχώρησή της για
ομαδική - συνεταιριστική χρήση και παραγωγή.
Αγώνας για πρωτοβάθμιους δημοκρατικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς στα χέρια των παραγωγών και των εργαζομένων σε αυτούς. Για να κατοχυρώνεται η ανεξάρτητη πολιτική δράση των εκμεταλλευόμενων αγροτών από το κεφάλαιο, το κράτος και τις κυβερνήσεις του, τη γραφειοκρατία παλιά και νέα στον αγροτικό συνδικαλισμό. Να τσακίσουμε το ναζισμό και το φασισμό, που ενώ φοράει ένα φιλοαγροτικό προσωπείο, συνεχίζει μέσα στη Βουλή να υπερασπίζεται εφοπλιστές και τραπεζίτες.
Για τη διαγραφή του χρέους.
Για εθνικοποιημένο τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, με εργατικό έλεγχο, από τους εκμεταλλευόμενους της πόλης και της υπαίθρου.

Τα ποτάμια της οργής των μικρομεσαίων αγροτών, μπορούν να συναντηθούν, να δώσουν μαζί τη μάχη με τους εργαζόμενους της πόλης, για να ανατραπούν τα μνημόνια και οι διαχειριστές τους, για δουλειά-στέγη-τροφή-παιδεία και υγεία για κάθε εργαζόμενο του κάμπου και της πόλης.
Όχι άλλη κλεμμένη δουλειά. Για να οργανώσουν την παραγωγή και την κοινωνία οι παραγωγοί του πλούτου. Να ανατρέψουμε αγροτοβιομήχανους, τραπεζίτες.

Ν. Πελεκούδας

 

ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Η πρώτη φάση του αγώνα των αγροτών με τα μπλόκα σε όλη την επικράτεια, βρίσκεται ήδη πίσω μας. Μιλάμε μόνο για μια «πρώτη φάση», κι όχι για τέλος του αγώνα, διότι τίποτα δεν έχει τελειώσει όσον αφορά την μάχη κατά του ασφαλιστικού, ούτε για τους αγρότες, ούτε για κανέναν άλλο κλάδο εργαζομένων.


Δεν είναι απλά οι δηλώσεις του Βαγγέλη Μπούτα από το Κιλελέρ, όπου σήμαναν την απόσυρση των τρακτέρ από τα τελευταία μπλόκα (που έχει επιρροή το ΚΚΕ, με ένα μεγάλο αριθμό από τα συνολικά 69 να έχουν υποχωρήσει σταδιακά όλες τις προηγούμενες ημέρες), πως οι αγρότες θα συνεχίσουν τον αγώνα και θα ξαναβρεθούν στην Αθήνα όταν πάει σε ψήφιση το Ασφαλιστικό στη Βουλή. Είναι το αντικειμενικό γεγονός, πως το Αντι-ασφαλιστικό έκτρωμα, που έβγαλε στον δρόμο εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, έχει… πολύ δρόμο ακόμη μπροστά του, ίσως κι ως το Πάσχα, πριν καταλήξει σε μια τελική μορφή και πάει σε ψήφιση, και με τον διάλογο αγροτών-κυβέρνησης να έχει ναυαγήσει, όλες οι αιτίες του ξεσηκωμού είναι ενεργές. Το δυναμικό του αγώνα, ίσως κουρασμένο από την διάρκεια των 40 ημερών στα μπλόκα, αλλά όχι ηττημένο, τηρεί μια στάση αναμονής, με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Που να επιστρέψει άλλωστε; Σε ποια γη και σε ποια ζωή, που κατακαίγονται και ξεθεμελιώνονται από τις επινοήσεις των τοκογλύφων;


