Οι πρόσφατες εξελίξεις με την υπόθεση Novartis έχουν ακόμη περισσότερο περιπλέξει την υπόθεση αυτή. Όχι μόνο από την σκοπιά της εύρεσης της αλήθειας και εξιχνίασης της υπόθεσης που έχει χαρακτηριστεί ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο της σύγχρονης Ελλάδας. Αλλά κυρίως από την σκοπιά του βαθέματος της πολιτικής κρίσης που πλέον έχει πάρει και χαρακτήρα βαθιάς πολιτειακής κρίσης.

Και αυτό διότι η πρόσφατη επικράτηση της σκληροπυρηνικής πτέρυγας της ΝΔ για άμεση παραπομπή στην Βουλή για σύσταση προ-ανακριτικής επιτροπής κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ Παπαγγελόπουλου, με το ερώτημα της διερεύνησης ευθυνών για παρεμβάσεις και πιέσεις στην δικαιοσύνη, δεν αποτελεί απλά μια προσπάθεια αντιπερισπασμού από το κύριο επίδικο της υπόθεσης αυτής που αφορά την παθητική και ενεργητική δωροδοκία κυβερνητικών και κρατικών λειτουργών, διαχρονικά με σκοπό την παγκόσμια χρηματιστηριακή και εμπορική εκμετάλλευση από μεριάς της Ελβετικής πολυεθνικής.
Δεν αποτελεί ούτε και μόνο μια από τις συνηθισμένες επικοινωνιακής κοκορομαχίες μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ όπου η ΝΔ απαντά τώρα στην παραπομπή των δικών της στελεχών – και του ΠΑΣΟΚ – πρόπερσι για τα αδικήματα αυτά.
Ούτε απλά και μόνο, συνιστά μια ρεβανσιστική επάνοδο του κομματιού εκείνου σε κράτος και παρακράτος που βρίσκει έδαφος με την επάνοδο της ΝΔ στην κυβέρνηση και το πράσινο φως που αυτή σηματοδοτεί.

Βάζει επιπλέον όλων των άλλων, αντικειμενικά στο κάδρο της κρίσης τις κορυφές της δικαστικής εξουσίας με τον πόλεμο μέχρις εσχάτων μεταξύ παλαιών και νέων ανωτάτων δικαστικών, όπου ήδη οι δημόσιες καταγγελίες ου μην αλλά και μηνήσεις αναμεταξύ τους δίνουν και παίρνουν.
Από την μια μεριά οι καταθέσεις της πλευράς Ράϊκου – Αγγελή και από την άλλη μεριά η κα. Τουλουπάκη - και στο βάθος η τέως υπηρεσιακή πρωθυπουργός του 2015, η κα. Θάνου. Οι πρώτες μάλιστα καταθέσεις με την μετά από 2,5 χρόνια επώνυμη καταγγελία κατά του Παπαγγελόπουλου, κάθε άλλο παρά οδηγούν την υπόθεση - που θα μπει για συζήτηση στην Βουλή κάπου μεταξύ 8 και 10 Οκτωβρίου - στο αρχείο, μετά την όποια επικοινωνιακή εκμετάλλευση της, όπως ίσως είχαν κατά νου κάποιοι στην ΝΔ. Διότι σε κάποιους μέσα στην ΝΔ υπήρχε η σκέψη παραπομπής Παπαγγελόπουλου με «υπονομευμένη» την ευρύτητα της έρευνας, απλά για να πατσίσουν και την αντίστοιχη αρχειοθέτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των δικών της παραπεμπόμενων από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα φαίνεται πως, αυτή η παραπομπή θα πάρει διαστάσεις όπου η νομική διαδικασία θα είναι αναπόφευκτη.