Μια εβδομάδα πριν, στις 25/2, οι εκπρόσωποι των αγροτών συναίνεσαν να πάνε σε ένα διάλογο με τον πρωθυπουργό (κάτι που εξ αρχής ζητούσαν αρκετά «διαλλακτικά» μπλόκα με προεξάρχοντα τα Τέμπη). Ένας διάλογος, όμως, που τα αποτελέσματα του ήταν προκαθορισμένα: ο πρωθυπουργός περιορίστηκε να «υποσχεθεί» κάποιες χρονικές καθυστερήσεις της εφαρμογής πλευρών του ασφαλιστικού –που ούτε αυτές ήταν προφανώς αρκετές για να καθησυχάσουν τους αγρότες- την ίδια στιγμή που όλοι γνώριζαν εκ των προτέρων πως οτιδήποτε συζητηθεί θα είναι «αέρας κοπανιστός», με τους πραγματικούς όρους του παιχνιδιού και τις πραγματικές αποφάσεις να παίρνονται σε Βρυξέλλες και Βερολίνο, και όχι στην Αθήνα. Αντικειμενικά, δεν είχαν να αναμένουν σε «βελτιώσεις» του νομοσχέδιου Κατρούγκαλου οι εκπρόσωποι των αγροτών, όταν αυτό είχε ήδη κριθεί ως «λίγο» και σε λάθος κατεύθυνση από τους δανειστές, που ζητούν να μπει «εδώ και τώρα» το μαχαίρι στο κόκκαλο. Το ίδιο το αντικείμενο της συζήτησης, το ν/σ Κατρούγκαλου, είναι εν πολλοίς ξεπερασμένο, προς το χειρότερο, από την πραγματικότητα που ορίζουν οι «θεσμοί».


Αδιέξοδα του αγώνα ή αδιέξοδα της επικρατούσας στρατηγικής;

Έχει την ιδιαίτερη σημασία του, πως ο αγώνας των αγροτών άρχισε να φθίνει, όχι μετά από ένα ισχυρό χτύπημα καταστολής, αστυνομικής ή δικαστικής, όχι ύστερα από μια ανοιχτή προδοσία με μια παρασκηνιακή συμφωνία και εξαγορά, αλλά όταν βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο του και με την δυναμική του σε πλήρη ανάπτυξη: μετά την διήμερη απόβαση της αγροτιάς στην Αθήνα (12-13/2), που τρομοκράτησε την πανικόβλητη κυβέρνηση Τσίπρα. «Και μετά, τι;» ήταν το εύλογο ερώτημα.


Από την επαύριο ήδη, τα ΜΜΕ άρχισαν να ασχολούνται με τις δεύτερες σκέψεις εντός του αγροτικού κινήματος, με τις τάσεις υποχώρησης, υπερτονίζοντας την διάσπαση ανάμεσα σε διαλλακτικούς, που ήθελαν τον διάλογο με την κυβέρνηση, και αδιάλλακτους, που τον απέρριπταν.


Γεγονός είναι πως είτε διαλλακτικοί είτε αδιάλλακτοι (βλ. ΚΚΕ) τελικά όλοι αποδέχτηκαν την «λύση» του διαλόγου με την κυβέρνηση. Και μπορεί ο αγροτοσυνδικαλιστής του ΚΚΕ, Β. Μπούτας, να κατήγγειλε άλλους αγροτοσυνδικαλιστές που ζητούσαν τον διάλογο, ως κομματικά ενεργούμενα κι ως διορισμένους σε αγροτικούς οργανισμούς από τον υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης Β. Αποστόλου, αλλά τελικά, στις 25 του Φεβρουαρίου, βρέθηκε και αυτός να σφίγγει το χέρι του Τσίπρα στη συνάντηση με τα μπλόκα, φέρνοντας του μάλιστα και τσίπουρο σαν πεσκέσι, μαζί με άλλους δύο αντιπροσώπους της Νίκαιας.


Αυτή ήταν μια λογική εξέλιξη στην πορεία ενός αγώνα, που δεν κατάφερε να ξεπεράσει ένα σημαντικό έλλειμμα πολιτικής στρατηγικής, κληροδότημα της μοναδικής οργανωμένης δύναμης με αξιώσεις ηγεσίας στο κίνημα, όπως φάνηκε και από την διοργάνωση του διημέρου 12-13/2, δηλαδή του ΚΚΕ. Τα περίφημα «5 σημεία» που κατατέθηκαν από τη Νίκαια, και υιοθετήθηκαν από δεκάδες μπλόκα (κυρίως της μικρομεσαίας αγροτιάς) ως πλαίσιο αιτημάτων του αγώνα, εσκεμμένα διατήρησαν το έδαφος της μάχης σε συνδικαλιστικό, κλαδικό, μη-πολιτικό πεδίο (απόσυρση του ν/σ, κατάργηση φόρων από το πρώτο ευρώ, αποτροπή κατασχέσεων, κατάργηση φόρων στο κρασί, αφορολόγητο πετρέλαιο). Με την κυβέρνηση Τσίπρα σε ολομέτωπη σύγκρουση με το σύνολο της κοινωνίας και με την πλάτη στον τοίχο, το ΚΚΕ (όπως είναι πάγια πολιτική του) αρνήθηκε να θέσει ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης, με τον φόβο της δεξιάς επανόδου.


Δεν πρόκειται απλά για μια υποτίμηση της κατάστασης και άγνοια των συσχετισμών, αλλά για μια επικίνδυνη αυταπάτη: είναι εφικτή η απόσυρση ενός ν/σ που βρίσκεται στον πυρήνα του τρίτου μνημονίου, συνδεδεμένο απόλυτα με το ζήτημα του δημόσιου χρέους, χωρίς το συνολικό «σκίσιμο» του μνημονίου (και μαζί κι όλων των προηγούμενων μνημονιακών νόμων), και άρα χωρίς την ανατροπή της κυβέρνησης που το υπέγραψε, και κρατιέται στην εξουσία με «δανεικό χρόνο» και με «ειδικό σκοπό» μέχρι να ψηφίσει το ασφαλιστικό και να το εφαρμόσει; Η αυταπάτη με την σειρά της δείχνει μη κατανόηση του βάθους της κρίσης και της πολιτικής κατάστασης συνολικά, της ίδιας της ιστορικής περιόδου που διανύουμε.


Χωρίς έναν ορίζοντα και έναν πολιτικό στόχο πάλης, τα ταλαντευόμενα μεσαία στρώματα τραβιούνται αναπόφευκτα πίσω από τις πιο δεξιές και συντηρητικές φωνές των πιο εύπορων αγροτών, που τους προσφέρουν μια αμφίβολη αλλά ορατή προοπτική: τον «διάλογο» με την κυβέρνηση. Όσο η μια πλευρά αρνείται να ανατρέψει αυτόν που έχει απέναντί του στη μάχη, όσο του αναγνωρίζει το δικαίωμα να τον κυβερνά, τότε είναι νόμος πως κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να συρθεί κι ο ίδιος σε ένα διάλογο μαζί του, σε μια «προσπάθεια να βρεθεί μια λύση», ιδιαίτερα όσο οι βδομάδες περνούν, τα χωράφια μένουν άσπαρτα, οι πιέσεις αυξάνονται, και δεν υπάρχει καμιά άλλη πρόταση παρά μόνο «παραμονή στα μπλόκα». Όταν, δε, ο «διάλογος» αποβαίνει άκαρπος, η έλλειψη αγωνιστικών προτάσεων πραγματικής κλιμάκωσης, αφήνει να κυριαρχήσει η απογοήτευση.


Είναι σημαντικό να βγουν τα μαθήματα, για τις επόμενες φάσεις του αγώνα που αναπόφευκτα θα ξεσπάσουν: δεν αρκεί η κλιμάκωση στις μορφές της πάλης, όσο το περιεχόμενο αυτής δεν πολιτικοποιείται, δεν τραβάει την σύγκρουση στα άκρα, αγκαλιάζοντας και κινητοποιώντας τα πιο απελπισμένα και αποφασισμένα στρώματα της φτωχολογιάς πόλης και υπαίθρου, πετώντας στην άκρη τα πιο συντηρητικά και σκεπτικιστικά στρώματα. Ούτως ή άλλως, η κοινωνική διαφοροποίηση στο εσωτερικό του αγροτικού κινήματος είναι επιβεβλημένη όσο προχωρά η σύγκρουση. Το κρίσιμο είναι να συμβεί προς όφελος της μεγάλης φτωχής μάζας της υπαίθρου, συνδέοντας τις τύχες της με εκείνες της εργατικής τάξης.


Η πολιτικοποίηση του αγώνα, το σπάσιμο της κλαδικής λογικής και της απομόνωσης του χωριού, είναι μια ικανή συνθήκη για να ξεσηκώσει στο βαθμό που απαιτεί η κατάσταση, και την εργατική τάξη και την φτωχολογιά της πόλης, θέτοντας την επικεφαλής της μάχης. Κάτι που ως τα τώρα, δεν έχει συμβεί, δείχνοντας έτσι τις αδυναμίες και την απροετοιμασία συνολικά της Αριστεράς, και της ίδιας της εργατικής τάξης.


Αδυναμίες, ωστόσο, που οφείλουμε να ξεπεράσουμε με γοργούς ρυθμούς, και να προετοιμαστούμε για την επόμενη φάση της σύγκρουσης, με την εργατική τάξη και την φτωχή αγροτιά σε ολομέτωπη σύγκρουση με κυβέρνηση και αστικό κράτος, με μια Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας για την ανατροπή της κυβέρνησης, και με επαναστατική εξέγερση μέχρι την ανατροπή του βάρβαρου καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.

Κ. Αποστολόπουλος