Αλλά τι σημαίνει εμπλοκή του Παπαγγελόπουλου;
Σημαίνει κάτι πολύ πιο σοβαρό και βαθύ. Σημαίνει εμπλοκή του προέδρου της δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου και ίσως και ενός μέρους της ΚΥΠ!
Είναι γνωστό σε όλους, ότι ο Παπαγγελόπουλος ήταν ο τέως διοικητής της ΚΥΠ που είχε προωθήσει και προστατεύσει ο Προκόπης Παυλόπουλος όταν ήταν υπουργός εσωτερικών των κυβερνήσεων Καραμανλή.
Αλλά αυτό βάζει τον πρόεδρο της δημοκρατίας σε άμεση αμφισβήτηση από το κόμμα από το οποίο προέρχεται και συνεπώς καθιστά αδύνατη την όποια συναινετική επανεκλογή του. Αυτό οριοθετεί το άμεσο πολιτικό σκηνικό από τώρα μέχρι και τις αρχές τις νέας χρονιάς δίνοντας και την απαραίτητη αφορμή πρόωρης προσφυγής στις κάλπες με την συμπλήρωση σχεδόν του πρώτου χρόνου της θνησιγενούς κυβέρνησης Μητσοτάκη, μετά την διαφαινόμενη αποτυχία προεδρο-εκλογής.
Αλλά υπάρχει και μια ακόμη πιο σημαντική σκοπιά της υπόθεσης Παπαγγελόπουλου που ξεφεύγει των στενών ζητημάτων εσωτερικής κατανάλωσης. Επί των ημερών του στην ηγεσία της ΚΥΠ, η Ελληνική μυστική υπηρεσία χειρίστηκε -και έθαψε- την υπόθεση των υποκλοπών της CIA και την αυτοκτονία (ή δολοφονία κατά άλλους) του τεχνικού στελέχους της Vodafone, Τσαλικίδη. Επί των ημερών του θάφτηκε και η υπόθεση των απαγωγών των Πακιστανών που οργάνωσε σε μια επιχείρηση φιάσκο η CIA και η βρετανική MI6.

Αυτή η διάσταση ανάμεσα στο «εσωτερικό» και στο «εξωτερικό» έρχεται στο προσκήνιο ξανά με την υπόθεση Novartis. Είναι σε όλους γνωστό ότι η υπόθεση δεν θα ξεσκεπάζονταν και δεν θα αποκαλύπτονταν αν οι μάρτυρες κλειδί, δεν είχαν την προστασία των Αμερικανικών ανακριτικών αρχών και του FBI. Και θα είχε μπει προ πολλού στις καλένδες, αν δεν νοιάζονταν οι ΗΠΑ των οποίων θίγονται κολοσσιαία ζωτικά συμφέροντα.

Θυμίζουμε ξανά την ουσία της υπόθεσης:
Η τιμή ενός φαρμάκου στην Ελλάδα, είναι τιμή αναφοράς για την φαρμακοβιομηχανία σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, διότι είναι σχετικά στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο τιμών, αλλά εξαιτίας της παραδοσιακής πολυφαρμακίας και υπερσυνταγογράφησης που διέπει την εγχώρια αγορά είναι καθοριστική για την ΕΕ στο σύνολο.
Υπολογίζεται ότι μια ανατίμηση ενός φαρμάκου έστω και κατά 10 σεντς ανά τεμάχιο – από παράνομη ενέργεια δωροδοκίας κρατικού ή κυβερνητικού υπαλλήλου-  μπορεί να φέρει έσοδα, σε όλη τη Ευρωπαϊκή αγορά με τις αλυσιδωτές ανατιμήσεις σε ετήσια βάση, που να αγγίζουν ακόμη και τα 25 εκατομμύρια ευρώ από το συγκεκριμένο φάρμακο και μόνο!
Αυτό σημαίνει εκατοντάδες εκατομμύρια για το σύνολο των φαρμάκων της εταιρίας σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Και αναπόφευκτα αυτό με την σειρά του αποφέρει πολλά δις ευρώ στην χρηματιστηριακή σφαίρα στην Wall Street και αθέμιτο ανταγωνισμό της Novartis απέναντι στις Αμερικανικές εταιρίες.
Αυτό αποτελεί casus beli για την Αμερικάνικη κυβέρνηση, το κράτος της και την προστασία των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Πώς θα μπορούσε να κλείσει η υπόθεση λοιπόν από μεριάς Αμερικάνων;
Θα δεχτούν να μπει στο αρχείο η διερεύνηση της δωροδοκίας;
Θα δεχτούν να αποπροσανατολιστεί η έρευνα για την καθαυτό πτυχή της και να θυσιαστούν στελέχη που την εξυπηρέτησαν σε μια προηγούμενη φάση (και όχι μόνο σε αυτή την υπόθεση);
Και αν αυτό συμβεί, θα σταματήσει η φάμπρικα της ανατίμησης από εδώ και πέρα που είναι και το μεγάλο ζητούμενο;
Ασφαλώς θα επιχειρηθεί ένας συμβιβασμός σε εσωτερικό επίπεδο κάποια στιγμή. Όμως με ανοιχτή την διεθνή διάσταση της υπόθεσης και με τα ασύλληπτα ποσά χρημάτων που κρύβονται πίσω από αυτά, ο συμβιβασμός θα έχει πολύ μεγάλο τίμημα για όσους τον επιχειρήσουν.

Γ. Χλ.